Αριθμός 1268/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Γεώργιο Παπαγεωργίου Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Δ., 2) Α. Μ. του Δ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες την γονική μέριμνα α) Δ. Μ. του Γ., β) Λ. - Μ. Κ. του Π. σύζυγο Δ. Μ., κατοίκων … Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 737/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1639/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/9/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 123/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 29.09.2017 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων ύστερα από την υπ' αριθμ. 123/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Με την από 29.09.2017 και με ειδ. αριθ. κατάθ.669/09.10.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1639/06.04.2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των τότε εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 737/20.02.2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της τότε εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη της αναφερόμενης σ' αυτή καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών. Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1001/2007, ΑΠ 651/2008) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 28/2017,ΑΠ 928/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία"(ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020), ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Δυνάμει της με αριθμ. … σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε στη … Αττικής στις 5-1-2005 μεταξύ της ενάγουσας(και ήδη αναιρεσίβλητης) αφενός και της εδρεύουσας στη … Αττικής εταιρείας με την επωνυμία «Φ. G.. D.. F. Α. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «G.. D.. F. «Α., νομίμως εκπροσωπηθείσας από τον πρώτο εναγόμενο (και ήδη πρώτο των αναιρεσειόντων) και τον πατέρα της δεύτερης ανήλικης εναγόμενης (και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) Δ. Μ., η πρώτη χορήγησε στην τελευταία, η οποία έχει ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως δυνάμει της με αριθμ. 1040/1-12-2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πίστωση μέχρι του ποσού των 5.200.000 ευρώ, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή όρους και συμφωνίες, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται και οι συμφωνίες, α) ότι η πίστωση θα εξυπηρετείται και θα αποδεικνύεται με έναν ή περισσότερους λογαριασμούς που θα τηρούνται μεταξύ της πιστοδότριας τράπεζας και της πιστούχου εταιρείας (όρος 3.1), β) ότι ο λογαριασμός θα κλείνει περιοδικά ανά εξάμηνο ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους (όρος 4.3), γ) ότι η πιστοδότρια τράπεζα θα γνωστοποιεί με επιστολή της στην πιστούχο το υπόλοιπο του λογαριασμού που θα προκύπτει κατά το ως άνω περιοδικό κλείσιμο, καθώς και το ποσό των τόκων που θα οφείλονται κατά το διάστημα αυτό, η δε πιστούχος οφείλει, αφού ελέγξει τα κονδύλια του λογαριασμού και εφόσον συμφωνεί με αυτά, να αναγνωρίσει εγγράφως το υπόλοιπό του και τους οφειλόμενους τόκους (όρος 5.1), δ) ότι η πιστοδότρια τράπεζα δικαιούται να κλείσει οριστικά την πίστωση οποτεδήποτε και χωρίς προηγούμενη καταγγελία ή ειδοποίηση της πιστούχου και των λοιπών ενεχομένων, ιδίως εάν διαπιστώσει ενέργειες της πιστούχου ή των συνενεχομένων με αυτή εγγυητών, που μειώνουν τη φερεγγυότητά τους (π.χ. μεταβιβάσεις περιουσιακών τους στοιχείων) ή πληροφορηθεί την ύπαρξη δυσμενών στοιχείων σε βάρος τους (π.χ. διαμαρτυρήσεις συναλλαγματικών, σφράγιση επιταγών για οποιονδήποτε λόγο, έκδοση διαταγών πληρωμής σε βάρος τους, πλειστηριασμό περιουσιακών τους στοιχείων κ.λ.π.) και εκτιμά, σύμφωνα με τα τραπεζικά κριτήρια, ότι τυχόν καθυστέρησή της να κλείσει οριστικά την πίστωση και τους λογαριασμούς, μέσω των οποίων αυτή εξυπηρετείται, θα επιφέρει βλάβη στα συμφέροντά της (όρος 6.1.3) και ε) ότι η πιστοδότρια τράπεζα δικαιούται να αξιώσει από την πιστούχο να της παράσχει, προς εξασφάλιση της απαίτησής της από τη σύμβαση και τις τυχόν αυξητικές αυτής συμβάσεις, μεταξύ άλλων, εμπράγματη ασφάλεια σε ακίνητα δικά της ή τρίτων (όρος 8.1.1) ή ενέχυρο σε αξιόγραφα, χρεόγραφα, απαιτήσεις ή σε άλλα κινητά πράγματα, η αξία των οποίων θα καλύπτει επαρκώς, κατά την κρίση της τράπεζας, το εκάστοτε υπόλοιπο των απαιτήσεών της (όρος 8.1.2), σε περίπτωση μη πληρωμής των ανωτέρω τίτλων κατά τη λήξη τους, η πιστοδότρια δικαιούται να τα επιστρέψει ανείσπρακτα στην πιστούχο η οποία οφείλει να τα εξοφλήσει αμέσως, άλλως να τα αντικαταστήσει με άλλα ή να παράσχει στην τράπεζα άλλη εξασφάλιση της προτιμήσεώς της (όρος 8.8), η δε πιστούχος και οι εγγυητές, ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθούν και να ελέγχουν την λήξη των αξιογράφων ή άλλων τίτλων που θα προσκομίζουν (όρος 8.9). Στην προαναφερόμενη σύμβαση, συμβλήθηκαν εκ τρίτου ως εγγυητές, ο πρώτος εναγόμενος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πιστούχου, ο υιός του Δ. Μ., αντιπρόεδρος του ΔΣ της πιστούχου και η σύζυγός του Α. Μ., μέλος του ΔΣ της πιστούχου, οι οποίοι εγγυήθηκαν, την τήρηση των όρων της σύμβασης και την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση του εκάστοτε υπολοίπου της πίστωσης και των εν γένει εξόδων αυτής, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες, ατομικά, εις ολόκληρον και αλληλεγγύως με την πιστούχο εταιρεία, παραιτούμενοι ρητά από την ένσταση διζήσεως ... και από όλα τα δικαιώματα και τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 853, 858, 862, 863, 866, 867, 868 και 439 του ΑΚ, αποδέχθηκαν την εφάπαξ ή διαδοχική αύξηση του ορίου της πίστωσης σε οποιοδήποτε ποσό, χωρίς τη σύμπραξη ή τη συναίνεσή τους και συμφώνησαν ότι, κάθε αναγνώριση της οφειλής που θα γίνεται στο μέλλον από την πιστούχο, κατά τα άρθρα 873 και 874 του ΑΚ, θα υποχρεώνει και τους ίδιους, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκαν, πλέον τόκων, ανατοκισμών και λοιπών επιβαρύνσεων (όρος 14). Ακολούθως και δυνάμει της με αριθμ. 