Αριθμός 1195/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ρ. του Κ. και 2) Κ. Ρ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σπανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-4-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 19-4-2021 (αριθμ. κατάθ. 2143/263/2021), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 67/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 1-2-2019 (αριθμ. κατάθ. 10329/583/2019) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας την με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία ήταν ασφαλισμένη, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του (αμέλεια), τον τραυματισμό του πρώτου ενάγοντος-πρώτου αναιρεσείοντος ως οδηγού της με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και υλικές ζημίες σ' αυτήν, ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησαν δε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση(θετική ζημία) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 178/2020 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ο πρώτος των εναγόντων, οδηγός της με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, απορρίφθηκε κατ' ουσία η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την, από 28-1-2020 (αριθμ. κατάθ. 9376/655/2020), έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, όπως εξειδικεύονται οι διατάξεις που παραβιάστηκαν και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής τους. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την ως άνω έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 649/2022, ΑΠ 12/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 2696/1999(Κ.Ο.Κ.), ορίζεται ότι ''οι σημάνσεις των οδοστρωμάτων με διαγραμμίσεις ή αναγραφή λέξεων ή απεικόνιση συμβόλων χρησιμοποιούνται για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας ή για την προειδοποίηση ή καθοδήγηση αυτών που χρησιμοποιούν οδούς είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με πινακίδες σήμανσης ή σηματοδότες για να τονιστεί ή να διευκρινιστεί η σημασία αυτών'', ενώ κατά την παρ. 2 ''τα κύρια είδη των σημάνσεων επί των οδοστρωμάτων με διαγραμμίσεις είναι: α) οι κατά μήκος διαγραμμίσεις .'', κατά δε την παρ. 8 του ίδιου άρθρου '' στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται: α) να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής, β) να διαβαίνουν την εκ διπλών διακεκομμένων γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής, όταν η διαγράμμιση αυτή διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις, γ) σε μία συνεχή γραμμή και άλλη παραπλεύρως διακεκομμένη, να διαβαίνουν τη συνεχή γραμμή, όταν κινούνται επί της πλευράς αυτής, επιτρεπόμενης της κίνησης και του προσπεράσματος από την πλευρά της διακεκομμένης. Στην περίπτωση αυτή, η συνεχής γραμμή δεν εμποδίζει τον οδηγό ο οποίος προσπέρασε κατά τον επιτρεπόμενο τρόπο να επανέλθει στην κανονική του θέση επί του οδοστρώματος ...''. Εξάλλου, από τα άρθρα 12 και 19 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, το άρθρ. 12 παρ. 1 ορίζει ότι "... οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους ...". Επίσης, α) κατά το άρθρ. 19 παρ 1 "... ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2 "... ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε ... τις συνθήκες κυκλοφορίας ... , κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβληθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, γ) κατά το άρθρο 19 παρ. 3 του ίδιου νόμου "... ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..., ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας ..." (ΑΠ 550/2021, ΑΠ 797/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 17 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής: Κατά την παράγραφο 1 αυτού "... ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον, εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας ...'' και κατά την παράγραφο 3 ''το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις: α) ..., β) όταν ο οδηγός που προπορεύεται στην αυτή λωρίδα κυκλοφορίας δώσει σήμα ότι προτίθεται να προσπεράσει άλλον, γ)όταν η λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία θα χρησιμοποιήσει ο οδηγός κατά το προσπέρασμα, δεν είναι ελεύθερη σε αρκετή απόσταση μπροστά του, κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ταχύτητας του οχήματός του, κατά το χρόνο του προσπεράσματος, και εκείνης των οχημάτων, τα οποία προτίθεται να προσπεράσει, να μην εκθέσει σε κίνδυνο ή παρεμποδίσει τους ερχόμενους αντίθετα''. Τέλος, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου: "1. ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2. Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) ... , β) ..., γ) ... ".Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 453/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020). Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 453/2022). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε δήθεν από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8 περ. γ' και 21 παρ. 1 του ν. 2696/1999 προβαίνοντας σε εσφαλμένη μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ως άνω διατάξεις, αλλά και προσδίδοντας σε αυτές διαφορετική έννοια από την αληθινή με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή. Επίσης, με τον συναφή δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις διαλαμβάνοντας ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε. Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την με αριθ. 67/2021 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''... . Την 22 Αυγούστου 2018, περί ώρα 16:10, ο πρώτος εναγόμενος ήδη πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) Δ. Σ., οδηγούσε στην Πάρο την με στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, όπου επέβαινε η J. R. W.. Η εν λόγω μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής Aprillia, τύπου scooter, 124 κυβικών, ανήκε στον Ι. Λ., ο οποίος του την είχε εκμισθώσει, και ασφαλιζόταν, για τις προκαλούμενες εκ της κυκλοφορίας της ζημίες προς τρίτους, στη δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία Υδρόγειος α.α.α.ε. Ο ανωτέρω κινείτο στο ύψος του 5ου χιλιομέτρου της διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, επαρχιακής οδού Παροικιάς - Πούντας, με φορά προς την Παροικιά. Εκεί η οδός σχηματίζει δεξιά καμπύλη και μετά ευθεία ενόσω το οδόστρωμα εκτείνεται κατά πλάτος στα 6,20 μέτρα, έχοντας διαμορφωμένα δεξιό πρανές πλάτους 1,60 μ. και αριστερό έρεισμα 2,60μ. Για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας υπάρχει, μόνο, οριζόντια σήμανση, με κατά μήκος επί του άξονος του καταστρώματος διαγράμμιση, η οποία διαχωρίζει τις λωρίδες των αντίθετων ρευμάτων πορείας. Η εν λόγω διαγράμμιση στο τμήμα της δεξιάς στροφής αποτελείται από δύο συνεχείς γραμμές - απαγορεύουσες αμφιμερώς το προσπέρασμα - και στο έδαφος της ευθείας, η οποία προσδίδει καλή ορατότητα, εξελίσσεται σε μια συνεχή γραμμή αριστερά με παραπλεύρως διακεκομμένη ομοία στη λωρίδα με διεύθυνση προς Παροικιά, επιτρέποντας την κίνηση και το προσπέρασμα των οχημάτων στους χρησιμοποιούντες την πλευρά αυτή (άρθρο 5 § 8 περ. γ του Κ.Ο.Κ.). Η ταχύτητα, μολονότι δεν δηλώνεται με πινακίδα, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 40 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά τον παραπάνω χρόνο, επικρατούσε καλοκαιρία, η ροή των κυκλοφορούντων οχημάτων ήταν κανονική και όπισθεν της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας έβαινε λευκό επιβατηγό αυτοκίνητο. Μετά τη σχηματιζόμενη καμπύλη, ευρισκόμενος πλέον, στην ευθεία, ο Δ. Σ. αποφάσισε να εξέλθει με αριστερή στροφή από τη συγκεκριμένη λωρίδα κυκλοφορίας. Άναψε, λοιπόν, τον αριστερό δείκτη κατευθύνσεως (φλας), για να γνωστοποιήσει στους λοιπούς χρήστες της οδού τον προτιθέμενο ελιγμό του και προοδευτικά πλησίασε τον άξονα του οδοστρώματος. Όταν αυτός είδε ότι τα οπίσθια οχήματα τον προσπερνούσαν από τα δεξιά και, συγχρόνως, το αμέσως ακολουθούν λευκό όχημα είχε μειώσει, ως όφειλε, την ταχύτητά του, για να τον διευκολύνει, βεβαιώθηκε πως είχε γίνει αντιληπτή η άνω πρόθεσή του, οπότε, αφού διαπίστωσε ότι δεν θα παρακώλυε τους κινούμενους στη ζώνη του αντίθετου ρεύματος, άρχισε να διαγράφει την αριστερή στροφή του (άρθρα 21 §§ 1 και 2, 23 § 2 του Κ.