Αριθμός 5/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Ζ. - Σ. χήρας Γ. Ζ., το γένος Ε. και Α. Μας, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Οικονομοπούλου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Ροδίων, που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Στάγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) ... του ... και της Ο. - Ί. ... πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Α. Μ. του Α. κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 6) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Λουκά Αποστολίδη και Μιχαήλ Σταθόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Α. κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Παρούσου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. - Σ. χήρας Γ. Ζ., το γένος Ε. και Α. Μας, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Οικονομοπούλου, 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Ροδίων, που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Στάγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) ... του ... και της Ο. - Ί. ..., πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 5) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Λουκά Αποστολίδη και Μιχάλη Σταθόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2008 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β.1 αναιρεσιβλήτου, την από 6-4-2009 με τις προτάσεις του, πρόσθετη υπέρ του Δήμου Ροδίων παρέμβαση, του Ελληνικού Δημοσίου και την από 18-8-2009 κύρια παρέμβαση των Α.3 και Α.4 ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2018 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 23-11-2018 αίτησή της και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντες με την από 26-11-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573§1 του Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 3/2022, Α.Π. 205/2020, Α.Π. 147/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 23.11.2018 αίτηση της ενάγουσας και β) η από 26.11.2018 αίτηση των κυρίως παρεμβαινόντων, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 175/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, όπως και οι ασκηθείσες με τα από 03.02.2022 υπομνήματα πρόσθετες υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δήμος Ροδίων", παρεμβάσεις του Β. Κ. του Γ.. Οι αιτήσεις αυτές και οι πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να ενωθούν προς τον σκοπό της συνεκδικάσεώς τους για να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης. Α) Επί της από 23.11.2018 αιτήσεως Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576§§1 - 3, 568§§1,4 και 498§1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει κατ' αρχήν αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, οπότε δεν απαιτείται κλήτευσή του αλλά συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Α.Π. 878/2022, Α.Π. 477/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 242/2015). Αν απολείπεται άλλος διάδικος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν εκείνος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση και, εφόσον συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρών. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υποθέσεως, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπομένους διαδίκους σε περίπτωση απλής ομοδικίας (Α.Π. 446/2020, Α.Π. 404/2017, Α.Π. 643/2015, Α.Π. 97/2015), ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (Α.Π. 613/2020, Α.Π. 1297/2019, Α.Π. 1978/2017, Α.Π. 404/2017) και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 58§§1 εδάφ. α', 2 και 72 §1 εδάφ. ιε' του ν. 3852/2010 ("Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης"), που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από την 01.01.2011, ορίζονται τα ακόλουθα: α) Με το άρθρο 72§1 εδάφ. ιε' ότι η οικονομική επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) ..., β) ..., ιγ) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια και β) με το άρθρο 58 κατά την παρ. 1 εδάφ. α' ότι ο δήμαρχος εκπροσωπεί τον δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή, ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ότι, σε περίπτωση που δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορεί να λάβει μέτρα για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτροπής, οφείλει όμως, στην περίπτωση αυτή, να υποβάλει τη σχετική απόφασή του προς έγκριση κατά την πρώτη συνεδρίαση της δημαρχιακής επιτροπής. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι, για την πρόσληψη δικηγόρου, προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου για τον δήμο, απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης άδειας της οικονομικής επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής και ότι, στην περίπτωση, που δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή λήψεως αποφάσεως, μπορεί ο δήμαρχος να αποφασίσει για την πρόσληψη δικηγόρου, πρέπει όμως στην περίπτωση αυτή να υποβάλλει τη σχετική απόφασή του προς έγκριση στην οικονομική επιτροπή, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση. Η απόφαση δε της οικονομικής επιτροπής του δήμου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η απόφαση του δημάρχου αποτελεί μεν προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί, όμως, για τον διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του δήμου. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει ο δήμαρχος, που εκπροσωπεί τον δήμο στα δικαστήρια, να διορίσει τον δικαστικό του πληρεξούσιο με ένα από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 του Κ.Πολ.Δ., ελλείψει δε χορηγήσεως τέτοιας πληρεξουσιότητας ο δήμος θεωρείται δικονομικά απών (Α.Π. 909/2018, Α.Π. 1918/2014, Α.Π. 821/2014, Σ.τ.Ε. 1351/2019, Σ.τ.