Αριθμός 900/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Δήμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ - ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ Α.Β.Ε.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρουμελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 551/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6948/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/12/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 6948/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπον ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ ΑΠ26/2004, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011). Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011) ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/2013). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004 ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993, 597/2005, 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, 1093/ 2011). Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών. Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει κατά τα άνω τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/2011) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 934/2014). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 766/2019, ΑΠ1360/2017, ΑΠ 1763/2011). Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, τους οποίους δεν εφάρμοσε, αν και διαπίστωσε ασάφεια και αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που περιέχονται στο υπ'αριθ.... συμβ/κό προσύμφωνο, δεχόμενο με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, ότι περιεχόμενο της συμφωνίας δεν ήταν η πώληση και μεταβίβαση του βυτιοφόρου οχήματος, αλλά μόνον η παραχώρηση της χρήσεώς του σ'αυτήν ( αναιρεσείουσα) και επικουρικά, αν γίνει δεκτό ότι το δικαστήριο προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, το πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Από την παραδεκτή, κατ'άρθο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα: < Μεταξύ της εταιρείας ΕΚΟ ΑΒΕΕ και της εταιρείας ... ΕΠΕ, της οποίας καθολική διάδοχο αποτελεί η ενάγουσα, υπογράφηκε στις 26-9-1995 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με σκοπό τη λειτουργία του πρατηρίου πετρελαιοειδών που διατηρούσε η ως άνω ΕΠΕ υπό τα εμπορικά σήματα και με προϊόντα της ΕΚΟ ΑΒΕΕ....Τον Οκτώβριο του 1996 και ενώ η εμπορική συνεργασία της πρατηριούχου εταιρείας και της ΕΚΟ ΑΒΕΕ συνεχιζόταν ομαλά, επειδή το πρατήριο είχε υψηλές πωλήσεις καυσίμων με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ανταποκριθεί στην υψηλή καταναλωτική ζήτηση μόνο με τα καύσιμα που του προμήθευε η ΕΚΟ με τα βυτιοφόρα της, τα μέρη συμφώνησαν να παραχωρήσει η ΕΚΟ τη χρήση του επίδικου βυτιοφόρου της που ανήκε στο στόλο της, το οποίο είχε αποκτήσει τον αριθ. κυκλοφορίας ..., στην πρατηριούχο εταιρεία, ώστε να προμηθεύεται η ίδια τα προς πώληση καύσιμα από τα διυλιστήρια της προμηθεύτριάς της. Για το σκοπό αυτό καταρτίστηκε αρχικά η με αριθ. ... συμβ/κή πράξη μεταξύ της ΕΚΟ ΑΒΕΕ και του ..., με την οποία οι ως άνω συμβληθέντες τροποποίησαν το συμβόλαιο και κατήργησαν τον όρο που προέβλεπε την επαναπώληση του ένδικου φορτηγού στον .... Ακολούθως, η ΕΚΟ και η πρατηριούχος εταιρεία σύναψαν το με αριθ. ... συμβ/κό προσύμφωνο, με το οποίο η ΕΚΟ ανέλαβε την υποχρέωση (όπως αναγράφεται στο σχετικό συμβ/κό προσύμφωνο) να πωλήσει, να μεταβιβάσει και να παραδώσει το επίδικο βυτιοφόρο προς την εταιρεία ... ΕΠΕ, με τίμημα 2.000.000 δρχ., το οποίο θα κατέβαλε η αγοράστρια. Στο ίδιο προσύμφωνο συμφωνήθηκε από τα μέρη και προστέθηκε ρητός όρος ότι η ΕΚΟ ΑΒΕΕ θα δικαιούται να ζητήσει από την εταιρεία ... ΕΠΕ να αγοράσει το αυτοκίνητο οποτεδήποτε μετά την 31-5-1997, η δε εταιρεία ... ΕΠΕ θα ήταν υποχρεωμένη να συμπράξει στην εκπλήρωση της παρούσας υποχρέωσής της και να παραδώσει το όχημα. Μετά τη σύναψη της συμφωνίας η ΕΚΟ ΑΒΕΕ παρέδωσε στην ... ΕΠΕ το ένδικο φορτηγό-βυτίο και η τελευταία κατέβαλε, καθ'υπόδειξή της, στον ..., το ποσό των 10.000.000 δρχ. με την έκδοση εις διαταγή του δύο τραπεζικών επιταγών της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 5.000.000 δρχ. εκάστη, οι οποίες πληρώθηκαν. Η καταβολή του ως άνω ποσού στον ... έγινε προκειμένου αυτός να συμφωνήσει και να παραιτηθεί από το δικαίωμα επαναγοράς του οχήματος υπογράφοντας την υπ'αριθ.... τροποποιητική πράξη του συμβολαίου ... που προέβλεπε τον