7157001932/1001 σύμβασης αύξησης ορίου της πίστωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ των ως άνω συμβληθέντων (πιστούχου και εγγυητών) στη …Αττικής στις 24-1-2007 και η οποία κατά τα συμφωνηθέντα αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της ως άνω αρχικής σύμβασης και διέπονταν υπό τους αυτούς με εκείνη όρους και συμφωνίες, αυξήθηκε κατά το ποσό των 800.000 ευρώ το ποσό της χορηγηθείσας πίστωσης, η οποία ανήλθε στο συνολικό ποσό των 6.000.000 ευρώ. Για την εξυπηρέτηση της χορηγηθείσας πίστωσης, η πιστοδότρια ενάγουσα τήρησε τους με αριθμ. …, … και … ανοικτούς (αλληλόχρεους) λογαριασμούς, μέσω των οποίων η πιστούχος έκανε χρήση, οι οποίοι στις 31-12-2008 εμφάνιζαν χρεωστικά υπόλοιπα ύψους, 2.987.940,69 ευρώ, 807.806,61 ευρώ και 457.517,92 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία αναγνώρισε ανεπιφύλακτα η πιστούχος με τις από 31-12-2008 τρεις επιστολές της προς την ενάγουσα, η αναγνώριση δε αυτή των προσωρινών χρεωστικών υπολοίπων από την πιστούχο, δέσμευε κατά τα συμβατικώς συμφωνηθέντα (όρος 14.3.2) και τον πρώτο εναγόμενο εγγυητή, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ'ουσίαν του ισχυρισμού του τελευταίου ότι ο σχετικός όρος της σύμβασης, ως προδιατυπωμένος γενικός όρος συναλλαγών, είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος, καθότι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, συνέπραξε με την ελεύθερη βούλησή του στην κατάρτιση των συμβάσεων εγγύησης, οι όροι των οποίων, όπως και ο επίμαχος, απετέλεσαν αντικείμενο ειδικής διαπραγμάτευσης μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας τράπεζας, η οποία του παρέσχε τις αναγκαίες διευκρινήσεις, κατανοώντας πλήρως τη δεσμευτικότητα και τις έννομες συνέπειες που απέρρεαν από τον όρο αυτό, τις οποίες και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, προς τούτο μάλιστα εγένετο και ειδική μνεία στο τέλος του κειμένου της κάθε εγγυητικής σύμβασης (όρος 18.6), η οποία καλύφθηκε με την υπογραφή του πρώτου εναγόμενου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πιστούχος εταιρεία, προς ασφάλεια της πίστωσης που της χορηγήθηκε, ενεχυρίασε στην πιστοδότρια ενάγουσα επιταγές εκδόσεως τρίτων, κυρίως πελατών της. Από τον Ιανουάριο όμως του έτους 2009, μέρος των ενεχυριασμένων αυτών επιταγών παρουσίασε πρόβλημα ρευστοποίησης και κυρίως οι επιταγές εκδόσεως ενός από τους βασικότερους πελάτες της πιστούχου και δη της εταιρείας «Ι. Α.", της οποίας η οικονομική κατάσταση κατέστη δυσχερής, γεγονός που έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό με δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο και είχε ως αποτέλεσμα, αρκετές τράπεζες, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, να επιχειρήσουν να προεισπράξουν τις μεταχρονολογημένες επιταγές της εταιρείας αυτής, οι οποίες λόγω μη πληρωμής τους, δημιούργησαν σημαντικές επισφάλειες. Πλέον συγκεκριμένα, στις 26-1-2009, μέρος των ενεχυριασμένων στην ενάγουσα επιταγών των εταιρειών «Ψ. Ε. Κ. Σ. «Ε. και «Ι. Α.", συνολικού ύψους 2.982.000 ευρώ, παρουσίασαν πρόβλημα ρευστότητας. Προς τούτο η ενάγουσα ζήτησε από την πιστούχο, κατά τα συμβατικώς συμφωνηθέντα (όρος 8.8) να άρει τη δημιουργηθείσα αυτή επισφάλεια, η τελευταία δε, κατά το χρονικό διάστημα από 27-1-2009 έως 28-4-2009, προέβη σε αντικατάσταση και πληρωμή μέρους των επιταγών των ως άνω εταιρειών, συνολικού ποσού 1.280.000 ευρώ, ενώ κατά το εναπομείναν ποσό του 1.702.000 ευρώ, δημιουργήθηκε αντίστοιχη επισφάλεια στη σύμβαση πίστωσης. Προσέτι, κατά το χρονικό διάστημα από 21-4-2009 έως 23-4-2009 σφραγίσθηκαν στο επί της ... κατάστημα της ενάγουσας, με την αιτιολογία "ανεπαρκές υπόλοιπο", πέντε (5) ενεχυριασμένες σ' αυτή επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς συνολικού ποσού 320.000 ευρώ, έκδοσης της εταιρείας με την επωνυμία "Γ..Δ.. Μ. Κ. Σ. Ε."υπό την οποία λειτουργούσε το φαρμακείο του πρώτου εναγόμενου - εγγυητή της πίστωσης ο οποίος ήταν ομόρρυθμος αυτής εταίρος και δη οι επιταγές με αριθμούς …ποσού 60.000 ευρώ, ... ποσού 80.000 ευρώ, ... ποσού 60.000 ευρώ, ... ποσού 60.000 ευρώ και ... ποσού 60.000 ευρώ, με βάση τις οποίες η ενάγουσα πέτυχε στη συνέχεια την έκδοση των με αριθμ. ... και ... διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν των προαναφερομένων δυσμενών εξελίξεων και δη, λόγω της μεγάλης επισφάλειας των ενεχυριασμένων επιταγών και της συνεπεία αυτής αυξανόμενης αποδυνάμωσης των ασφαλειών της πίστωσης η οποία δεν εξασφαλιζόταν εμπραγμάτως, η πιστοδότρια τράπεζα, κάλεσε τον πρώτο εναγόμενο, με τον οποίο ήδη ευρίσκετο σε συνεχή επαφή και γνώριζε τη δημιουργηθείσα ως άνω κατάσταση, σε επίσημη συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28-4-2009. Κατ' αυτή, η ενάγουσα του ζήτησε να τακτοποιήσει άμεσα τις οικονομικές εκκρεμότητες που δημιουργήθηκαν από την ποιότητα των εξασφαλίσεων που είχε παράσχει η πιστούχος εταιρεία την οποία εκπροσωπούσε, πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε αδυναμία. Προς τούτο η ενάγουσα, προκειμένου να εξασφαλίσει την ως άνω απαίτησή της, ζήτησε την παροχή συναινετικών βαρών πρώτης σειράς για ποσό 3.000.000 ευρώ επί ακινήτων ιδιοκτησίας της πιστούχου ή των εγγυητών αυτής, ισόποσης τουλάχιστον εμπορικής αξίας. Στο ως άνω αίτημα, ο πρώτος εναγόμενος πρότεινε την εγγραφή συναινετικών βαρών επί οικοπέδου συνιδιοκτησίας του στη … Κρήτης επί του οποίου κατασκεύαζε εξοχικές κατοικίες οι οποίες ήταν ημιτελείς, με ταυτόχρονη όμως περαιτέρω χρηματοδότησή του. προκειμένου να ολοκληρώσει την κατασκευή τους και να τις μεταβιβάσει περαιτέρω λόγω πωλήσεως. Η ενάγουσα, ενόψει των συνθηκών που προεκτέθηκαν, του κατέστησε σαφές ότι δεν προτίθεται να εξετάσει το αίτημά του για παροχή νέας χρηματοδότησης και του αντιπρότεινε να συναινέσει στην εγγραφή βαρών σε άλλα αστικά ακίνητα, μεγαλύτερης διασφαλιστικής αξίας, όπως η οικία του στη … ή το εξοχικό του στην … Στην αντιπρόταση αυτή, ο πρώτος εναγόμενος επιφυλάχθηκε να απαντήσει μέχρι την επομένη ημέρα (29-4-2009). Το σχετικό αίτημά της για την παροχή συναινετικών βαρών, απέστειλε εγγράφως η ενάγουσα, όπως είθισται σ' αυτές τις περιπτώσεις, στην πιστούχο και στους εγγυητές (μεταξύ των οποίων και στον πρώτο εναγόμενο), με την από 28-4-2009 επιστολή της με την οποία τους γνωστοποιούσε επιπλέον ότι, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας θα προέβαινε στο κλείσιμο των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την πίστωση, τους κοινοποιήθηκε δε η επιστολή αυτή αυθημερόν με δικαστικό επιμελητή... Σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής, η πιστούχος και οι εγγυητές κοινοποίησαν στην ενάγουσα με δικαστικό επιμελητή την από 29-4-2009 επιστολή τους, με την οποία της γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να συναινέσουν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 3.000.000 ευρώ επί τμήματος ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου που βρίσκεται στη θέση … περιοχής … του Δήμου … του νομού …, επιφάνειας 9 περίπου στρεμμάτων, στο οποίο είχε ξεκινήσει η κατασκευή συγκροτήματος 30 παραδοσιακών κρητικών κατοικιών, για την αποπεράτωση των οποίων υπολειπόταν το ποσό του 1.500.000 ευρώ. Την αυτή ημέρα με τη λήψη της ως άνω απαντητικής επιστολής, η ενάγουσα ενημερώθηκε από τη διεύθυνση των νομικών υπηρεσιών της και από τους συνεργαζόμενους νομικούς της συμβούλους, ότι οι εγγυητές της πίστωσης, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-2009 έως 29-4-2009, είχαν μεταβιβάσει, το σύνολο σχεδόν των ελεύθερων βαρών περιουσιακών τους στοιχείων και δη : 1) με το με αριθμ. …2009 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαρίας Ταμβάκη, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως κατά πλήρη κυριότητα δύο οικοδομές επί αγροτεμαχίου επιφάνειας 6.191,33 τ.μ που βρίσκεται στο Δήμο …, συνολικής αξίας κατά το συμβόλαιο 800.000 ευρώ, 2) με τα με αριθμ. …2009, ...-4-2009, ...-4- 2009, ...-4-2009,...-4-2009, ...-4-2009, ...-4-2009 και ...- 4-2009 συμβόλαια της συμβολαιογράφου ... Βικτωρίας Κουνελάκη, πώλησαν σε τρίτους ακίνητά τους στη … Κρήτης, συνολικής αξίας κατά τα συμβόλαια, 917.491 ευρώ και 3) με το με αριθμ. ...