Αριθμός 594/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Ι. Β. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο και 2) Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 38071/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Ιουνίου 2011 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 793/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμ. 60/9-6-2011 και 61/9-6-2011 των αναιρεσειόντων Ι. Β. και Ν. Γ., αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 38071/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι παραδεκτές, εφόσον έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει, λόγω του ότι είναι συναφείς, να συνεκδικασθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. α του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια του ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμοδία, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση με το άρθρο 31 παρ.1 περ. η του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά τον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχόμενου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ.1, 4 του Ν. 2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως ή αποδοχής των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι το πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 38071/2011 απόφασή του, με την οποία οι ήδη αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν κατ' έφεση για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών έκαστος, δέχθηκε μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στο ακροατήριο, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του πρώτου εκκαλούντος-κατηγορούμενου, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα, στη ..., την 30-05-2003, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η από 29-05-2003 έκθεση ελέγχου του Προϊσταμένου 14ου ΤΕΚ Αθηνών, που αποτελεί την έναρξη παραγραφής των διωκομένων εγκλημάτων κατ' άρθρο 2 παρ. 8, 9 ν. 2954/2001, διαπιστώθηκε ότι κατά το έτος 2000, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξαν το αδίκημα της φοροδιαφυγής, διότι απεδέχθησαν εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα, με την ιδιότητά τους ως διαχειριστών της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΥΡΩ-ΙΔΕΑ", που εδρεύει στη ... επί της οδού ..., ζήτησαν, έλαβαν και καταχώρησαν στα βιβλία της προαναφερόμενης επιχείρησης τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και παρά ταύτα απεδέχθησαν αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α' και 2 και 98 ΠΚ, 19 παρ. 1, 4, 21 του Ν. 2523/1997, όπως το άρθρο 21 παρ. 10 αντικ. από το άρθρο 2 παρ.8, 9 του Ν. 2954/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου? με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι αναιρεσείοντες με την ιδιότητά τους ως διαχειριστών της εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" με μερικότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος αποδέχθηκαν και καταχώρησαν στα τηρούμενα βιβλία της εταιρείας τα αναφερόμενα αναλυτικά στο διατακτικό κατά παραπομπή από το σκεπτικό τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία είναι εικονικά, αφού δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές συναλλαγές που να είχαν πραγματοποιηθεί. Ενώ ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του προδιαληφθέντος εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος διαλαμβάνει και τον ενδεχόμενο δόλο δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην απόφαση. Ούτε απαιτείται σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ως πρόσθετο στοιχείο για την υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, αφού αυτό τελέσθηκε υπό την ισχύ του ν. 2523/1997, ο οποίος δεν αξιώνει το στοιχείο αυτό, η δε αναφορά στην απόφαση, ότι οι αναιρεσείοντες είχαν σκοπό την απόκρυψη της φορολογητέας ύλης έγινε ως εκ περισσού και δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Εξάλλου το ότι το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως δεν καθιστά την αιτιολογία ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκειμένη περίπτωση λεπτομερές και εκτεταμένο και καλύπτει την απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως. Ως προς την επιμέρους αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν αναφέρεται από ποια στοιχεία προέκυψε η ανυπαρξία των συναλλαγών των αναιρεσειόντων που αναφέρονται στα φερόμενα ως εικονικά φορολογικά στοιχεία και από ποια στοιχεία σχημάτισε το Δικαστήριο την κρίση του περί ανυπαρξίας αυτών πρέπει να σημειωθεί ότι προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο για την περί ενοχής κρίση του έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα στο σύνολό τους τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα απ' αυτά και δεν ήταν απαραίτητη ειδικότερη αναφορά τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ούτε αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων καθώς και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου 2523/1997, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κτλ, και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης της ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επ' αυτού, αναφορικά με το χρόνο τέλεσης να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ" στην παρ.10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 ΠΚ του ίδιου κώδικα, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου κώδικα, από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν άλλως ορίζεται (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, όχι πάνω από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα, που αρχίζει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 38071/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση (αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων) που φέρεται ότι τελέσθηκε την 30-5-2003, σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών έκαστος. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 27-5-2011, ο συνήγορος των κατηγορουμένων πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής της προαναφερομένης αξιόποινης πράξεως και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ' αυτών ποινική δίωξη, λόγω παρόδου οκταετίας από του χρόνου τελέσεως της πράξεως αυτής μέχρι της εκδικάσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επί του ισχυρισμού αυτού η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο (ΑΠ 764/2006, Ποιν.Δικ. 2006.1110). Εξάλλου, n παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 τον ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, αναστολή όμως που δεν μπορεί να διαρκέσει για τα πλημμελήματα περισσότερο από τρία χρόνια, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και πολύ περισσότερο όταν προβάλλεται (με αυτοτελή ισχυρισμό). Στην προκείμενη περίπτωση, στους κατηγορούμενους αποδίδεται η παράβαση του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 από κοινού και κατ' εξακολούθηση (έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού και κατ' εξακολούθηση). Η από 29.05.2003 έκθεση ελέγχου του Προϊσταμένου του 14ου ΤΕΚ Αθηνών θεωρήθηκε στις 30.05.2003, που αποτελεί την έναρξη παραγραφής των αδικημάτων και με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στους κατηγορούμενους εντός της πενταετίας ανεστάλη η παραγραφή τους, έκτοτε δε και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στην παρούσα δίκη (27.05.2011) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και επομένως τα αδικήματα που αποδίδονται στους κατηγορούμενους δεν έχουν παραγραφεί Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί παραγραφής της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώ αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της παραγραφής με το να δεχθεί ότι είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου, για την οποία δέχθηκε ότι έλαβε χώρα την 30-5-2003, και όχι ο χρόνος εκδόσεως των άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων (έτος 2000), και με την παραδοχή ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (27-5-2011) δεν έχει παρέλθει η οκταετία, απορρίπτοντας, ακολούθως, τον περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της άνω πράξεως ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, σωστά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές περί παραγραφής διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί παραγραφής της ως άνω αξιόποινης πράξης και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 60 και 61/9-6-2011 δύο αιτήσεις του Ι. Β. του Α. και Ν. Γ. του Δ., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 38071/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