σχετικό όρο. Όπως προκύπτει από την υπ'αριθ.... απόδειξη είσπραξης η εταιρεία ... ΕΠΕ κατέβαλε στην ΕΚΟ ΑΒΕΕ το ποσό των 2.000.000 δρχ. ως εγγύηση (όπως επακριβώς αναφέρεται στο έγγραφο) καλής επιστροφής (και προσήκουσας χρήσης, όπως εννοείται) του επίδικου βυτιοφόρου με αριθ. κυκλοφ. .... Κατά την κρίση του δικαστηρίου η αληθής βούληση των μερών δεν ήταν η μεταβίβαση κατά κυριότητα του βυτιοφόρου, η οποία και παρέμεινε στην εναγομένη, αλλά μόνο η παραχώρηση της χρήσης αυτού, ώστε να διευκολυνθεί η πρατηριούχος εταιρεία στην προμήθεια των καυσίμων, ενόψει υφιστάμενου νομικού κωλύματος, γνωστού στα συμβαλλόμενα μέρη κατά τη σύναψη των ως άνω συμβολαιογραφικών εγγράφων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη ΥΑ ... του Υπουργού Βιομηχανίας Εμπορίου Μεταφορών, άδειες κυκλοφορίας φορτηγών ΙΧ αυτοκινήτων μεταφοράς υγρών καυσίμων χωρητικότητας άνω των τεσσάρων τόνων μπορούσαν να χορηγηθούν μόνο σε εταιρείες πετρελαιοειδών που κατείχαν νόμιμη άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 11571/1985 και όχι σε πρατηριούχους πώλησης υγρών καυσίμων, όπως ήταν η ενάγουσα. Μετά την κατάρτιση του ως άνω προσυμφώνου η εταιρεία ... ΕΠΕ άρχισε να χρησιμοποιεί το ένδικο βυτιοφόρο για τις ανάγκες ανεφοδιασμού του πρατηρίου της.... Τον Ιούλιο του 1998 η εναγομένη άσκησε το από το ... προσύμφωνο δικαίωμά της και ζήτησε την παράδοση του βυτιοφόρου στην ίδια ενόψει του ότι, όπως ενημέρωσε την ενάγουσα, από τα διυλιστήρια μόνο με το δικό της στόλο, της εναγομένης, είχε τη δυνατότητα πλέον να παραλαμβάνει και να διανέμει καύσιμα. Μετά ταύτα η ενάγουσα που δεσμευόταν από τον σχετικό όρο του προσυμφώνου και εκτός αυτού δεν είχε κάποια ωφέλεια πλέον, αφού δεν ηδύνατο να προμηθεύεται η ίδια τα καύσιμα από το διυλιστήριο, το παρέδωσε στην εναγομένη. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι λόγω της επιστροφής της χρήσης του βυτιοφόρου στην εναγομένη, η οποία ήταν άλλωστε αποκλειστική κυρία αυτού, μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε, προφορικά, η χορήγηση εκ μέρους της εναγομένης προς την πρατηριούχο ενάγουσα έκπτωσης επί της τιμής πώλησης καυσίμων ποσού 500.000 δρχ. μηνιαίως. Όπως προκύπτει από τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και τα τροποποιητικά αυτής συμφωνητικά οποιοσδήποτε όρος και λεπτομέρεια αφορούσε τη λειτουργία της σύμβασης διατυπωνόταν εγγράφως. Σύμφωνα δε με τον όρο … της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας η εναγομένη είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να χορηγεί εκπτώσεις επί της τιμής των καυσίμων και των λιπαντικών υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, καταγεγραμμένες αναλυτικότατα και σχετιζόμενες με την καλή λειτουργία του πρατηρίου.... Προς επίρρωση της κρίσης του δικαστηρίου περί μη σύναψης της επίδικης συμφωνίας, δυνάμει της οποίας κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας η οφειλή της εναγομένης ανέρχεται μέχρι και τις 31-12-2003 στο ποσό των 96.845,1 ευρώ, αποτελεί το γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της με την από 14-11-2002 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 15-11-2002 είχε ήδη καταγγείλει την από 26-9-1995 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, επικαλούμενη ως αιτία της καταγγελίας σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία αντιμετώπιζε εκείνη τη χρονική περίοδο ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπος και τη συνεπεία αυτών αδυναμία του να διαχειριστεί επιτυχώς τις υποθέσεις του, με επακόλουθο τη δημιουργία πλείστων οικονομικών προβλημάτων σε βάρος της επιχείρησής του.... Επιπλέον, με την από 14-11-2002 εξώδικη πρόσκληση της ενάγουσας που κοινοποιήθηκε στις 4-12-2002 στην εναγομένη, την προσκάλεσε να παραλάβει άμεσα τον κινητό εξοπλισμό της από το πρατήριο, ενόψει του ότι είχε διακοπεί η λειτουργία του. Στα ως άνω έγγραφα ουδόλως γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε εκκρεμείς οφειλές της εναγομένης προς την ενάγουσα με αιτία τη χρήση του επίδικου βυτιοφόρου κατά το διάστημα από 1-7-1998 και εντεύθεν, το οποίο ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στην εναγομένη. Τέλος στο ... συμβόλαιο, όπου διαλαμβάνεται ο όρος ότι η πωλήτρια έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αγοράστρια την επαναπώληση σε αυτήν του ως άνω βυτιοφόρου, δεν γίνεται αναφορά σε τίμημα, το οποίο θα όφειλε να καταβάλει, αν ασκούσε το