-4-2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γλέζου, ο πρώτος εναγόμενος δώρισε στην δεύτερη εναγόμενη ανήλικη εγγονή του (ηλικίας τότε 2 ετών), ένα οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικοδομής και πισίνας που βρίσκεται στο Δήμο…, αντικειμενικής αξίας 634.765,37 ευρώ (επίδικη απαλλοτρίωση). Ενόψει της διαμορφωθείσας ως άνω κατάστασης και λόγω του ότι η πιστούχος αλλά και οι εγγυητές δεν εκπλήρωσαν τις απορρέουσες από την πιστωτική σύμβαση υποχρεώσεις τους, η ενάγουσα στις 29-4-2009 κατήγγειλε κατά τα συμβατικώς συμφωνηθέντα (όρος 6.1.3) τη σύμβαση πίστωσης και προέβη στο οριστικό κλείσιμο των προαναφερόμενων λογαριασμών που τηρούσε για την εξυπηρέτησή της, οι οποίοι εμφάνιζαν χρεωστικό κατάλοιπο ύψους, 2.440.773,87 ευρώ, 600.281,70 ευρώ και 458.043,14 ευρώ αντίστοιχα και συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο 3.499.098,71 ευρώ, γνωστοποίησε δε αυθημερόν ... στην πιστούχο και στους εγγυητές, το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών καθώς και το χρεωστικό κατάλοιπο που προέκυψε από αυτούς σε βάρος τους και τους κάλεσε να προβούν σε άμεση εξόφλησή του, ενέργεια όμως στην οποία δεν προέβησαν. Στη συνέχεια και για τη λογιστική εμφάνιση και παρακολούθηση τα χρεωστικών καταλοίπων, η ενάγουσα τήρησε τους με αριθμ. …και … λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, οι οποίοι εμφάνιζαν στις 31- 12-2009 αλλά και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (30-3-2010), λογιστικά χρεωστικά κατάλοιπα ύψους 692.175,52 ευρώ και 458.043,14 ευρώ αντίστοιχα και συνολικού ύψους 1.150.218,66 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 30-4-2009 (επομένη του κλεισίματος των λογαριασμών) μέχρι τις 31-12-2009, ύψους 79.411,91 ευρώ και 20.110,74 ευρώ αντίστοιχα, διαμορφουμένων έτσι των λογιστικών χρεωστικών καταλοίπων στα ποσά των 771.587,43 ευρώ και 478.153,88 ευρώ αντίστοιχα και του συνολικού λογιστικού χρεωστικού καταλοίπου στο ποσό του 1.249.741,31 ευρώ. Προσέτι η ενάγουσα, παράλληλα με τους ως άνω λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, τήρησε και τον με αριθμ. …λογαριασμό που άρχισε να κινείται στις 7-5-2009, τον οποίο χρέωσε με τα κονδύλια των πραγματοποιηθέντων και οφειλομένων εξόδων τα οποία κατά τα συμβατικώς συμφωνηθέντα βαρύνουν την πιστούχο (όρος 11.3), το συνολικό ύψος των οποίων ανήλθε στις 12-3-2010 στο ποσό των 13.941,37 ευρώ. Τέλος η ενάγουσα, πέτυχε την έκδοση και σε βάρος του πρώτου εναγόμενου - εγγυητή, της με αριθμ. …διαταγής πληρωμής του δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε να της καταβάλει, εις ολόκληρον μετά των λοιπών συνοφειλετών και μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, το συνολικό ποσό των 2.968.927,40 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, το οποίο ήταν οφειλόμενο και απαιτητό κατά τον χρόνο έκδοσής της. Υπό τα εκτεθέντα, πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η κατ' άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση των εναγομένων που νομότυπα προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση από 26-5-2014 έφεσής τους και κατά το σκέλος αυτής με το οποίο ισχυρίζονται ότι, η ενάγουσα άσκησε τα δικαιώματά της από τη σύμβαση πίστωσης καταχρηστικά και κατά παράβαση των χρηστών ηθών και ως εκ τούτου, είναι καταχρηστική και η μετέπειτα άσκηση της υπό κρίση από 24-3-2010 αγωγής της, κρίνεται αβάσιμη στην ουσία της και απορριπτέα. Πλέον συγκεκριμένα, η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας να καταγγείλει την πιστωτική σύμβαση με βάση τον προεκτεθέντα με στοιχ. 6.1.3 όρο αυτής που έγινε κοινά αποδεκτός από τους συμβληθέντες, σύμφωνα με τον οποίο, διατήρησε το δικαίωμά της να κλείσει οριστικά την πίστωση, ιδίως εάν διαπιστώσει ενέργειες της πιστούχου ή των συνενεχομένων με αυτή εγγυητών, που μειώνουν τη φερεγγυότητά τους (π.χ. μεταβιβάσεις περιουσιακών τους στοιχείων) ή πληροφορηθεί την ύπαρξη δυσμενών στοιχείων σε βάρος τους (π.χ. διαμαρτυρήσεις συναλλαγματικών, σφράγιση επιταγών για οποιονδήποτε λόγο, έκδοση διαταγών πληρωμής σε βάρος τους, πλειστηριασμό περιουσιακών τους στοιχείων κ.λ.π) και εκτιμήσει, σύμφωνα με τα τραπεζικά κριτήρια, ότι τυχόν καθυστέρησή της να κλείσει οριστικά την πίστωση και τους λογαριασμούς, μέσω των οποίων αυτή εξυπηρετείται, θα επιφέρει βλάβη στα συμφέροντά της, καθώς και η εν συνεχεία επιδίωξη έκδοσης της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν υπερβαίνει προφανώς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό της καταγγελίας και δεν προσκρούει στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη. Και τούτο, διότι, η μονομερής αυτή καταγγελία της σύμβασης πίστωσης εκ μέρους της ενάγουσας η οποία απετέλεσε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματός της κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, δεν ήταν ούτε εσπευσμένη ούτε άκαιρη, αλλά ήταν αποτέλεσμα της ασυνέπειας την οποία επέδειξε η πιστούχος και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και κυρίως, τόσο ως προς την ποιότητα των παρασχεθέντων εξασφαλίσεων της πίστωσης όσο και ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν και είχαν ως συνέπεια τη δραστική μείωση της φερεγγυότητάς τους. Με δεδομένη δε την επισφάλεια που δημιουργήθηκε κατά τα προαναφερόμενα, από το πρόβλημα ρευστοποίησης μεγάλου ύψους των ενεχυριασμένων από την πιστούχο μεταχρονολογημένων επιταγών τρίτων, την άρνηση του πρώτου εναγόμενου να παράσχει εμπράγματη εξασφάλιση στην ενάγουσα χωρίς νέα χρηματοδότησή του και τη δημιουργηθείσα αφερεγγυότητα του ιδίου και των λοιπών συνεγγυητών λόγω της μεταβίβασης του συνόλου σχεδόν των ελεύθερων βαρών περιουσιακών τους στοιχείων, η ενέργεια της ενάγουσας να προβεί στο οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την πίστωση, ήταν γι' αυτή επιβεβλημένη, προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντά της και να αποτρέψει την επέκταση της οικονομικής της βλάβης, την οποία ούτως ή άλλως υπέστη. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία της πιστούχου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αλλά μόνιμη και διαρκής, λόγος άλλωστε για τον οποίο η τελευταία, δυνάμει της με αριθμ. 