Ο.Κ.). Παραλλήλως, έπειτα από το λευκό αυτοκίνητο ερχόταν ομορρόπως η, με στοιχεία κυκλοφορίας ..., 595 κυβικών, δίκυκλη μοτοσικλέτα που ανήκε στην κυριότητα του δεύτερου ενάγοντος ήδη δεύτερου εκκαλούντος, (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) Κ. Ρ. και οδηγείτο από τον - μη διαθέτοντα άδεια οδηγήσεως για τη συγκεκριμένη κατηγορία οχήματος - πρώτο ενάγοντα ήδη πρώτο εκκαλούντα, (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) Μ. Ρ., έχοντας επιβάτιδα τη Ι. Λ.. Πλην όμως, ο οδηγός αυτής (Μ. Ρ.) θεώρησε, εσφαλμένως ότι το λευκό επιβατηγό απλώς αργοπορούσε, δίχως να εξετάσει εάν υπήρχε αιτία που συνέβαινε τούτο. Έτσι, θέλησε να ενεργήσει προσπέρασμα, ώστε να το περάσει και να τεθεί εμπρός. Για αυτό ελίχθηκε αριστερά και, εισελθών στο αντίθετο ρεύμα (προς Πούντα), ανέπτυξε ταχύτητα. Αλλά δεν είχε, προηγουμένως ελέγξει εάν η λωρίδα κυκλοφορίας που θα χρησιμοποιούσε ήταν ελεύθερη μπροστά του σε τόση απόσταση που θα του επέτρεπε την τελείωση της προσπάθειάς του με ασφάλεια, για τους λοιπούς εκεί κινουμένους. Ήδη δε στο αντίρροπο, προς Πούντα, ρεύμα βρισκόταν καθέτως και η προπορευόμενη ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία, εκείνη την ώρα, είχε, σχεδόν, ολοκληρώσει την προδιαγραφείσα πορεία της. Αντιληφθείς ο πρώτος ενάγων ήδη πρώτος εκκαλών, Μ. Ρ. την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, επιχείρησε τροχοπέδηση. Λόγω, όμως, της αυξημένης ταχύτητάς του, αυτό δεν ήταν αρκετό να απομακρύνει τον κίνδυνο και η οδηγούμενη από τον ίδιο ... μοτοσικλέτα προσέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της στην αριστερή πλευρά της ... μοτοσικλέτας. Τα δύο δίκυκλα έχασαν την ισορροπία τους, ανετράπησαν και συρόμενα, μαζί, κατέληξαν στο άκρο της λωρίδος κυκλοφορίας προς Πούντα, με επακόλουθο την πρόκληση ζημιών στα εμπλακέντα οχήματα και τον τραυματισμό των αναβατών τους. Οι συνθήκες του ατυχήματος προκύπτουν με ενάργεια από τα συνταχθέντα - υπό των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων που διενήργησαν την προανάκριση - πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας όπου ευκρινώς αποτυπώνονται η κοινή αρχική πορεία των μοτοσικλετών, οι επί του οδοστρώματος προκληθείσες από αυτές χαραγές και οι τελικές θέσεις τους, ενόσω επιβεβαιώνονται από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, στις οποίες εμφαίνονται τα σημεία πλήξεως των εμπλακέντων οχημάτων. Υπό τα προϊστορηθέντα γεγονότα, το επίδικο ατύχημα ως και οι εξ αυτού προξενηθείσες ζημίες των εναγόντων ήδη εκκαλούντων επήλθαν, αποκλειστικώς, εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού της άνω ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, Μ. Ρ.. Η αμέλειά του συνίσταται στο ότι αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και υπό τις άνω περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει. Ειδικότερα, ούτος προτίθετο να ενεργήσει προσπέρασμα και - όντας ημέρα και ευθεία - είχε την ευχέρεια, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα των χρηστών της οδού, να πραγματοποιήσει την οδηγική του επιλογή, δίχως να δημιουργήσει επισφαλή κατάσταση για τους άλλους. Εντούτοις, δεν ερεύνησε, όπως υποχρεούταν και μπορούσε, τη θέση της έτερης μοτοσικλέτας αλλά, στράφηκε αριστερά και ανέπτυξε ταχύτητα, χωρίς να βεβαιωθεί, προηγουμένως, ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια, οπόταν δεν αντελήφθη έγκαιρα το σύννομο ελιγμό της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας. Ο οδηγός Μ. Ρ. ομολογεί ότι δεν είχε καθόλου διακρίνει την παρουσία της ... μοτοσικλέτας και η μάρτυρας αποδείξεως δηλώνει ότι το συγκεκριμένο όχημα το είδαν, αφού "Είχαμε ξεκινήσει να κάνουμε προσπέραση". Δηλονότι, ο ανωτέρω, μη επιδείξας την ιδιαίτερη προσοχή που όφειλε, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, παραβαίνων, τοιουτοτρόπως, τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 19 § 1, 17 §§ 1 και 3 περ. γ' του Κ.