Αριθμός 1235/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Α)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Υ. Κ..Τ..Ε..Λ.. Ν.. Λ. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Κ. του Α., και 2) Σ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Β) Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. Κ. του Α., και 2) Σ. Τ. του Δ., κατοίκων ...ς, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Υ. Κ..Τ..Ε..Λ.. Ν.. Λ. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2014 αγωγή των ήδη Α αναιρεσιβλήτων-Β αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν η 355/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 23/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η Α αναιρεσείουσα με την από 24-2-2017 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1470/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Εκδόθηκε η 234/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η Α αναιρεσείουσα με την από 22-7-2020 αίτησή της και οι Β αναιρεσείουσες με την από 15-12-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 22-7-2020 και 15-12-2020 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 234/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 573 Κ.Πολ.Δ. καθόσον υπάγονται στην ίδια διαδικασία, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής : Με την από 27-5-2014 αγωγή τους οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, είχαν εκθέσει ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 26-10-2009 έως 28-2-2014 η πρώτη και από 1-1-2011 έως 28-2-2014 η δεύτερη ως εισπράκτορες στα διώροφα λεωφορεία της εναγόμενης. Ότι παρά το γεγονός ότι οι ανωτέρω συμβάσεις συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων ότι θα χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις έργου, αυτές (οι συμβάσεις) υπέκρυπταν ουσιαστικά μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εναγόμενη την 28.2.2014 κατήγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις χωρίς να τους καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας και να αναγνωρισθεί, μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων τους που έγινε νομότυπα με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που περιέχεται στα πρακτικά συζήτησης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τις προτάσεις τους, ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 12.070,38 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.3.2014 έως 28.2.2014, νομιμοτόκως, β) άλλως και επικουρικώς το ποσό των 3.004,19 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης νομιμοτόκως, γ) το ποσό των 10.774,52 ευρώ για αμοιβή υπερωρίας και δ) το ποσό των 5.686,52 ευρώ για αμοιβή από απασχόληση τις Κυριακές και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα α) το ποσό των 11.846,23 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας, β) άλλως και επικουρικώς το ποσό των 1.965,6 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, γ) το ποσό των 3.949,53 ευρώ ως αμοιβή για εργασία τις Κυριακές και δ) το ποσό των 2.557,13 ευρώ, ως αποζημίωση για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας, όλα τα ανωτέρω κονδύλια, νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επιπλέον, ενόψει ότι τα υπό της εναγομένης καταβαλλόμενα σ' αυτές μηνιαίως ποσά κάλυπταν τα κατώτατα όρια των αποδοχών που προέβλεπαν οι οικείες ΣΣΕ και ΔΑ για την ειδικότητα του εισπράκτορα έως τον Ιούλιο 2012 και παρέμειναν στα ίδια επίπεδα μέχρι την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα α) το ποσό των 7.880,91 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών και για επιδόματα εορτών και αδείας, β) το ποσό των 6.457 ευρώ ως αμοιβή υπερεργασίας γ) το ποσό των 1.064,64 ευρώ για προσαύξηση λόγω νυκτερινής εργασίας και δ) το ποσό των 3.444,97 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και στη δεύτερη ενάγουσα : α) το ποσό των 5.442,1 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών και για επιδόματα εορτών και αδείας, β) το ποσό των 4.605,6 ευρώ, ως αμοιβή υπερεργασίας, γ) το ποσό των 8.483,2 ευρώ για αμοιβή υπερωρίας και δ) το ποσό των 766,08 ευρώ ως προσαύξηση λόγω νυχτερινής εργασίας, όλα τα ανωτέρω κονδύλια, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως και επικουρικώς, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συνδέονταν με την εναγομένη με άκυρη σύμβαση εργασίας, τα προαναφερόμενα ποσά που αφορούν διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, υπερεργασία, υπερωρίες, νυχτερινή εργασία, απασχόληση κατά την Κυριακή και τις αποδοχές μη ληφθείσης αδείας, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 355/2015 απόφασή του έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις αυτής, κύρια και επικουρική και ακολούθως δέχτηκε την κύρια βάση της αγωγής, ως βάσιμη και κατ' ουσία. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μόνο κατά την κύρια βάση της αγωγής, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 13-7- 2015 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία παραπονέθηκε για λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή, ώστε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, ως προς την κύρια αυτής βάση, εξέδωσε τη με αριθμό 23/2017 απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας, έτσι, την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχτεί την αγωγή, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ως βάσιμη κατ` ουσίαν κατά την κυρία βάση της. Ακολούθως, εκδόθηκε η με αριθμό 1470/2018 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη με αριθμό 23/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και παραπέμφθηκε, κατ` άρθρο 580 παρ. 3 του KΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 του KΠολΔ, ήτοι περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, ο οποίος παραδεκτά είχε προβληθεί πρωτοδίκως και επαναφερθεί ενώπιόν του με το δεύτερο λόγο της εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο οι ένδικες συμβάσεις ήταν άκυρες λόγω μη προσκομιδής του πιστοποιητικού καταλληλότητος από άποψη υγείας, ήταν αβάσιμος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ, άρθρο 5 στοιχ. 2 περ. β'(αα) του π.δ. 246/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4199/2013, με το οποίο προστέθηκε στην περ. β (αα) εδάφιο β¨, και το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 4530/2018, με το οποίο προστέθηκε νέο εδάφιο, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα. Στη συνέχεια ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, "...πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της διάγνωσης του αμφισβητηθέντος κύρους των ενδίκων συμβάσεων εργασίας και ως προς τα συνεχόμενα προς αυτό κεφάλαια ή κονδύλια της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο ......προκειμένου να εκκαθαριστούν οι υπόλοιπες οικονομικές αξιώσεις των εναγουσών, που ασκήθηκαν με την ένδικη αγωγή". Επαναφερθείσης της υπόθεσης προς συζήτηση, το Τριμελές Εφετείο ...ς, που επιλήφθηκε, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ` άρθρο 581 παρ.1 και 2 του KΠολΔ, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 1470/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, το οποίο κατά τα ανωτέρω, αναίρεσε εν μέρει την με αριθμό 23/2017 προηγούμενη απόφασή του και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 234/2020 οριστική του απόφαση. Με την απόφαση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεσμευόμενο από την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου και συμμορφούμενο προς αυτήν δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την πιο πάνω αναιρετική απόφαση επιλύθηκε νομικό ζήτημα, καθόσον κρίθηκε αμετάκλητα, ότι οι ένδικες συμβάσεις ήταν άκυρες ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καθόσον οι ενάγουσες εστερούντο ιατρικού πιστοποιητικού υγείας, στοιχείο απαραίτητο για την εγκυρότητά τους, στη συνέχεια δε, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της υπό της εναγομένης ασκηθείσης εφέσεως, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της εν λόγω υπόθεσης, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που δεν είχε ερευνηθεί κατ' ουσία από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ειδικότερα, το Εφετείο, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση εισήχθη και συζητήθηκε, δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, τα ακόλουθα: α) ότι η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που δεν αναιρέθηκαν διατηρεί την ισχύ της και δεσμεύει το ίδιο, ως δικαστήριο της παραπομπής, διότι υφίσταται δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε από την αναιρεθείσα και ήδη αμετάκλητη απόφαση με αρ.23/2017, β) ότι η επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι ορισμένη και νόμιμη, όπως έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από το πρωτόδικο δικαστήριο, γ) ότι οι ενάγουσες δικαιούνται με βάση τις άκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου το βασικό τους μισθό, το επίδομα εξομάλυνσης και το διαχειριστικό επίδομα, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως με δύναμη δεδικασμένου, δ) ότι οι ώρες εργασίας των εναγουσών κατά την παροχή υπερεργασίας, νυχτερινής εργασίας, εργασίας τις ημέρες της Κυριακής κλπ καθώς και το επίδομα εξομάλυνσης, έχουν κριθεί τελεσιδίκως και καλύπτονται από το δεδικασμένο, οι δε αιτιάσεις της εναγομένης είναι απαράδεκτες. Κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου ...ς με αρ. 234/2020, παραπονείται το κάθε διάδικο μέρος με τους σχετικούς λόγους της αναιρέσεώς του, η έρευνα των οποίων ακολουθεί: Α. Επί της από 22-7-2020 αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας " Υ. Κ..Τ..Ε..Λ.. Ν.. Λ. Α.Ε.". Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο την αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γάμου, τέκνων και προϋπηρεσίας, δηλαδή επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού. Η ωφέλεια αυτή πάντως δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 58/2015, 131/2015, 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010). Εξ άλλου, ο πλουτισμός του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν ήταν σε θέση να προβεί στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Δηλαδή η εκ μέρους του πλουτίσαντος εργοδότη απασχόληση άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον πλουτισμό, αλλά λαμβάνεται υπόψη υποθετικά και μόνο για τον προσδιορισμό της αξίας της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από τη λήψη των υπηρεσιών του απασχοληθέντος μισθωτού, στο πλαίσιο της μεταξύ τους άκυρης σύμβασης εργασίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 KΠολΔ (ΑΠ 1728/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 KΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.1 KΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, 1165/2019, 1892/2017, 1283/2017, 597/2015). Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας το πρώτον, μετά την παραπεμπτική με αρ. 1740/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, έκρινε αυτήν ορισμένη, αν και στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται, για το ορισμένο αυτής, τα αναγκαία κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προυπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε και συγκεκριμένα του άρθρου 904 ΑΚ και έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη, υποπίπτοντας έτσι στις εκ του άρθρου 559 αριθμός 1, 8, 10 και 19 του KΠολΔ, πράγματι όμως από τους αρ. 8, 14 του ιδίου άρθρου, καθόσον, δεν εκτίθενται σ' αυτή τα προσόντα που κατέχουν οι αναιρεσίβλητες για τη θέση του εισπράκτορα, όπως ορίζονται στο π.δ. 246/2006 και επί της οποίας υπολογίζουν τις αξιώσεις τους, οι οποίες συνιστούν και την ωφέλεια, που υποχρεούται να τους αποδώσει λόγω της ακυρότητος των συμβάσεων εργασίας τους και θα κατέβαλλε υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας σε άλλο πρόσωπο με τις ίδιες με τις αναιρεσίβλητες ικανότητες και τα προσόντα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο δε ενόψει ότι η αγωγή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον για την πληρότητα της από την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, εκτίθεται ότι οι αξιώσεις των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων προς απόδοση του πλουτισμού της αναιρεσείουσας, από την παροχή σε αυτή εργασίας στο πλαίσιο λειτουργίας άκυρων συμβάσεων εργασίας, με βάση τις οποίες πράγματι απασχολήθηκαν κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα και ότι η ωφέλεια της εναγομένης-αναιρεσείουσας συνίσταται στα κατώτερα όρια αμοιβών που προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ και θα κατέβαλλε σε άλλο πρόσωπο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, είναι δε αδιάφορο το εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν προέβη ή δεν θα προέβαινε σε κάθε περίπτωση στην πρόσληψη άλλων μισθωτών με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προς κάλυψη των αναγκών της και δεν είναι απαραίτητο, ενόψει των αιτουμένων με την αγωγή κατώτερων προβλεπομένων αμοιβών, που είναι αυτοδικαίως περιεχόμενο κάθε έγκυρης συμβάσεως εργασίας, να αναφέρονται και τα ειδικότερα για την κάθε μια εκ των αναιρεσιβλήτων προσόντα και ικανότητες. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων περί αοριστίας της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσης της αγωγής, δεχόμενο ότι αυτή είναι ορισμένη, με την παραδοχή: "Σημειώνεται ότι η επικουρικά σωρευόμενη βάση της αγωγής τους, πέραν του ορισμένου αυτής ως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη έχει κριθεί τελεσίδικα με ισχύ δεδικασμένου και δεν επανεξετάζεται". Με την παραδοχή αυτή το Εφετείο ήχθη σε ορθό αποτέλεσμα, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, δοθέντος ότι η με αρ. 23/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου δεν αναιρέθηκε εν μέρει με την 1470/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά καθ' ολοκληρίαν, ως προς την κυρία βάση της αγωγής από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς, η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση αυτής, που δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως, εξετάζεται στο σύνολο της, μη υφισταμένου δεδικασμένου. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και η προσβαλλομένη απόφαση που δεν την απέρριψε για το λόγο αυτό υπέπεσε στις εν λόγω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε, ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του KΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, για τον λόγο αυτό, απέρριψε την ύπαρξη ή δέχθηκε την ύπαρξή του. Αν η απόφαση δεν ασχολήθηκε με το δεδικασμένο που προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αλλά ενδεχομένως λόγος από τον αριθμό 8. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου αυτού, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ. Α.Π. 15/1998, Α.Π. 416/2019, 960/2015, 1115/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στο Δικαστήριο της παραπομπής, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 16 του KΠολΔ, ότι, δηλαδή, ερευνώντας την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν ερεύνησε το ορισμένο, νόμιμο και ουσία βάσιμο των αγωγικών αξιώσεων των εναγουσών-εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το επίδομα εξομάλυνσης, την υπερωριακή τους απασχόληση και απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές, δεχόμενο παρά το νόμο ότι υφίσταται δεδικασμένο, που απορρέει από τη με αριθμό 23/2017 απόφαση του Εφετείου ...ς, η οποία δεν αναιρέθηκε ως προς τα κεφάλαια αυτά από την με αριθμό 1740/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από την επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι αυτή δέχτηκε, αναφορικά με τις ως άνω αξιώσεις των εναγομένων, τα εξής: "...Σημειωτέον ότι οι ώρες εργασίας που εργάσθηκαν οι ενάγουσες παρέχοντας υπερεργασία, νυχτερινή εργασία, εργασία τις ημέρες της Κυριακής κ.λπ. καθόσον και το επίδομα εξομάλυνσης που δικαιούνται έχουν κριθεί τελεσιδίκως και καλύπτονται από το δεδικασμένο...". Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της παραπομπής, έσφαλε, καθόσον, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η με αριθμό 23/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου με αρ. 355/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, η οποία δέχτηκε την κυρία βάση της αγωγής από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και επεδίκασε τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, αναιρέθηκε στο σύνολό της από τη με αριθμό 1470/2018 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία δεν περιόρισε, με σχετική διάταξη, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους και, ως εκ τούτου, η εφετειακή απόφαση απέβαλε πλήρως την ισχύ της, η οποία, μετά ταύτα, δεν παράγει δεδικασμένο, επί οιουδήποτε ζητήματος αυτή έκρινε, οι δε διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την έκδοση αυτής (άρθρο 579 παρ. 1 του KΠολΔ) και το δικαστήριο της ουσίας όφειλε να ερευνήσει την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και τις σ' αυτήν στηριζόμενες αξιώσεις, ως προς το νόμιμο και ουσία βάσιμο αυτών, εξ αρχής Επομένως, ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του KΠολΔ και όχι και από τους αριθμούς 1, 19 του αυτού άρθρου, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, το δικαστήριο της παραπομπής, παρά το νόμο δέχτηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο απέρρεε από τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της με αριθμό 23/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ...ς, που αποφάνθηκε επί της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής και ότι, συνεπώς, εφόσον τα σχετικά κεφάλαια δεν ανατράπηκαν από την με αριθμό 1470/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπήρξε μερική αναίρεση αυτής, δεν μεταβιβάστηκαν προς νέα κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι βάσιμος. Β. Επί της από 15-12-2020 αιτήσεως αναιρέσεως των εναγουσών Δ. Κ. του Α. και Σ. Τ. του Δ. και ήδη αναιρεσειουσών. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 περ. γ` Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, κύριας, πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κ.λπ. (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 670/2016, 962/2013). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το συναφές αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο (ΑΠ 850/2009), καθώς και όταν η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση, πρόσθετους λόγους ή τις προτάσεις κατά περίπτωση και ως προς το φερόμενο ως μη δικασθέν από το Εφετείο αίτημα (άρθρ. 522 Κ.Πολ.Δ), [ΑΠ 571/2021, 467/2019, 670/2016, 465/2015]. Με τους μοναδικούς πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ` του ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών για επιδίκαση των αγωγικών αξιώσεών τους, που αφορούσαν το αίτημα καταβολής αποδοχών μη ληφθείσης αδείας και το αίτημα επιδίκασης αποζημιώσεως απόλυσης, τα οποία είχαν γίνει δεκτά ως βάσιμα κατ' ουσία από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχαν μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ασκηθείσα υπό της εναγομένης-αναιρεσίβλητης έφεσή της. Το Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της προαναφερθείσης εφέσεως της εναγομένης, δικάζοντας επί της επικουρικής βάσεως της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που δεν είχε ερευνηθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκανε, όπως προαναφέρθηκε, δεκτή εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσία. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει .ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι τα προαναφερθέντα αιτήματα α) καταβολής αποδοχών μη ληφθείσης αδείας και β) επιδίκασης αποζημιώσεως απολύσεως, περιείχοντο στην υπό κρίση αγωγή των εναγουσών και ότι οι συναφείς αξιώσεις τους οφείλονται εκ του νόμου και επί απλής σχέσεως εργασίας, παρά ταύτα δεν αποφάνθηκε επ' αυτών ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της. Η δε κρίση της προσβαλλομένης ότι "Οι διαφορές μισθών που διεκδικεί η ενάγουσα (πρώτη και δεύτερη) δεν πρέπει να της επιδικασθούν καθόσον η αμοιβή της ήταν υπέρτερη του νομίμου μισθού", σαφώς και αναφέρεται σε άλλο κεφάλαιο της ένδικης αγωγής. Εξάλλου και ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, όπως προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, ότι οι αναιρεσείουσες-ενάγουσες έλαβαν την αντίστοιχη αποζημίωση απολύσεως, με την προσκομιδή και επίκληση των σχετικών εγγράφων, που αποδείκνυαν την ουσιαστική βασιμότητά του, ουδόλως ερευνήθηκε από το Εφετείο, ούτε βέβαια περιελήφθη στην προσβαλλομένη απόφαση σχετική κρίση και στη συνέχεια συναφής διάταξη στο διατακτικό της. Επομένως, οι ως άνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Μετά απ' αυτά, μη υπαρχόντων άλλων λόγων προς έρευνα, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, κατά της με αριθ. 234/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ...ς, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων και να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση ως προς τα ως άνω προσβληθέντα κεφάλαια αυτής αλλά και ως προς τα λοιπά μη προσβληθέντα κεφάλαια, ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα προσβληθέντα. Επίσης, οι αναιρεσίβλητοι της κάθε αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, αντιστοίχως, που υπέβαλαν προτάσεις (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναίρεσης και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ` ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση (ΑΠ 1893/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 234/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς εκδόθηκε μετά την 1470/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 23/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 170, 180 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 22-7-2020 και 15-12-2020 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 234/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Αναιρεί την 234/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια. Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και την αναιρεσίβλητη της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, να κατάβάλουν, στην αναιρεσείουσα της πρώτης αιτήσεως και στις αναιρεσείουσες της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, αντιστοίχως, για τη δικαστική τους δαπάνη το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Αυγούστου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