Αριθμός 1415/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. συζύγου Κ. Π., το γένος Μ., κατοίκου ..., 2) Θ. συζύγου Β. Σ., το γένος Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραβοκύρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1178/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1191/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2019 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 242/2022 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 16-11-2019 (αρ. κατ. 1061/2019) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1191/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 25-6-2009 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλούμενοι παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης ζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητας τους επί του επίδικου ακινήτου, την οποία αμφισβητεί το εναγόμενο. Το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 1178/2011 οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 10-2-2012 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Εξάλλου επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ' άρθρο 51 Εισ. Ν. ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ.1 Κωδ. (7.39) ν.9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν-2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν-6 πρ. Πανδ. (44-3), ν.76 παρ.1 Πανδ. (18-1), ν-7 παρ.3 Παν δ. (23-3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 Παν. (5-8), 27 Πανδ. (18-1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41-3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50-16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Α.Κ. τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις των ν.18-24 παρ.1 Πανδ. (41-3) παρ.9 Εισ. (2-9), ν.2 Κωδ. (7-30) Βασ. (50-10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκου δικαίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ.1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ"/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του νδ της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (βλ. Ολ. ΑΠ 75/1987. Κατά το άρθρο 1 του β.δ. 12-12-1833, που έχει ισχύ νόμου, "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ.2 ν. ΚΘ' 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.ΨΗΖ'/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 18, 21 του ν. της 21.6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22.4/16-5-1926, 60 ν. ΣΟΖ'/1855 και 12 παρ.1 ν.ΔΝΖ/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915 (ΑΠ 1358, 1359/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 216 τ.μ., που βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., στη θέση "Ό. Ε." του συνοικισμού Λ., στο Ο.Τ. (Οικοδομικό Τετράγωνο) 99, αποτυπώνεται δε στο από 18-10-1940 σχεδιάγραμμα των μηχανικών Κ.Χ. και Δ . Γ. καθώς και στο από Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Π. και συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ. 9 οικόπεδο του 99 Ο.Τ. επί πλευράς 9 μέτρων, δυτικά με την οδό Ο. (επί της οποίας φέρει τον αριθμό 26) επί πλευράς 9 μέτρων, βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Χ. επί πλευράς 24 μέτρων και νότια με το υπ' αριθ. 3 οικόπεδο του 99 Ο.Τ. επί πλευράς 24 μέτρων. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στη συγκυριότητα των εφεσίβλητων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα τους Β. χήρα Φ. Μ., το γένος Κ. Μ., δυνάμει του .../29-12-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Π.. Δ. - Ξ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και αύξοντα αριθμό 394. Το εν λόγω ακίνητο εμπίπτει σε πολύ μεγαλύτερη εδαφική έκταση, εμβαδού 4.500 στρεμμάτων, γνωστή ως "Κ. Β.". Επί της έκτασης αυτής δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο με το δικαίωμα του πολέμου, όπως αβάσιμα αυτό ισχυρίζεται, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε ανωτέρω στην υπό στοιχείο V μείζονα σκέψη, η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του