1040/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ύστερα από αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Σ. Α." η οποία είχε σε βάρος της ληξιπρόθεσμη απαίτηση συνολικού ύψους 185.576,15 ευρώ, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, αποδείχθηκε δε στη δίκη εκείνη ότι η πιστούχος όφειλε προς τρίτους και ιδίως σε τράπεζες, σημαντικά χρηματικά ποσά, ως χρεωστικά υπόλοιπα από συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο)λογαριασμό που είχε καταρτίσει με αυτές, συνολικού ύψους 20.144.587,08 ευρώ και δη, στην Εμπορική τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 6.469.472 ευρώ, στην τράπεζα EFG Eurobank Ergasias το ποσό των 4.685.251,99 ευρώ, στην τράπεζα Aspis Bank το ποσό του 1.801.592,42 ευρώ και στην τράπεζα Alpha Bank το ποσό των 7.188.270,67 ευρώ, πλέον των οφειλομένων στην ενάγουσα από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα βάσιμα δημιούργησε την πεποίθηση στην πιστούχο ή στους εγγυητές αυτής ότι δεν θα ασκούσε τα ανωτέρω δικαιώματά της στον χρόνο που τα άσκησε, την άσκηση δε αυτή όφειλαν, λόγω της δικής τους ασυνέπειας να προβλέψουν οι τελευταίοι, καθότι εντάσσονταν στις αντικειμενικά προβλέψιμες από αυτούς συναλλακτικές δυνατότητες της ενάγουσας και δεν ήταν άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, η ενέργεια της ενάγουσας να ασκήσει το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης που είχε ως συνέπεια τη λύση αυτής και η εν συνεχεία επιδίωξη έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση το κατάλοιπο αυτής, δεν υπερέβη προφανώς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό της καταγγελίας και δεν προσέκρουσε στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, συνακόλουθα δε, η εκ μέρους της ενάγουσας μεταγενέστερη άσκηση της υπό κρίση από 24-3-2010 αγωγής, δεν έχει εκ του λόγου τούτου καταχρηστικό χαρακτήρα, όπως οι εναγόμενοι αβάσιμα ισχυρίζονται... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 15-4-2009, δυνάμει του με αριθμ. …συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μιχαήλ Γλέζου συζ. Κ. Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ς στον τόμο 31 και με αριθμ.158, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στην δεύτερη εναγόμενη ανήλικη εγγονή του που γεννήθηκε στις 17-3-2007(εκπροσωπηθείσα στο σχετικό συμβόλαιο από τους ασκούντες από κοινού τη γονική της μέριμνα γονείς της), την ανήκουσα στον ίδιο πλήρη κυριότητα επί ενός οικοπέδου μετά της υπάρχουσας σ' αυτό οικοδομής και πισίνας και με το δικαίωμα ανέγερσης επ' αυτού περαιτέρω κτισμάτων, που βρίσκεται στη … Αττικής και επί της οδού .... Πλέον συγκεκριμένα, της μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή, κατά πλήρη κυριότητα, ένα οικόπεδο που βρίσκεται στην περιοχή ... Αττικής εντός του ΟΤ .. της περιφέρειας και του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου.., επιφάνειας 583,06 τ.μ., μετά της ανεγερθείσας σ' αυτό από τον ίδιο (πρώτο εναγόμενο) οικοδομής, αποτελούμενης, α) από υπόγειο, το οποίο περιλαμβάνει, ένα χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου επιφάνειας 40 τ.μ, μία αποθήκη επιφάνειας 35 τ.μ και ένα play room επιφάνειας 70,80 τ.μ, β) από ισόγειο, το οποίο περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα επιφάνειας 152,20 τ.μ, γ) πρώτο και δεύτερο υπέρ το ισόγειο ορόφους, οι οποίοι αποτελούν μια ενιαία κατοικία (μεζονέτα), συνολικής επιφάνειας 185,47 τ.μ και δ) από δώμα - ταράτσα. Επί του οικοπέδου αυτού, έχει κατασκευασθεί με δαπάνες του πρώτου εναγόμενου, μια πισίνα. Η αξία του ανωτέρω μεταβιβασθέντος οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικοδομής και των παραρτημάτων του, αποδείχθηκε ότι ανέρχεται, τόσο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, στο μη αμφισβητούμενο από τους διαδίκους ποσό των 634.765,37 ευρώ. Πλην όμως, η ως άνω δωρεά εν ζωή, έλαβε χώρα καθ' ον χρόνο ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως, τόσο ότι οι λογαριασμοί που εξυπηρετούσαν τη χορηγηθείσα από την ενάγουσα πίστωση, παρουσίαζαν σε βάρος της πιστούχου, για την οποία είχε εγγυηθεί, σημαντικό (χρεωστικό) υπόλοιπο της τάξεως των 4.023.073,83 ευρώ, όσο και ότι οι μεταβιβασθείσες από την τελευταία (πιστούχο) στην πιστοδότρια τράπεζα επιταγές τρίτων ως αξία λόγω ενεχύρου, παρουσίαζαν μεγάλη επισφάλεια, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Η γνώση αυτή του πρώτου εναγόμενου προκύπτει άμεσα και πέραν πάσης αμφιβολίας, όχι μόνο από την ιδιότητά του ως προέδρου, διευθύνοντα συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου εταιρείας, αλλά και από το γεγονός ότι από τις 26-1-2009 και εφεξής, είχε συνεχείς επαφές με τα στελέχη της ενάγουσας, για την αντιμετώπιση του προβλήματος ρευστότητας που είχε παρουσιάσει μέρος των ενεχυριασμένων σ' αυτή επιταγών των εταιρειών «Ψ. Ε. Κ. Σ. «Ε. και «Ι. Α.", συνολικού ύψους 2.982.000 ευρώ. Προέβη δε ο πρώτος εναγόμενος στην εν λόγω μεταβίβαση, καταδολιευτικά, με σκοπό και πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, συνιστάμενη στο ότι αυτός γνώριζε, ότι μετά την γενόμενη στις 15-4-2009 απαλλοτρίωση του ανωτέρω, ελευθέρων βαρών, ακινήτου του και την εν συνεχεία προαποφασισμένη και προγραμματισμένη μεταβίβαση του συνόλου σχεδόν, των επίσης ελεύθερων βαρών, περιουσιακών του στοιχείων που πραγματοποιήθηκε τις αμέσως επόμενες ημέρες και δη, στις 21-4-2009,28-4-2009 και 29-4-2009, η υπόλοιπη εναπομείνασα εμφανής περιουσία του, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία είναι νόμιμη δανείστριά του, καθότι κατά τον χρόνο της επίμαχης μεταβίβασης (15-4-2009), η απαίτησή της (ενάγουσας) ήταν γεγενημένη και είχαν συντελεσθεί τα παραγωγικά αυτής γεγονότα (δικαιοπαραγωγικές συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης), είχε δε αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την πρώτη συζήτηση (9-10-2013) της υπό κρίση από 24-3-2010 αγωγής, αφού είχε προηγηθεί η καταγγελία και συνακόλουθα η λύση της σύμβασης πίστωσης και το κλείσιμο των τηρούμενων για την εξυπηρέτησή της αλληλόχρεων λογαριασμών, που έλαβαν χώρα στις 29-4-2009, μη ασκούντος έννομη επιρροή του γεγονότος ότι η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία έγινε σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος των λογαριασμών. Αντίστοιχα δε, ο πρώτος εναγόμενος, κατέστη οφειλέτης της ενάγουσας από τη σύμβαση εγγύησης, ενεχόμενος για την καταβολή του προκύψαντος καταλοίπου των αλληλόχρεων λογαριασμών, ανεξαρτήτως του εάν η ευθύνη του έχει αναγνωρισθεί ή όχι δικαστικά, αφού στην εξεταζόμενη περίπτωση στην οποία κατάγεται αξίωση για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, αρκεί το ότι το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την πίστωση συντελέσθηκε μέχρι την πρώτη συζήτηση (9-10-2013) της υπό κρίση αγωγής. Προσέτι, δεν ασκεί έννομη επιρροή και το ότι ο πρώτος εναγόμενος, έχει ασκήσει μετά της πιστούχου εταιρείας και των λοιπών εγγυητών έφεση κατά της με αριθμ. 