Ο.Κ.. Απεναντίας, ο εναγόμενος ήδη εφεσίβλητος οδηγός της ... μοτοσικλέτας, Δ. Σ., δεν ηδύνστο να προβλέψει την αιφνίδια - λόγω της αυξημένης ταχύτητάς της - εμφάνιση της ... μοτοσικλέτας και, ένεκα τούτου, δεν πρόλαβε να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό. Σε συνέπεια αυτών ουδεμία υπαιτιότητα συντρέχει στο πρόσωπό του, για την πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο θα είχε αποφευχθεί εάν ο Μ. Ρ. δεν επιχειρούσε το επίμαχο προσπέρασμα με τον προεκτεθέντα τρόπο. Συνεπαγωγικώς, αφού δεν στοιχειοθετείται υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου ήδη πρώτου εφεσίβλητου οδηγού, η αγωγή καθίσταται-σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στη μείζονα σκέψη - αναπόδεικτη και, δια τούτο, απορριπτέα. Άρα, ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του επίδικου τροχαίου συμβάντος είναι ο πρώτος ενάγων ήδη πρώτος εκκαλών, Μ. Ρ., και απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία ... ''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την, από 28-1-2020 έφεση κατ` ουσία, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντα Μ. Ρ., στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8 περ. γ' και 21 παρ. 1 και αυτές των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 17 παρ. 1 και 3 περ. γ' του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ενώ επίσης, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του, η οποία επομένως έχει νόμιμη βάση, ενώ καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες δικαίου. Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε ότι τα δύο οχήματα κινούνταν, στη Πάρο, στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από Πούντα προς Παροικιά με προπορευόμενη την με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ότι αυτός μετά τη σχηματιζόμενη καμπύλη στο 5ο χλμ της οδού, ευρισκόμενος πλέον, στην ευθεία της οδού προς Παροικιά, της οποίας η κατά μήκος διαγράμμιση στο τμήμα αυτό της ευθείας, επειδή αποτελείται από μια συνεχή γραμμή αριστερά με παραπλεύρως διακεκομμένη γραμμή στη λωρίδα με διεύθυνση προς Παροικιά, επιτρέπει την κίνηση και την υπέρβαση (προσπέρασμα) των οχημάτων στους οδηγούς που κινούνται στην πλευρά αυτή στην οποία κινείτο και ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός, αποφάσισε να εξέλθει με αριστερή στροφή από τη συγκεκριμένη λωρίδα κυκλοφορίας και ότι αφού κατέστησε γνωστή την πρόθεσή του αυτή με αφή του αριστερού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), για να γνωστοποιήσει στους λοιπούς χρήστες της οδού που τον εξακολουθούσαν τον προτιθέμενο ελιγμό του, προοδευτικά πλησίασε τον άξονα του οδοστρώματος και όταν είδε ότι τα κινούμενα πίσω από αυτόν οχήματα τον προσπερνούσαν από τα δεξιά και, το αμέσως ακολουθούν αυτόν λευκό όχημα να έχει μειώσει, όπως όφειλε, την ταχύτητά του, για να τον διευκολύνει και βεβαιώθηκε ότι είχε γίνει αντιληπτή η ως άνω πρόθεσή του, αφού διαπίστωσε ότι δεν παρακωλύει τους κινούμενους στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, άρχισε να διαγράφει την αριστερή στροφή του, πλην όμως ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός της με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος ακολουθούσε το ως άνω λευκό όχημα, στη δεξιόστροφη ως προς την πορεία του στροφή, επιχείρησε υπέρβαση αυτού αν και η διαγράμμιση στο τμήμα της δεξιάς στροφής αποτελείται από δύο συνεχείς γραμμές οι οποίες απαγορεύουν αμφιμερώς την υπέρβαση, ώστε να τεθεί μπροστά από αυτό και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού δηλαδή αυτό προς Πούντα, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως αν η λωρίδα αυτή κυκλοφορίας που θα χρησιμοποιούσε ήταν ελεύθερη μπροστά του και σε τόση απόσταση που θα του επέτρεπε να ολοκληρώσει την προσπάθειά του με ασφάλεια για τους κινουμένους σε αυτή οδηγούς, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας στην αριστερή πλευρά της προπορευόμενης με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και η οποία εκείνη την ώρα, είχε, σχεδόν, ολοκληρώσει την προδιαγραφείσα σύννομη πορεία της. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και ειδικότερα ως προς την υπέρβαση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό της διαγράμμισης κατ' άρθρο 5 παρ. 8 περ. γ' του ν. 2696/1999, πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού κρίση του Δικαστηρίου ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθούν και ως ουσιαστικά αβάσιμες, αφού λεπτομερώς περιγράφεται ο τόπος και ο χρόνος του ατυχήματος (πλάτος οδοστρώματος και ερεισμάτων της οδού, καθώς και του κάθε ρεύματος πορείας, η ύπαρξη δεξιάς στροφής για τους κινούμενους από Πούντα προς Παροικιά οδηγούς, η κατά μήκος διαγράμμιση του οδοστρώματος με διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση επί της δεξιάς στροφής απαγορεύουσα την υπέρβαση και στη συνέχεια επί της ευθείας, όπου υπάρχει καλή ορατότητα, συνεχής γραμμή αριστερά με παραπλεύρως διακεκομμένη στη λωρίδα με κατεύθυνση προς Παροικιά η οποία επιτρέπει την υπέρβαση των οδηγών που κινούνται σε αυτήν, όπως ο πρώτος αναιρεσίβλητος), αναφέρεται η πορεία και η κατεύθυνση των οχημάτων, αναλύεται επίσης η οδηγητική συμπεριφορά καθενός των οδηγών, μνημονεύεται ο τρόπος σύγκρουσης, τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, η πορεία και η τελική θέση αυτών μετά τη σύγκρουση, αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού, συνισταμένη στο ότι αυτός, όπως προεκτέθηκε, δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του οχήματος που οδηγούσε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε κατ` αντικειμενική κρίση, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει και αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι κανόνες της ασφαλούς οδήγησης, που ορίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κ.Ο.Κ. αυτός, ενώ είχε την πρόθεση να ενεργήσει υπέρβαση προπορευόμενου αυτοκινήτου και, όντας ημέρα και ευθεία, είχε την ευχέρεια, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα των χρηστών της οδού, να πραγματοποιήσει την οδηγική του επιλογή δίχως να δημιουργήσει επισφαλή κατάσταση για τους άλλους, εντούτοις δεν ερεύνησε, όπως είχε υποχρέωση και μπορούσε, τη θέση της προπορευόμενης του αυτοκινήτου μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αλλά ενήργησε αριστερή υπέρβαση χωρίς να βεβαιωθεί, προηγουμένως, ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια, οπόταν δεν αντελήφθη έγκαιρα το σύννομο ελιγμό της με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και επέπεσε επ' αυτής, διευκρινίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον άνω προπορευόμενο οδηγό και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε στο ρεύμα πορείας του από το οποίο σύννομα και επιτρεπτά, αφού κατέστησε γνωστή την πρόθεσή του στους κινούμενους πίσω από αυτόν οδηγούς, επιχείρησε να εξέλθει αριστερά από την λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο. Οι ανωτέρω παραδοχές είναι σαφείς και δικαιολογούν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έχει νόμιμη βάση με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, τις οποίες επομένως δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου. Συνακόλουθα, οι ερευνώμενοι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, άλλως ως απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 19-4-2021 (αριθμ. καταθ. 2143/263/2021), αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 67/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