ελληνικού κράτους στις 31-3-1833, κατ' εφαρμογή της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και μετά από σχετικές συμφωνίες των ελληνικών και των τουρκικών αρχών. Εξάλλου, μετά από την έκδοση από τον σουλτάνο Μαχμούντ Β' του δωρητηρίου θεσπίσματος το έτος 1829, όπως αναφέρεται στην ίδια ως άνω υπό στοιχείο V μείζονα σκέψη, με βάση το οποίο (δωρητήριο θέσπισμα) αναγνωρίστηκαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε όλα τα ακίνητα, τα οποία βρίσκονταν στην Αττική και κατέχονταν νόμιμα από Έλληνες και Οθωμανούς, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο (δηλαδή με τίτλους "ταπί", "χοτζέτ" ή "βουγιουρδί"), κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκοκρατίας της Αθήνας, από 25/27-5-1927 έως 31-3-1833, άρχισαν να γίνονται σε ευρεία κλίμακα πωλήσεις ακινήτων της Αττικής από Τούρκους και Έλληνες σε άλλους Έλληνες, αλλά και ξένους ιδιώτες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων. Στα πλαίσια των πωλήσεων αυτών, δημιουργήθηκε το "Κ. Β." το οποίο αρχικώς τελούσε υπό τη νομή με διάνοια κυρίου Ελλήνων (οικογένεια Κ., Ζ., Μ., Κ., Τ., οικογένεια Ζ., Τ., Μ., Β., Σ.) και στη συνέχεια περιήλθε στη νομή του Α. Κ., που την ασκούσε με διάνοια κυρίου, κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων, με τα ακόλουθα πωλητήρια έγγραφα (ιδιωτικά και δημόσια), .διακεκριμένων τμημάτων και ιδανικών μεριδίων της έκτασης αυτής από τα μέλη των ως άνω οικογενειών και τους ιδιώτες και τους δικαιοδόχους τους, οι οποίοι, ωστόσο, δεν διέθεταν έστω και άκυρους τίτλους κατά το οθωμανικό δίκαιο. Συγκεκριμένα: α) με το ενώπιον του νοταρίου (μνήμονος) της πόλεως των Αθηνών Παναγή Πούλου συνταχθέν από 13-2-1833 έγγραφο χώρησε μεταβίβαση κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, και παράδοση από το Ν. Ζ. στον Α. Κ., β) με το από 27-2-1833 έγγραφο που συντάχθηκε από τον πρόκριτο (δημογέροντα) των Αθηνών Παλαιολόγο Βενιζέλο ενώπιον των δημογερόντων των Αθηνών Μ. Τυρναβίτη, Σ. Ματούση και Σ. Βλαχόπουλου, οι αδελφοί Γ. Μ. και Κ. Τ. μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, και παρέδωσαν στον Α. Κ. την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους Φ., θυγατέρας Π. Κ., και γ) με τα 2.094/25-8-1837, 1.804/25-8-1843, 268/6-4-1852, 633/28-7-1852, 683/11-8-1852,139/10-12-1852 και 215/22-2-1853 συμβόλαια του συμβολαιογράφου … Κ.. Π., οι αναφερόμενες σ' αυτά εδαφικές εκτάσεις μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, και παραδόθηκαν στον Α. Κ. από τους Β. Κ. (αντισυμβαλλόμενο στο 2.094/25-8-1837 συμβόλαιο), Π. Κ. (αντισυμβαλλόμενο στο 1.804/25-8-1843 συμβόλαιο) Σ. Τ. (αντισυμβαλλόμενο στο 268/6-4-1852 συμβόλαιο), Ά. Κ. ((αντισυμβαλλόμενο στο 633/28-7-1852 συμβόλαιο), Ι. Κ. (αντισυμβαλλόμενο στο 683/11-8-1852 συμβόλαιο), Μ. Μ., Κα. Β., Γ.. Κ. (αντισυμβαλλόμενους στο 1.139/10-12-1852 συμβόλαιο), Μ. Στουράίτη. Μ. Ζίνη και Γ. Ζίνη (αντισυμβαλλόμενους στο 215/22-2-1853 συμβόλαιο). Κατόπιν των ανωτέρω αλλεπαλλήλων μεταβιβαστικών πράξεων οι περιελθούσες στον Α. Κ. επί μέρους εδαφικές εκτάσεις διαμορφώθηκαν από αυτόν σε ενιαία έκταση συνολικού εμβαδού 4.500 στρεμμάτων περίπου, η οποία περιελάμβανε καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκότοπους (λιβάδια), χέρσες εκτάσεις, λατομεία άμμου, ) λίθων και μαρμάρων, ασβεστοκάμινο και βουνά, εντός της οποίας, όπως προαναφέρθηκε και συνομολογεί το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο (βλ. σελ. 4 των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 27-10-2010 προτάσεων αυτού, καθώς και σελ. 3 των ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεων του ιδίου) βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιλαμβανόταν_σε ευρύτερη πεδινή καλλιεργήσιμη έκταση του ανωτέρω κτήματος (περιοχή ...). Η ευρύτερη αυτή έκταση, που μεταβιβάστηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο στον Α. Κ., διαμορφώθηκε από τον πιο πάνω αγοραστή της σε ενιαία περιοχή, η οποία προσδιορίζεται