940/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η από 28-7-2009 ανακοπή τους και επικυρώθηκε η με αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε με βάση την προεκτεθείσα σύμβαση πίστωσης και τις παρεπόμενες αυτής συμβάσεις εγγύησης, αφού... η κρίση περί της εγκυρότητας ή μη της ως άνω διαταγής πληρωμής, δεν επηρεάζει τα δικαιοπαραγωγικά στοιχεία της υπό κρίση αγωγής διάρρηξης, όπως οι εναγόμενοι αβάσιμα ισχυρίζονται, καθότι στην εξεταζόμενη περίπτωση αρκεί το ότι η απαίτηση της ενάγουσας κατέστη ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ή να είναι εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι δώρισε το προαναφερόμενο ακίνητο στην εγγονή του, όχι με σκοπό να προξενήσει βλάβη στην ενάγουσα, αλλά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και προκειμένου να διευθετήσει τα ζητήματα της περιουσίας του λόγω της βαριά επιδεινούμενης κατάστασης της υγείας του-ήταν καρδιοπαθής από το έτος 1993 οπότε είχε υποβληθεί σε επέμβαση αγγειοπλαστικής-κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού... η εκπλήρωση της ηθικής αυτής υποχρέωσης του οφειλέτη πρώτου εναγόμενου, ακόμη και εάν βρίσκεται μέσα στα επιβαλλόμενα πλαίσια, δεν μπορεί να δικαιολογήσει, ούτε τη βλάβη της δανείστριας τράπεζας, ούτε την προτίμηση της ηθικής αυτής υποχρέωσής του έναντι της νομικής τοιαύτης, με συνέπεια να μην αναιρείται εκ του λόγου τούτου ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της επίμαχης δωρεάς εν ζωή. Τέλος, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι το τίμημα που εισπράχθηκε από την πώληση των προαναφερομένων ακινήτων κατά το χρονικό διάστημα από 21-4-2009 έως 29-4-2009 συνολικής αξίας κατά τα συμβόλαια πώλησης 1.717.491 ευρώ, χρησιμοποιήθηκε για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πιστούχου και για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου των φαρμακείων του ιδίου και του υιού του που λειτουργούσαν με τη μορφή ετερόρρυθμης εταιρείας, επικαλούμενος προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού την άνευ ημερομηνίας έκθεση του οικονομολόγου Κ. Π. που προσκομίζει με επίκληση... δεν αναιρεί την πρόθεσή του να προκαλέσει βλάβη στην ενάγουσα, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, καθότι από την προεκτεθείσα έκθεση, προκύπτει ότι, το ποσό των 335.300 ευρώ που εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος και το οποίο αντιστοιχούσε στην αξία του ποσοστού συγκυριότητάς του επί του τιμήματος των πωληθέντων ακινήτων, δεν το κατέβαλε στην ενάγουσα προκειμένου να μειώσει την υφιστάμενη κατ' εκείνο τον χρόνο οφειλή του, αλλά αντίθετα το χρησιμοποίησε για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου του φαρμακείου του που λειτουργούσε με τη μορφή ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Δ. Μ. K. Σ. Ε..»Ε., η οποία μάλιστα τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους (2009) λύθηκε, λόγω της εξόδου προς συνταξιοδότηση του ομόρρυθμου και κύριου εταίρου αυτής, πρώτου εναγόμενου. Περαιτέρω, από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο άσκησης (30-3-2010) της υπό κρίση από 24-3-2010 αγωγής, ο οποίος... είναι ο κρίσιμος χρόνος για την έρευνα της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και το προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών επί αγωγής διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, ο πρώτος εναγόμενος, είχε στη κυριότητά του τα ακόλουθα εμφανή περιουσιακά στοιχεία : 1) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου έκτασης 4.312,36 τ.μ. κείμενου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου … του Νομού ..., εκτός σχεδίου και στον οικισμό ¨... στην ειδική τοποθεσία ¨...¨, επί του οποίου επρόκειτο να ανεγερθούν τέσσερις ιδιοκτησίες (είχαν κατασκευασθεί τα σκυροδέματα του φέροντος οργανισμού τους) και δη, α) μεζονέτα με τον αριθμό 1 στο κτίριο Α' με υπόγειο επιφάνειας 18,93 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 51,07 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 248,30/1000 εξ αδιαιρέτου, β) διαμέρισμα με τον αριθμό 2 του ισογείου του κτιρίου Β' επιφάνειας 56,13 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 272,90/1000 εξ αδιαιρέτου, γ) διαμέρισμα με τον αριθμό 3 του πρώτου ορόφου του κτιρίου Β επιφάνειας 43,86 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 213,25/1000 εξ αδιαιρέτου και δ) διαμέρισμα με τον αριθμό 4 του κτιρίου Γ' με υπόγειο επιφάνειας 23,27 τ.μ και ισόγειο επιφάνεια: 54,62 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 265,55/1000 εξ αδιαιρέτου, 2) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου έκτασης 1.249,41 τ.μ, άρτιου και οικοδομήσιμου, κείμενου στην κτηματικά περιφέρεια του Δήμου … του Νομού ... στον οικισμό ¨... στην ειδική τοποθεσία ¨...¨, επί του οποίου επρόκειτο να ανεγερθούν εννέα ιδιοκτησίες, η κατασκευή των οποίων δεν είχε ξεκινήσει και δη, α) κατάστημα με τον αριθμό 1 επιφάνειας 49 τ.μ με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 111,08/1000 εξ αδιαιρέτου, β) μεζονέτα με τον αριθμό 2 στο κτίριο Α' με υπόγειο επιφάνειας 38,42 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 38,42 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 113,10/1000 εξ αδιαιρέτου, γ) διαμέρισμα με τον αριθμό 3 του πρώτου ορόφου του κτιρίου Α' επιφάνειας 44,82 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 101,61/1000 εξ αδιαιρέτου, δ) μεζονέτα με τον αριθμό 4 του κτιρίου Α', με υπόγειο επιφάνειας 38,42 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 38,42 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 113,10/1000 εξ αδιαιρέτου, ε) διαμέρισμα με τον αριθμό 5 του πρώτου ορόφου του κτιρίου Α' επιφάνειας 44,82 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 101,61/1000 εξ αδιαιρέτου, στ) μεζονέτα με τον αριθμό 6 του κτιρίου Β' αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 38,42 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 38,42 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 113,10/1000 εξ αδιαιρέτου, ζ) διαμέρισμα με τον αριθμό 7 του πρώτου ορόφου του κτιρίου Β' επιφάνειας 47,70 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 108,13/1000 εξ αδιαιρέτου, η) μεζονέτα με τον αριθμό 8 του κτιρίου Γ' αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 8,75 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 42,05 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 101,33/1000 εξ αδιαιρέτου και θ) μεζονέτα με τον αριθμό 9 του κτιρίου Δ' αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 22,84 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 53,35 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 136,94/1000 εξ αδιαιρέτου, 3) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου έκτασης 1.758,33 τ.μ άρτιου και οικοδομήσιμου, κείμενου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου … του Νομού ... στον οικισμό ¨... στην ειδική τοποθεσία ¨...¨, επί του οποίου επρόκειτο να ανεγερθούν εννέα ιδιοκτησίες η κατασκευή των οποίων δεν είχε ξεκινήσει και δη, α) μεζονέτα με τον αριθμό 1 στο κτίριο Α' αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 22,75 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 48,52 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 133,88/1000 εξ αδιαιρέτου, β) μεζονέτα με τον αριθμό 2 στο κτίριο Α' αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 11,20 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 38,92 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 100,83/1000 εξ αδιαιρέτου, γ) διαμέρισμα με τον αριθμό 3 του πρώτου ορόφου του κτιρίου Α' επιφάνειας 44,79 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 104,07/1000 εξ αδιαιρέτου, δ) διαμέρισμα με τον αριθμό 4 στο ισόγειο του κτιρίου Β' επιφάνειας 51,20 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 118,95/1000 εξ αδιαιρέτου, ε) διαμέρισμα με τον αριθμό 5 του πρώτου ορόφου του κτιρίου Β' επιφάνειας 44,69 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 103,83/1000 εξ αδιαιρέτου, στ) μεζονέτα με τον αριθμό 6 του κτιρίου Γ' αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 11,20 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 38.92 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 100,83/1000 εξ αδιαιρέτου, ζ) μεζονέτα με τον αριθμό 7 του κτιρίου Γ' αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 22,75 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 48,52 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 133,88/1000 εξ αδιαιρέτου, η) διαμέρισμα με τον αριθμό 8 του πρώτου ορόφου του κτιρίου Γ' επιφάνειας 44,79 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 104,07/1000 εξ αδιαιρέτου και θ) μεζονέτα με τον αριθμό 9 του κτιρίου Δ' αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 18,20 τ.