Ε. 340/2016). Έτι περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81§3 και 558 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν, κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 4/2020, Α.Π. 569/2013, Α.Π. 1049/2010). Πάντως, αν η αναίρεση του καθού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (Α.Π. 569/2013, Α.Π. 880/2003) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 1295/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο απουσίαζαν οι η δεύτερη, τρίτη και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων ήτοι οι Κ. - Α. - Π. Σ. του Ρ. - Σ. - Ρ. Σ. και της Ο. - Ί. Σ., Α. Μ. του Α. και Ε. Μ. του Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από τέτοιο. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να εξετασθεί, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδει η αναιρεσείουσα, αν, με μέριμνά της, έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 568 του Κ.Πολ.Δ.) το αναιρετήριο και έχουν κλητευθεί ομοιοτρόπως οι απόντες αναιρεσίβλητοι για συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20.05.2020, ενόψει του ότι τόσο κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά τη δικάσιμο της 17.03.2021 η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εξαιτίας της αναστολής των εργασιών των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού Covid - 19 και επαναπροσδιορίσθηκε σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 83§2 του ν. 4790/2021 και κατά την ακολούθως ορισθείσα δικάσιμο της 20.10.2021, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής ημερομηνία, οι αυτοί αναιρεσίβλητοι απουσίαζαν. Από τον έλεγχο των σχετικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και από τις από 29.09.2021 προτάσεις της αναιρεσείουσας δεν προκύπτει ότι προσκομίσθηκαν με νόμιμη επίκληση τα σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως και, επομένως, πρέπει η συζήτηση της από 23.11.2018 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους ως άνω αναιρεσιβλήτους (δεύτερη, τρίτη και τέταρτο) να κηρυχθεί απαράδεκτη. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δήμος Ροδίων", εκπροσώπησε, με δήλωση κατά το άρθρο 242§2 του Κ.Πολ.Δ., ο δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, Εμμανουήλ Στάγκας, ως πληρεξούσιος αυτού, κατά δήλωσή του, ο οποίος, για τον διορισμό του, προσκομίζει ακριβές απόσπασμα της υπ' αριθμ. 98/2021 αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Ροδίων και την από 14.10.2021 υπεύθυνη δήλωσή του ότι υπηρετεί στον Δήμο Ροδίων ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία. Όμως, εφόσον ο εν λόγω δικηγόρος δεν διορίσθηκε κατά ένα εκ των ρηθέντων νομίμων τρόπων, που προβλέπει ο Κ.Πολ.Δ., αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη από την οποία να προκύπτει ότι παρασχέθηκε στον άνω παραστάντα δικηγόρο η εντολή και η πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε υπάρχει σχετική δήλωση στα πρακτικά της δίκης του δημάρχου του ως άνω Δήμου για την από μέρους του χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ίδιο δικηγόρο, ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. να λογίζεται δικονομικά απών και η συζήτηση της υποθέσεως και ως προς αυτόν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, αφού δεν προκύπτει, κατά τα ανωτέρω, νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του. Τέλος, στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και κατά των Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, και Β. Κ. του Γ., από τους οποίους το πρώτο άσκησε αρχήθεν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ήδη αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., ενώ ο δεύτερος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αυτού διαδίκου (Δήμου Ροδίων). Ωστόσο, εφόσον πρόκειται περί απλών και όχι αυτοτελών προσθέτων παρεμβάσεων και οι λόγοι της αναιρέσεως δεν αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις, η απευθυνομένη κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτες, αλλά εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81§3 του Κ.Πολ.Δ., προκειμένου οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία (δίκη της αναιρέσεως) οι τελευταίοι νομίμως παρίστανται, ζητώντας να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά τους έξοδα. Επομένως, η συζήτηση της από 23.11.2018 αιτήσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων και να θεωρηθεί ως κλήση των πέμπτου και έκτου των αναιρεσιβλήτων. Β) Επί της από 26.11.2018 αιτήσεως Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576§§1 - 3, 568§§1,4 και 498§1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει κατ' αρχήν αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, οπότε δεν απαιτείται κλήτευσή του αλλά συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Α.Π. 878/2022, Α.Π. 477/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 242/2015). Αν απολείπεται άλλος διάδικος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν εκείνος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση και, εφόσον συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρών. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υποθέσεως, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπομένους διαδίκους σε περίπτωση απλής ομοδικίας (Α.Π. 446/2020, Α.Π. 404/2017, Α.Π. 643/2015, Α.Π. 97/2015), ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (Α.Π. 613/2020, Α.Π. 1297/2019, Α.Π. 1978/2017, Α.