με ανατολικό - νοτιοανατολικό όριο την κορυφογραμμή Τουρκοβουνίων και το Ψυχικό και με βόρειο - βορειοανατολικό όριο το ρέμα Καλογρέζας, όρια που θεωρούνται φυσικά και σταθερά, έτσι ώστε δικαιολογείται η αναφορά στα προαναφερόμενα έγγραφα ότι το ευρύτερο κτήμα "Ε. Ε." εκτείνεται δυτικά της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων και νότια του ρέματος Καλογρέζας. Επομένως, από ανατολικά και βόρεια, το ευρύτερο κτήμα οριοθετείται από σταθερά και φυσικά όρια που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Δυτικά το ευρύτερο κτήμα "Ε. Ε." συνορεύει εν μέρει με τη Λ. Ηρακλείου και νότια με το κτήμα .... Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι οι περιγραφές των ακινήτων στα ως άνω συμβόλαια είναι ασαφείς. Τούτο, όμως, μπορεί να δικαιολογηθεί, διότι στην εποχή των πιο πάνω μεταβιβάσεων ήταν δύσκολη, αν όχι αδύνατη, η τοπογράφηση τόσο μεγάλων εκτάσεων. "Ετσι, κατά τους χρόνους υπογραφής των "Περί της ανεξαρτησίας της Ελλάδος" τριών Πρωτοκόλλων (δηλαδή στις 3-2-1830, στις 16-6-1830 και στις 1-7-1833) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως'(δηλαδή στις 9-7-1832), αλλά και στις 31-3-1833, οπότε και ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο ελληνικό κράτος, το επίδικο ακίνητο, ως περιλαμβανόμενο στην πιο πάνω ευρύτερη έκταση του κτήματος των 4.500 στρεμμάτων, κατ' αρχήν ανήκε κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο (εφόσον, κατά τα ανωτέρω, δεν είχαν παραχωρηθεί τίτλοι αναγνωριζόμενοι κατά το οθωμανικό δίκαιο σε ιδιώτες) και, δυνάμει της πιο πάνω Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο Α. Κ., που απέκτησε σταδιακά την κατοχή του κτήματος (κατά το χρονικό διάστημα 1833 - 1853), δεν διέθετε, όπως και οι δικαιοπάροχοί του, κατά τα προαναφερθέντα, έστω και άκυρους οθωμανικούς τίτλους κυριότητας ("ταπί" ή "χοτζέτ" ή "βουγιουρδί"), αφού αν διέθεταν τέτοιους τίτλους θα είχαν αναγνωρισθεί από το σουλτάνο κατά το έτος 1829, ως ιδιοκτήτες του όλου κτήματος. Πλην όμως, ο Α. Κ. απέκτησε στην κατοχή του ολόκληρο το κτήμα "Βεΐκου" ή "Εύμορφη Εκκλησία" ("Ομορφοκκλησιά"), κατά τα προαναφερθέντα όρια, περιλαμβανόμενου και του επιδίκου σημπεριφερόμενος ως κύριος και πιστεύοντας ότι του ανήκει, με βάση τους προαναφερόμενους ανίσχυρους κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλους (ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα), κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, που ωστόσο πίστευε, μετά και την ενσωμάτωση της Αθήνας στο νέο ελληνικό κράτος στις 31-3-1833, ότι του μεταβίβασαν την κυριότητα, έχοντας και την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα άλλου, ούτε και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι τον όχλησε προβάλλοντας ίδιο δικαίωμα κυριότητας. Εν τω μεταξύ, όμως, το κτήμα παρέμενε σε ιδιοκτησιακή εκκρεμότητα μεταξύ, αφενός του Ελληνικού Δημοσίου στο οποίο περιήλθε κατά κυριότητα από το Οθωμανικό Δημόσιο, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, και αφετέρου του Α. Κ., που πρόβαλλε δικαίωμα ιδίας κυριότητας. Μετά την έκδοση του β.δ. της 17-11/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", ο προαναφερόμενος δεν τήρησε την επιβαλλόμενη από αυτό ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευσή του για να προσκομίσει στη γραμματεία των. οικονομικών τους τυχόν οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας του ή νόμιμης εξουσίασης στα τμήματα του ευρύτερου κτήματος που αποτελούσαν δάση, εφόσον δεν διέθετε τέτοιους. Εξαιτίας της παράλειψης αυτής, δημιουργήθηκε για όσα από τα τμήματα του κτήματος, ήταν δασοκτήματα, τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού δημοσίου επ' αυτών, ενώ ανάλογο τεκμήριο δημιουργήθηκε από τις 30-11-1837 και για όσα από τα τμήματα της ευρύτερης έκτασης αποτελούσαν λιβάδια. Όμως ο Α. Κ. και οι πιο κάτω διάδοχοί του ουδέποτε έπαυσαν από τις 31-3-1833, οπότε ενσωματώθηκε η Αττική στο ελληνικό κράτος και στη συνέχεια και μέχρι και τις 