μ και ισόγειο επιφάνειας 35,62 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 99,66/1000 εξ αδιαιρέτου, 4) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί χέρσου αγρού έκτασης 500 τ.μ περίπου κείμενου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου … του Νομού ... στον οικισμό ¨... στην ειδική τοποθεσία ¨...¨, κάτω από τον επαρχιακό δρόμο … προς …και 5) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του υπό στοιχ. I-1 καταστήματος που βρίσκεται στο ισόγειο οικοδομής κείμενης επί της ... στη ... Αττικής, επιφάνειας 82,50 τ.μ και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 80/1000 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο ανήκει και η αποκλειστική χρήση της με αριθμ. 1 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφάνειας 23 τ.μ. Η εμπορική (αγοραία) αξία της πλήρους κυριότητας των προαναφερομένων ακινήτων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (30-3-2010), λαμβανομένης υπόψη της αντικειμενικής τους αξίας αλλά και του γεγονότος ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας... η αντικειμενική αξία υπολείπεται της πραγματικής, ανερχόταν : α) για τα προαναφερόμενα με αριθμ. 1 και 2 ακίνητα, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής αντικειμενικής τους αξίας ύψους 1.266.768 ευρώ (υπολογιζόμενης προς 1.600 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο), στο συνολικό ποσό του 1.500.000 ευρώ και όχι στο υπερβολικό ποσό των 3.650.000 ευρώ που ισχυρίζεται ο πρώτος εναγόμενος και συνεπώς, η αξία του ανήκοντος στον τελευταίο ποσοστού εξ αδιαιρέτου, ανερχόταν στο ποσό των 750.000 ευρώ (1.500.000 X 1/2), β) για το με αριθμ. 3 ακίνητο, λαμβανομένης υπόψη της αντικειμενικής του αξίας ύψους 19.770,27 ευρώ, στο ποσό των 82.500 ευρώ, όπως άλλωστε αυτή προσδιορίσθηκε με τη με αριθμ. 1221/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (επί ασκηθείσας ανακοπής κατ' άρθρο 954 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ) και όχι στο υπερβολικό ποσό των 240.000 ευρώ που ισχυρίζεται ο πρώτος εναγόμενος με την υπό κρίση έφεσή του και συνεπώς, η αξία του ανήκοντος στον τελευταίο ποσοστού εξ αδιαιρέτου, ανερχόταν στο ποσό των 41.250 ευρώ (82.500 X 1/2), γ) για το με αριθμ. 4 ακίνητο στο ποσό των 33.500 ευρώ, όπως άλλωστε δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση η οποία ως προς την παραδοχή της αυτή δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης και συνεπώς, η αξία του ανήκοντος στον πρώτο εναγόμενο ποσοστού εξ αδιαιρέτου, ανερχόταν στο ποσό των 16.750 ευρώ (33.500 X 1/2) και δ) για το με αριθμ. 5 ακίνητο μετά του παρακολουθήματός του, λαμβανομένης υπόψη της αντικειμενικής του αξίας ύψους 188.100 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 400.000 ευρώ και όχι στο υπερβολικό ποσό των 531.200 ευρώ που ισχυρίζεται ο πρώτος εναγόμενος και συνεπώς η αξία του ανήκοντος στον τελευταίο ποσοστού εξ αδιαιρέτου, ανερχόταν στο ποσό των 200.000 ευρώ (400.000 X 1/2). Η συνολική δε αγοραία αξία της εμφανούς περιουσίας του πρώτου εναγόμενου κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (30-3-2010), ανερχόταν στο ποσό του 1.008.000 (750.000 + 41.250 + 16.750 + 200.000) ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, επί των με αριθμ. 1 και 2 ως άνω ακινήτων και δυνάμει της με αριθμ. 7157/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα ενέγραψε στις 23-9-2009 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ..., προς εξασφάλιση της ως άνω απαίτησής της, προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.500.000 ευρώ. Πλην όμως, επί των ακινήτων αυτών, υφίστανται εγγεγραμμένα βάρη υπέρ τρίτων δανειστών του πρώτου εναγόμενου, προγενέστερα της υπέρ της ενάγουσας εγγραφείσας προσημείωσης υποθήκης, για συνολικό ποσό 3.100.000 ευρώ και δη, α) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ, εγγραφείσα στις 5-5-2009 υπέρ της τράπεζας "Eurobank Ergasias ΑΕ", β) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Alpha Bank ΑΕ" και γ) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.100.000 ευρώ, εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Attica Bank". Η ενέργεια δε της εναγομένης, να εγγράψει την ως άνω προσημείωση υποθήκης με βάση την εκδοθείσα κατ' αντιδικία προαναφερόμενη δικαστική απόφαση και ενώ ο πρώτος εναγόμενος της είχε προτείνει ... στις 28-4-2009 τη συναινετική εγγραφή προσημείωσης στα ίδια ακίνητα, δεν καθιστά καταχρηστική την εκ μέρους της άσκηση της υπό κρίση από 24-3-2010 αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με το δεύτερο σκέλος της σχετικής ένστασής τους... που νομότυπα προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση από 26-5-2014 έφεσής τους, καθότι η εν λόγω αντιπρόταση του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος δεν δέχθηκε την πρόταση της ενάγουσας για τη συναινετική εγγραφή προσημείωσης επί των ακινήτων του στη … Αττικής που ήταν μεγαλύτερης εξασφαλιστικής αξίας, έγινε υπό τον όρο της ταυτόχρονης νέας χρηματοδότησής του από την ενάγουσα προκειμένου να αποπερατωθούν οι ανεγειρόμενες στο με αριθμ. 1 ακίνητο κατοικίες, την παροχή της οποίας όμως (χρηματοδότησης) απέρριψε η τελευταία, λόγω των συνθηκών της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου ... Σε κάθε δε περίπτωση, η ως άνω ενέργεια της ενάγουσας, δεν αναιρεί την, απαιτουμένη για την αιτούμενη διάρρηξη, προϋπόθεση της αφερεγγυότητας του απαλλοτριώσαντος πρώτου εναγόμενου κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, παρά την ύπαρξη κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης των ως άνω με αριθμ. 1 και 2 ακινήτων που ήταν τότε ελεύθερα βαρών, ενόψει του μεσολαβούντος εξαιρετικά μικρού χρονικού διαστήματος μεταξύ της 29ης-4-2009 οπότε και έλαβε χώρα η σχετική αντιπρόταση του πρώτου εναγόμενου και της 5ης…, οπότε ενεγράφη επ' αυτών η πρώτη κατά σειρά εγγραφής προσημείωση υποθήκης από την τράπεζα "Eurobank Ergasias ΑΕ", το οποίο κατ' αντικειμενική κρίση ήταν ανεπαρκές για την, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, προνομιακή ικανοποίηση της ενάγουσας (έλεγχος τίτλων και έκδοση απόφασης περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης με τη συναίνεση του πρώτου εναγόμενου). Προσέτι, επί των με αριθμ. 