δικαίωμά της αυτό. Μετά ταύτα η ένδικη αγωγή, κατά τη βάση της που στηρίζεται στην παράβαση ενδοσυμβατικής υποχρέωσης είναι απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την ως άνω βάση της και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 87.307,83 ευρώ, νομιμοτόκως, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις. Συνεπώς, πρέπει κατόπιν ουσιαστικής παραδοχής της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς τη διάταξή της με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί η αγωγή κατά τούτο, η οποία είναι νόμιμη και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού, μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως αμφιβολίας στη διατύπωση των δηλωθεισών από τις διαδίκους στο υπ'αριθ. ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο βουλήσεων, αναφορικά με το αν η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, μεταβιβάσει κατά κυριότητα και παραδώσει το επίδικο βυτιοφόρο στην αναιρεσείουσα ή αν αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει μόνο τη χρήση του βυτιοφόρου στην αναιρεσείουσα, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει δι'αυτών την αληθή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών και χρησιμοποιώντας, ορθώς, τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δέχθηκε ότι "η αληθής βούληση των μερών δεν ήταν η μεταβίβαση κατά κυριότητα του βυτιοφόρου, η οποία και παρέμεινε στην εναγομένη, αλλά μόνον η παραχώρηση της χρήσεως αυτού, ώστε να διευκολυνθεί η πρατηριούχος εταιρεία στην προμήθεια των καυσίμων, ενόψει υφισταμένου νομικού κωλύματος, γνωστού στα συμβληθέντα μέρη κατά τη σύναψη των συμβ/κων εγγράφων, ότι άδειες κυκλοφορίας φορτηγών ΙΧ αυτοκινήτων μεταφοράς υγρών καυσίμων χωρητικότητας άνω των τεσσάρων τόνων μπορούσαν να χορηγηθούν μόνο σε εταιρείες πετρελαιοειδών που κατείχαν νόμιμη άδεια λειτουργίας και όχι σε πρατηριούχους πωλήσεως υγρών καυσίμων, όπως ήταν η ενάγουσα". Το ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, δεν αντιβαίνει στην έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αφού με τη δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η, σύμφωνα με τα ως άνω κριτήρια, προστασία των συμφερόντων αμφοτέρων των συμβληθέντων μερών και ειδικότερα της μεν αναιρεσείουσας να προμηθεύεται η ίδια τα προς πώληση καύσιμα από τα διυλιστήρια με το επίδικο βυτιοφόρο, ενόψει της μεγάλης καταναλωτικής ζητήσεως, στην οποία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί μόνο με τα καύσιμα που της προμήθευε η αναιρεσίβλητη με τα βυτιοφόρα της και του υφισταμένου ως άνω νομικού κωλύματος ως προς την άδεια κυκλοφορίας του βυτιοφόρου που δεν μπορούσε να χορηγηθεί στην πρατηριούχο αναιρεσείουσα, της δε αναιρεσίβλητης να ζητήσει από την αναιρεσείουσα την παράδοση του βυτιοφόρου στην ίδια οποτεδήποτε μετά τις 31-5-1997 χωρίς την καταβολή τιμήματος στην αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για το ουσιώδες ζήτημα της παραχωρήσεως στην αναιρεσείουσα μόνο της χρήσεως του επίδικου βυτιοφόρου, με αποτέλεσμα έτσι να μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των όρων των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεώς του το δικαστήριο έλαβε υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως της αναιρεσείουσας, την ιδιαίτερη προστασία της οποίας επιδιώκουν οι ερμηνευόμενοι όροι του ως άνω προσυμφώνου, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, τη φύση της συμβάσεως και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών. Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 1143/2003). Περαιτέρω, κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτή λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό (ΑΠ 696/2019, ΑΠ788/2006). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 (και όχι από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διάταξή της που αφορά την κύρια βάση της αγωγής (παράβαση ενδοσυμβατικής υποχρεώσεως) και όχι κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως μη νόμιμες τις επικουρικές βάσεις της αγωγής από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που δεν αποτελούσαν εκκληθέντα κεφάλαια, και αφού δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, που μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της ηττηθείσης αναιρεσείουσας, ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 6948/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