11-9-1915, να κατέχουν και να νέμονται ανεπίληπτα ολόκληρη την έκταση του κτήματος, ανεξαρτήτως της ( μορφολογίας της με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτής και ότι δεν παραβιάζουν με τη συμπεριφορά τους τα δικαιώματα άλλων, ούτε και του Ελληνικού Δημοσίου. Ο Α. Κ. απεβίωσε στις 10-10-1864. Με την από 11-1-1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το 8/11-11-1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, μη έχοντας άλλους πλησιέστερους συγγενείς, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του στο πιο πάνω κτήμα την Α. χήρα Λ. Β. ή Μ., πρωτεξαδέλφου του, πολέμαρχου από το Σούλι, που συγκαταλέγεται μεταξύ των πεσόντων κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως. Η παράδοση του κτήματος από τους εκτελεστές της διαθήκης στην πιο πάνω κληρονόμο, η οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά με διάνοια κληρονόμου, πιστοποιείται με την 11785/1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Τ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Α. χήρα Λ. Β. ή Μ. απεβίωσε στις 21-1- 1899, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της το υιό της Γ. Λ. Β. ή Μ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του, στην οποία περιλαμβανόταν και ολόκληρο το πιο πάνω κτήμα των 4.500 στρεμμάτων, επομένως και το επίδικο ακίνητο και αναμείγθηκε σ' αυτή. Ο Γ. Λ. Β. ή Μ. απεβίωσε στις 15-2-1911, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την επιζώσα σύζυγό του Ε., το γένος Κ. ή Κ., και από τα τέσσερα τέκνα του Α. συζ. Ε. Τ., Λ. Β., Α. συζ. Α.. Ε. και Μ. συζ. Κ.. Η τελευταία αποποιήθηκε την κληρονομιά με. την 63/3-3-1911 πράξη του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η μερίδα, της .προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των άλλων κληρονόμων. Από τους υπόλοιπους, που όλοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχθηκαν σ' αυτή, ο Λ. Β. με την από 31-8-1911 αγωγή του ενώπιον του .πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε τη διανομή όλου του ως άνω ακινήτου που είχε περιέλθει σ' αυτόν και στους συγκληρονόμους του. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ο Λ. Β. αγόρασε από τη μητέρα του Ε., χήρα Γ..Β., και την αδελφή του Α. χήρα Α.. Ε., δυνάμει του .../1918 συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Κ.. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αθηναίων (τόμος … και αύξων αριθμός 293) τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (1/4 εξ αδιαιρέτου από την κάθε μία). Ακολούθως, αυτός και η αδελφή του Α., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος, με το 39419/16-3-1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.. Ρ., συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος και να προβούν σε εξώδικη διανομή. Επακολούθησε ο διορισμός πραγματογνώμονα, διαιτητών και επιδιαιτητή, οι οποίοι ενήργησαν τη διανομή του κτήματος με την από 4-6-1927 απόφαση. Με τη διανομή αυτή ο Λ. Γ.. Β. ή Μ. έλαβε το βόρειο τμήμα του αγροτικού τομέα, καθώς και άλλα διαιρετά τμήματα από τον οικιστικό τομέα του μείζονος κτήματος, μεταξύ των οποίων και το επίδικο οικόπεδο, η δε αδελφή του Α. συζ. Ε.. Τ. έλαβε το νότιο τμήμα του αγροτικού τομέα και διαιρετά τμήματα από τον οικιστικό τομέα του μείζονος κτήματος. Το επίδικο, λοιπόν, ακίνητο περιλαμβάνεται στα διαιρετά τμήματα από τον οικιστικό τομέα, που περιήλθαν κατά τον ως άνω τρόπο στον Λ. Γ.. Β. ή Μ.. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 13-9-1934 και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τις θετές θυγατέρες του, Ι. χήρα Χ. Α. και Ε. χήρα Γ. Π. αμφότερες το γένος Γ. και Μ. Β.. Έτσι, η κυριότητα του πιο πάνω βόρειου τμήματος του μείζονος κτήματος περιήλθε κατά τα 2/4 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία κληρονόμο, με τις από 3-12-1932 και 22-7-1933 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα με τα 633 και 634/21-2-1934 πρακτικά του πρωτοδικείου Αθηνών. Την εκ διαθήκης κληρονομιά του θετού πατέρα τους αποδέχθηκαν οι πιο πάνω θετές θυγατέρες του και υπεισήλθαν σ' αυτή, καταλαμβάνοντας και παραλαμβάνοντας στην κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα, νομή και κατοχή τους και το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης. Δυνάμει του .../6-7-1942 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και αύξοντα αριθμό 168, οι ανωτέρω Ι. χήρα Χ. Α. και Ε. χήρα Γ. Π. μεταβίβασαν αιτία πώλησης στον Κ. Χ. ή Χ. τμήμα της έκτασης που περιήλθε σ' αυτές από την κληρονομιά του θετού πατρός τους Λ. Γ.. Β. ή Μ. εμβαδού 1.121,88 τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων. Εν συνεχεία δυνάμει του 19/18-4-1957 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … και αύξοντα αριθμό 191, ο Κ. Χ. ή Χ. μεταβίβασε αιτία πώλησης στη μητέρα των εναγουσών και εφεσίβλητων Β. σύζ. Φ. Μ., το γένος Κ. Μ., τμήμα της ανωιέρω έκτασης που απέκτησε από τις Ι. χήρα Χ. Α. και Ε. χήρα Γ. Π. εμβαδού 216 τετραγωνικών μέτρων ή 383,33 τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων. Την ανωτέρω έκταση των 216 τετραγωνικών μέτρων, που αποτελεί το επίδικο ακίνητο, μεταβίβασε κατά κυριότητα, όπως προαναφέρθηκε, η μητέρα των εναγουσών και εφεσίβλητων στις ενάγουσες και εφεσίβλητες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία λόγω γονικής παροχής, δυνάμει του .../29-12-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.. Δ. - Ξ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … και αύξοντα αριθμό 394. Οι προμνημονευόμενοι αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος Α. Κ. και όλοι οι αναφερόμενοι διάδοχοί του κατείχαν και νέμονταν αρχικώς ολόκληρο (και επομένως και την επίδικη έκταση) το ενιαίο ακίνητο και ακολούθως, κατά τα τμήματα που περιήλθαν στον καθένα από αυτούς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους και κληρονομικές διαδοχές, σύμφωνα με το β.ρ.δ. που ίσχυε στην Αττική μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. στις 23-2-1946, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις, από τότε που ο Α. Κ. αγόρασε και το τελευταίο τμήμα του (1853) και μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) την πεποίθηση ότι, νεμόμενοι το κτήμα δεν προσβάλλουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων και αυτού ακόμη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ. έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και το επίδικο. Ειδικότερα, η μεγαλύτερη αυτή έκταση αποτελείτο από καλλιεργήσιμους πεδινούς αγρούς (στους οποίους περιλαμβάνετο και το επίδικο ακίνητο), οπωροφόρα δένδρα, δασοκτήματα και βοσκήσιμες εκτάσεις, όπως επίσης ασβεστοκάμινους και λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρου. Την έκταση αυτή οι προαναφερόμενοι νομείς την εκμίσθωναν σε τρίτους κατά τμήματα, προκειμένου ανάλογα με τη μορφολογία κάθε τμήματος να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης και βοσκή κ.λπ. Επίσης, επισκέπτονταν το κτήμα, το επέβλεπαν, ως δικό τους και προέβαιναν σε οριοθέτησή του, απέτρεπαν σε τρίτους, να προβούν σε καταπατήσεις. Πλέον η ευρύτερη περιοχή του επίδικου ακινήτου έχει πλήρως ενταχθεί στον αστικό ιστό και αποτελεί τμήμα του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ... (στα όμορα του ακινήτου οικόπεδα έχουν ανεγερθεί πολυκατοικίες). Μετά την ένταξη της ευρύτερης έκτασης στο σχέδιο πόλεως, οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών και ακολούθως οι ίδιες ασκούσαν στο επίδικο πράξεις νομής, που προσιδιάζουν σε αστικής φύσης ακίνητα και συγκεκριμένα, οριοθέτηση, περίφραξη, επίβλεψη, επισκέψεις και εκμίσθωση στον μισθωτή ονόματι Π. Σχετικά καταθέτει με σαφήνεια ο μάρτυρας των εναγουσών - εφεσιβλήτων στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη εξέταση του, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, ο οποίος αντλεί τη γνώση των όσων καταθέτει, πέραν της ιδίας αντίληψης, και από υπερήλικες που γνωρίζουν την περιοχή. Συνεπώς, οι διάδοχοι του Α. Κ. έγιναν κύριοι της όλης έκτασης του κτήματος. περιλαμβανομένου και του επιδίκρυ, με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-9-1915, κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ,,αφού με βάση αυτό ήταν δυνατή η χρησικτησία και επί δημοσίων κτημάτων. Η κυριότητα αυτή των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, δεν ανατράπηκε μετά τις 11-9-1915, με άσκηση καλόπιστης νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 30 έτη, ώστε να καταστεί αυτό κύριο του όλου επίμαχου κτήματος, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ίδιο προϊσχύσαν β.