3 και 4 ως άνω ακινήτων, η ενάγουσα ενέγραψε στις 11-11-2010 (μετά δηλαδή την άσκηση της υπό κρίση αγωγής) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 400.000 ευρώ. Πλην όμως και επί των ακινήτων αυτών, υφίστανται εγγεγραμμένα βάρη υπέρ τρίτων δανειστών του πρώτου εναγόμενου, προγενέστερα της υπέρ της ενάγουσας εγγραφείσας προσημείωσης υποθήκης, για συνολικό ποσό 3.100.000 ευρώ και δη, α) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ, εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Eurobank Ergasias ΑΕ", β) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Alpha Bank ΑΕ" και γ) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.100.000 ευρώ, εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Attica Bank". Τέλος, επί του με αριθμ. 5 ως άνω ακινήτου, η ενάγουσα ενέγραψε στις …(μετά δηλαδή την άσκηση της υπό κρίση αγωγής) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ. Πλην όμως και επί του ακινήτου αυτού, υφίστανται εγγεγραμμένα βάρη υπέρ τρίτων δανειστών του πρώτου εναγόμενου, προγενέστερα της υπέρ της ενάγουσας εγγραφείσας προσημείωσης υποθήκης, για συνολικό ποσό 2.970.000 ευρώ και δη, α) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.370.000 ευρώ, εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Marfin Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", β) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού του 1.100.000 ευρώ, εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Εμπορική Τράπεζα ΑΕ", γ) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Alpha Bank ΑΕ" και δ) προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, εγγραφείσα στις …υπέρ της τράπεζας "Aspis Bank ΑΕ". Με βάση τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται ότι, ο πρώτος εναγόμενος, κατά τον (κρίσιμο) χρόνο άσκησης (…) της από …αγωγής, είχε καταστεί αφερέγγυος, αφού το σύνολο της αξίας της εμφανούς ακίνητης περιουσίας του, ανερχόμενης κατά τα προαναφερόμενα στο συνολικό ποσό του 1.008.000 ευρώ, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία ανήρχετο τελικώς κατ' αυτόν τον χρόνο, στο συνολικό ποσό του 1.263.682,68 ευρώ (1.249.741,31 ευρώ κατά κεφάλαιο, λόγω της μεσολαβούσας ρευστοποίησης μέρους των ενεχυριασμένων επιταγών που δεν σφραγίσθηκαν και 13.941,37 ευρώ για οφειλόμενα έξοδα), πλέον τόκων, δοθέντος του ότι, επί του συνόλου των εγγεγραμμένων υπέρ της ενάγουσας προσημειώσεων υποθηκών στα ακίνητα του πρώτου εναγόμενου, προηγούντο κατά σειρά εγγραφής, αντίστοιχα βάρη υπέρ άλλων δανειστών του πρώτου εναγόμενου, υπέρτερης συνολικής αξίας σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας. Στο σημείο δε αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, ο πρώτος εναγόμενος, αλυσιτελώς επιχειρεί να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί της μη αφερεγγυότητάς του και περί της ανυπαρξίας πρόθεσής του να προξενήσει βλάβη στην ενάγουσα, παραθέτοντας τα ακίνητα που ανήκουν στους συνεγγυητές της πιστούχου εταιρείας, Δ. Μ. και Α. Μ., αφού ... ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών. Τέλος, αποδείχθηκε... ότι η αξία του επίδικου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης αλλά και κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση από 24-3-2010 αγωγής, συνολικού ποσού 634.765,37 ευρώ, υπερκαλύπτεται από τη συνολική απαίτηση της ενάγουσας ύψους 1.263.682,68 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του ότι ... σε διάρρηξη υπόκεινται στο σύνολό τους και οι χαριστικές δικαιοπραξίες που αποτελούν επίδοση από ελευθεριότητα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η δωρεά εν ζωή που έγινε στα πλαίσια ηθικού καθήκοντος, όπως συνέβη στην εξεταζόμενη περίπτωση, η γνώση δε εκ μέρους των ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα της δεύτερης ανήλικης εναγόμενης, εγγονής του πρώτου εναγόμενου και η μέσω της γνώσης τούτων (γονέων) γνώση και της ιδίας (δωρεοδόχου), της πρόθεσης του πρώτου εναγόμενου να βλάψει τη δανείστρια ενάγουσα, με την προς αυτήν μεταβίβαση λόγω δωρεάς εν ζωή του ως άνω οικοπέδου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, τεκμαίρεται, εξαιτίας της φύσης της δικαιοπραξίας ως χαριστικής, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, η προσβαλλομένη εκποιητική χαριστική δικαιοπραξία, στην οποία προέβη ο πρώτος εναγόμενος με το με αριθμ. ...-4-2009 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή κατά πλήρη κυριότητα αστικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μιχαήλ Γλέζου συζ. Κ./ου Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα, υπόκειται σε ολική διάρρηξη, αφού αυτός, με την ιδιότητά του ως εγγυητής υπέρ της πρωτοφειλέτριας πιστούχου και ευθυνόμενος κατά τα συμφωνηθέντα ως αυτοφειλέτης, ενέχεται για την καταβολή της οφειλής της τελευταίας προς την ενάγουσα, αποδείχθηκε δε... και η συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων των άρθρων 939 και επ του ΑΚ. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, δυνάμει της με αριθμ. 121385/2016 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε αθώος της αποδοθείσας σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών... καθότι η ως άνω ποινική απόφαση, δεν αποτελεί δεδικασμένο έναντι των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά συνεκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στη ίδια κρίση και διέταξε τη διάρρηξη της προσβαλλόμενης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις ως άνω παρατεθείσες ... τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες με τους λόγους της έφεσής τους, κρίνονται αβάσιμα στην ουσία τους και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της, κατά τις προαναφερόμενες κατά περίπτωση αιτιολογίες της παρούσας...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, υπό τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καταλήγοντας στην κρίση ότι η προσβαλλόμενη εκποιητική χαριστική δικαιοπραξία, στην οποία προέβη ο πρώτος των αναιρεσειόντων προς την δεύτερη ανήλικη αναιρεσείουσα, νομίμως εκπροσωπούμενης από τους ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα γονείς αυτής α)Δ. Μ. του Γ. και β)Λ.-Μ. Κ., σύζ. Δ. Μ., με το με αριθμ. ...