Π. 404/2017) και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 58§§1 εδάφ. α', 2 και 72 §1 εδάφ. ιε' του ν. 3852/2010 ("Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης"), που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από την 01.01.2011, ορίζονται τα ακόλουθα: α) Με το άρθρο 72§1 εδάφ. ιε' ότι η οικονομική επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) ..., β) ..., ιγ) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια και β) με το άρθρο 58 κατά την παρ. 1 εδάφ. α' ότι ο δήμαρχος εκπροσωπεί τον δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή, ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ότι, σε περίπτωση που δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορεί να λάβει μέτρα για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτροπής, οφείλει όμως, στην περίπτωση αυτή, να υποβάλει τη σχετική απόφασή του προς έγκριση κατά την πρώτη συνεδρίαση της δημαρχιακής επιτροπής. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι, για την πρόσληψη δικηγόρου, προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου για τον δήμο, απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης άδειας της οικονομικής επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής και ότι, στην περίπτωση, που δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή λήψεως αποφάσεως, μπορεί ο δήμαρχος να αποφασίσει για την πρόσληψη δικηγόρου, πρέπει όμως στην περίπτωση αυτή να υποβάλλει τη σχετική απόφασή του προς έγκριση στην οικονομική επιτροπή, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση. Η απόφαση δε της οικονομικής επιτροπής του δήμου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η απόφαση του δημάρχου αποτελεί μεν προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί, όμως, για τον διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του δήμου. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει ο δήμαρχος, που εκπροσωπεί τον δήμο στα δικαστήρια, να διορίσει τον δικαστικό του πληρεξούσιο με ένα από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 του Κ.Πολ.Δ., ελλείψει δε χορηγήσεως τέτοιας πληρεξουσιότητας ο δήμος θεωρείται δικονομικά απών (Α.Π. 909/2018, Α.Π. 1918/2014, Α.Π. 821/2014, Σ.τ.Ε. 1351/2019, Σ.τ.Ε. 340/2016). Έτι περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81§3 και 558 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν, κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 4/2020, Α.Π. 569/2013, Α.Π. 1049/2010). Πάντως, αν η αναίρεση του καθού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (Α.Π. 569/2013, Α.Π. 880/2003) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 1295/2019). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (Α.Π. 465/2019, Α.Π. 1399/2017, Α.Π. 731/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο απουσίαζε η τρίτη των αναιρεσιβλήτων ήτοι η Κ. - Α. - Π. Σ. του Ρ. - Σ. - Ρ. Σ. και της Ο. - Ί. Σμιθ, η οποία δεν παραστάθηκε μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκε από τέτοιο. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να εξετασθεί, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, αν, με μέριμνά τους, έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 568 του Κ.Πολ.Δ.) το αναιρετήριο και έχει κλητευθεί ομοιοτρόπως η απούσα αναιρεσίβλητη για συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20.05.2020, ενόψει του ότι τόσο κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά τη δικάσιμο της 17.03.2021 η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εξαιτίας της αναστολής των εργασιών των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού Covid - 19 και επαναπροσδιορίσθηκε σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 83§2 του ν. 4790/2021 και κατά την ακολούθως ορισθείσα δικάσιμο της 20.10.2021, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής ημερομηνία, η αυτή αναιρεσίβλητη απουσίαζε. Από τον έλεγχο των σχετικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και από τις από 23.09.2021 προτάσεις των αναιρεσειόντων δεν προκύπτει ότι προσκομίσθηκε με νόμιμη επίκληση το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και, επομένως, πρέπει η συζήτηση της από 26.11.2018 αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτήν. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δήμος Ροδίων", εκπροσώπησε, με δήλωση κατά το άρθρο 242§2 του Κ.Πολ.Δ., ο δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, Εμμανουήλ Στάγκας, ως πληρεξούσιος αυτού, κατά δήλωσή του, ο οποίος, για τον διορισμό του, προσκομίζει ακριβές απόσπασμα της υπ' αριθμ. 98/2021 αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Ροδίων και την από 14.10.2021 υπεύθυνη δήλωσή του ότι υπηρετεί στον Δήμο Ροδίων ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία. Όμως, εφόσον ο εν λόγω δικηγόρος δεν διορίσθηκε κατά ένα εκ των ρηθέντων νομίμων τρόπων, που προβλέπει ο Κ.Πολ.Δ., αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη από την οποία να προκύπτει ότι παρασχέθηκε στον άνω παραστάντα δικηγόρο η εντολή και η πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως και κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε υπάρχει σχετική δήλωση στα πρακτικά της δίκης του δημάρχου του ως άνω Δήμου για την από μέρους του χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ίδιο δικηγόρο, ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. λογίζεται δικονομικά απών και η συζήτηση της υποθέσεως και ως προς αυτόν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, αφού δεν προκύπτει, κατά τα ανωτέρω, νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του. Έτι περαιτέρω,, στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και κατά των Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, και Β. Κ. του Γ., από τους οποίους το πρώτο άσκησε αρχήθεν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ήδη αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α. ενώ ο δεύτερος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αυτού διαδίκου (Δήμου Ροδίων). Ωστόσο, εφόσον πρόκειται περί απλών και όχι αυτοτελών προσθέτων παρεμβάσεων και οι λόγοι της αναιρέσεως δεν αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις, η απευθυνομένη κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81§3 του Κ.