ρ.δ. ή μεταγενέστερα από 23-2-1946, με άσκηση νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 20 έτη,_σύμφωνα με τις διατάξεις του έκτοτε ισχύοντος Α.Κ... Συνεπώς, και εφόσον αποδείχθηκε ότι από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως τις 11-9-1915, δηλαδή συνεχώς και για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίου και με ανεπίληπτη καλή πίστη, με βάση τους πιο πάνω τίτλους τους, οι προμνημονευόμενοι έμμεσοι δικαιοπάροχοί των εναγουσών, ενώ ποτέ δεν άσκησε διακατοχικές πράξεις το Ελληνικό Δημόσιο, ανεξάρτητα από τη μορφολογία της ευρύτερης έκτασης (αν δηλαδή αυτή ήταν δάσος κατά το έιος 1836 ή λιβάδι το 1833 - 1834 ή, όπως το επίδικο τμήμα της, καλλιεργήσιμος αγρός) έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ. (άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ.). Η κυριότητα των εναγουσών και των εμμέσων δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου, που θεμελιώθηκε κατά τα άνω στην έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε στις 11-9-1915, μεταβιβάστηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγουσών κμι τελικώς στις ίδιες, με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά αναφέρθηκαν". Επομένως το Εφετείο, δεχθέν, με βάση τις παραδοχές αυτές, ότι συνεπληρώθη στο πρόσωπο των απώτερων ως άνω δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων εναγόντων πρωτότυπος τρόπος κτήσεως της κυριότητος ήτοι έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, ορθώς έκρινε και δεν παρεβίασε τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου Ν8 κωδ. (7.39.), 9 παρ.1Β6 (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν.20 παρ.12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1) 10.17 και 48 Πανδ. (941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν.11 Πανδ. (44.3), ν.3 κωδ. 7, 30, ν.11. Κωδ. 7, 32 παρ.12, άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών" άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3-2-1839 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16-6-1830 και 1/19-7-1830, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28-3-1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1 ν.3/15-12-1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ.17/29-11-1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ.26/4/8-5-1838 από 26-6/8-7-1836 και 2/14-10-1836, του της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του Ν.ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15-6-1926 "Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης" ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι διέλαβε, τόσον ως προς το ζήτημα της συνδρομής της ενδιάθετης καταστάσεως της καλής πίστεως στο πρόσωπο του αρχικού δικαιοπαρόχου Α. Κ. και των διαδόχων του, όσον και ως προς το θέμα της άσκησης διακατοχικών πράξεων υπ'αυτών επί του επιδίκου, σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες περιέχουσες τα περιστατικά από τα οποία ανελέγκτως συνήγαγε την συνδρομή των στοιχείων αυτών. Ενόψει τούτων αμφότεροι οι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των εδ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, άλλως για έλλειψη νόμιμης βάσεως επί του άνω ζητήματος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-11-2019 (αρ. κατ. 1061/2019) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1191/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