-4-2009 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή κατά πλήρη κυριότητα αστικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μιχαήλ Γλέζου συζ. Κ./ου Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήρξε καταδολιευτική και, συνεπώς, υπέκειτο σε ολική διάρρηξη, ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέοι και εφαρμόστηκαν, καθώς συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ήτοι: α)ύπαρξη απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, γ)απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης του δανειστή του, καθόσον ο οφειλέτης γνώριζε πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, δ)βλάβη του δανειστή, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση του δανειστή αυτού, με ακριβή περιγραφή της εναπομείνασας περιουσίας που δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης του τελευταίου, ε)η υπάρχουσα αφερεγγυότητα κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και στ) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη του δανειστή του, και συγκεκριμένα γνώση εκ μέρους των ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα γονέων της δεύτερης ανήλικης εναγόμενης, εγγονής του πρώτου εναγόμενου και η μέσω της γνώσης τούτων (γονέων) γνώση και της ιδίας (δωρεοδόχου), της πρόθεσης του πρώτου εναγόμενου να βλάψει τη δανείστρια ενάγουσα, με την προς αυτήν μεταβίβαση λόγω δωρεάς εν ζωή του ως άνω επιδίκου ακινήτου, τεκμαιρόμενη, άλλωστε, και εκ της συγγενικής σχέσης δωρητή-δωρεοδόχου και εξαιτίας της φύσης της δικαιοπραξίας ως χαριστικής, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων των αναιρεσειόντων, που περιλαμβάνονται στο αντίστοιχο τμήμα του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, κατά το αντίστοιχο τμήμα του. Τέλος, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως και, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, ο πρώτος ως άνω λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος, καθό μέρος με τα αντίστοιχα σκέλη του, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.3994/13.7.2011 (ΦΕΚ 165 Α' /25.7.2011) θεσπίσθηκε το πρώτον η υποχρέωση εγγραφής της αγωγής διάρρηξης στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου ή Κτηματολογικού Γραφείου. Με την εγγραφή της σχετικής αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων υπό τη νέα διατύπωση του άρθρου 220 ΚΠολΔ, κάθε δανειστής διαθέτει αυτοτελή αξίωση διαρρήξεως, χωρίς να ωφελείται ή να βλάπτεται από την έκβαση αντίστοιχης αγωγής άλλου δανειστή του οφειλέτη του. Από άποψη δε διαχρονικού δικαίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ.2 του Ν.3994/2011, η υποχρέωση για τη νέα ρύθμιση κατέλαβε μόνο όσες αγωγές κατατέθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του άνω Νόμου, δηλαδή μετά την 25.7.2011, καθώς επίσης και για όσες αγωγές είχαν μεν ασκηθεί πριν την 25.7.2011, αλλά επαρκούσε ακόμη ο χρόνος για την εγγραφή τους, δηλαδή δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα των τριάντα (30)ημερών από την κατάθεση της αγωγής μέχρι την 25.7.2011. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης(άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), η από 24.3.2010 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(τακτική διαδικασία) την 30.3.2010, με αριθμό κατάθεσης 3349/2010, δηλαδή ένα και πλέον έτος πριν τη δημοσίευση του Ν.3994/2011. Κατά συνέπεια δεν υπήρχε όχι μόνο η υποχρέωση, αλλά ούτε η δυνατότητα να εγγραφεί η ως άνω ένδικη αγωγή στα βιβλία διεκδικήσεων του οικείου Υποθηκοφυλακείου, και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες με την κρινόμενη αίτηση δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με την επίκληση της αιτίασης ότι, επειδή η ως άνω αγωγή δεν είχε εγγραφεί εμπρόθεσμα στα βιβλία διεκδικήσεων του οικείου Υποθηκοφυλακείου, θα έπρεπε το Εφετείο να την απορρίψει ως απαραδέκτως ασκηθείσα, και εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν κήρυξε το εν λόγω απαράδεκτο, υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/ 2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη της: α)τις επικληθείσες και προσκομισθείσες στα δικαστήρια της ουσίας αποδείξεις προθεσμιακών καταθέσεων, από τις οποίες φέρεται ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων είχε καταθέσεις στην Εμπορική Τράπεζα κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως 1-7-2009 ποσού 200.000 ευρώ, στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα έως τις 17.11.2009 ποσού 300.000 ευρώ, στην Τράπεζα ATTICA BANK από 23.9.2009 έως 21.4.2009 ποσού 504.000 ευρώ, στην τράπεζα MarfinΕΓΝΑΤΙΑ από 16.12.2008 έως 1.6.2009 ποσού 300.000 ευρώ και στην τράπεζα ΓΕΝΙΚΗ ποσού 300.000 ευρώ, και β)τη νομίμως προσκομισθείσα υπ' αριθμ.121385/1.12.2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατόπιν μηνύσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία απήλλαξε τόσο των πρώτο αναιρεσείοντα, όσο και τους ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα της δεύτερης αναιρεσείουσας γονείς της, ήτοι τον Δ. Μ. του Γ. και την Λ.-Μ. Κ. του Π., από την κατηγορία της καταδολίευσης δανειστών κατά μόνας, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση για τον πρώτο των αναιρεσειόντων και της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών κατά συναυτουργία για τους γονείς της δεύτερης αναιρεσείουσας, και τα οποία έγγραφα και δικαστική απόφαση, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, περί της φερεγγυότητας δηλαδή των αναιρεσειόντων και, συνακόλουθα, στην απόρριψη της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, μη συντρεχούσης ουσιώδους προϋπόθεσης για τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριωτικής πράξης. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου, ρητά, στο προοίμιο της ελάσσονος σκέψης(πρόσθια όψη έβδομου φύλλου) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και "...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα... για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά..., χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς... και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια...", ενώ στην οπίσθια όψη του δέκατου έκτου φύλλου, γίνεται, ειδικώς, ρητή μνεία της ως άνω υπ' αριθμ. 121385/1.12.2016 αθωωτικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που συνεκτιμήθηκε ως δικαστικό τεκμήριο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, ότι κρίσιμο για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για την αφερεγγυότητα του αναιρεσείοντος οφειλέτη ήταν το γεγονός μόνο της αξίας της υπάρχουσας εμφανούς περιουσίας του κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής(30.3.2010), και δη της ακίνητης τοιαύτης, το σύνολο της αξίας της οποίας ανερχόταν στο 1.008.000 ευρώ, πλην, όμως, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, η οποία ανήρχετο τελικώς, κατ' αυτόν τον χρόνο, στο συνολικό ποσό του 1.263.682,68 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων(και όχι, προφανώς, κρίσιμοι οι χρόνοι που φέρονταν ότι εμφάνιζαν υπόλοιπο οι επικαλούμενες κοινές προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται και ποιοι οι συνδικαιούχοι εκάστης εξ αυτών), προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ως άνω έγγραφα και δικαστική απόφαση για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου περιεχομένων στις προτάσεις των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων ισχυρισμών τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί ειδικά και σε χωριστή αξιολόγηση των ως άνω συγκεκριμένων φερομένων ως αγνοηθέντων εγγράφων. Εξάλλου η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών εγγράφων και του αποτελέσματος της προμνησθείσας ποινικής απόφασης θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.09.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1639/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