Πολ.Δ., προκειμένου οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία (δίκη της αναιρέσεως) οι τελευταίοι νομίμως παρίστανται, ζητώντας να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά τους έξοδα. Επομένως, η συζήτηση της από 26.11.2018 αιτήσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, να θεωρηθεί δε ως κλήση των τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων. Τέλος, η από 26.11.2013 αναίρεση στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης Ζ. - Σ. χήρας Γ. Ζ., το γένος Ε. και Α. Μας, η οποία ήταν αντίδικος των αναιρεσειόντων στη δευτεροβάθμια δίκη, παρίσταται δε και στη δίκη αυτή ενώπιον του Αρείου Πάγου, εκπροσωπουμένη από πληρεξούσια δικηγόρο. Όμως, από την επισκόπηση του σχετικού αναιρετηρίου προκύπτει ότι σ' αυτόν δεν περιλαμβάνεται κάποια αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορώσα τις σχέσεις των αναιρεσειόντων και της παρισταμένης πρώτης αναιρεσείουσας και δυναμένη να οδηγήσει σε αναίρεση της αποφάσεως αυτής. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες και ως προς την οποία, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι λόγοι της. Γ) Επί των προσθέτων παρεμβάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου του Β. Κ. του Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81§1 του Κ.Πολ.Δ., η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 556§1, 558, 495 και 496 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης (Ολ. Α.Π. 1/1996, Α.Π. 1188/2021, Α.Π. 1171/2012, Α.Π. 422/2011). Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 81 εδάφ. α' και 215§1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ.), το οποίο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται κατά τα άρθρα 118, 119 και 81§1 του Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία του προσώπου που την ασκεί. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου της στους κυρίους διαδίκους. Χωρίς την επίδοση αντιγράφου της πρόσθετης παρεμβάσεως στους διαδίκους δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, και η τυχόν επίσπευση της συζητήσεως της αναιρέσεως από τον παρεμβαίνοντα και η συζήτησή της προτού επιδοθεί το αντίγραφο αυτό, είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1433/2013). Η επίδοση της πρόσθετης παρεμβάσεως, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 του Κ.Πολ.Δ. σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568§4 του Κ.Πολ.Δ., σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (Α.Π. 1736/2017) ή τουλάχιστον ενενήντα (90) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν κάποιος από τους διαδίκους που καλούνται διαμένει στο εξωτερικό (Α.Π. 1736/2017, Α.Π. 502/2011). Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της πρόσθετης παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81§1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 5/2003, Ολ.Α.Π. 8/1998, Ολ.Α.Π. 38/1997, Α.Π. 909/2018). Περαιτέρω, έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως. Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, δηλαδή κριτήριο του εννόμου συμφέροντος είναι οι δυσμενείς εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνέπειες της αποφάσεως, όπως, του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας. Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικοτέρων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του. Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, συνεπάγεται την απόρριψη της πρόσθετης παρεμβάσεως ως απαράδεκτης (Ολ.Α.Π. 5/2003, Α.Π. 909/2018, Α.Π. 457/2020, Α.Π. 1343/2015, Α.Π. 711/2015). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Β. Κ. του Γ. άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με σχετικές δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων του στα πρακτικά της συζητήσεως των αιτήσεων αναιρέσεως στο ακροατήριο (ως ισχυρίζεται), αλλά και με το από 03.02.2022 υπόμνημά του, κατά τη διάταξη του άρθρου 570§1 εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ., πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δήμος Ροδίων", έχοντος την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου σε αμφότερες τις αιτήσεις, ζητώντας την απόρριψη των αιτήσεων και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά του έξοδα. Οι πρόσθετες αυτές παρεμβάσεις ασκήθηκαν απαραδέκτως διότι δεν ασκήθηκαν κατά τον προβλεπόμενο στον νόμο τρόπο (άρθρα άρθρα 81 εδάφ. α' και 215§1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ.), αλλά με τα κατατεθέντα μετά τη συζήτηση των αιτήσεων, στις 04.02.2022, υπομνήματα, ενώ στα πρακτικά της συζητήσεως των αιτήσεων αναιρέσεως στο ακροατήριο ουδεμία σχετική δήλωση καταχωρήθηκε. Συνεπώς, οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να απορριφθούν. Διάταξη για την τύχη των κατατεθέντων παραβόλων για την παραδεκτή άσκηση των αιτήσεων αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή, διότι δεν κρίθηκαν επί της ουσίας στο σύνολό τους, ώστε να διαφανεί η ιδιότητα εκάστου αναιρεσείοντος ως εν όλω ή εν μέρει νικήσαντος ή αντιστοίχως ηττηθέντος (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, διάταξη για την επιβολή και τον προσδιορισμό δικαστικών εξόδων δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή, ελλείψει υποβολής σχετικών ειδικών αιτημάτων των κατ' αρχήν δικαιουμένων σ' αυτά (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την ένωση προς τον σκοπό της συνεκδικάσεως των από 23.11.2018 και 26.11.2018 αιτήσεων περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 175/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και των από 03.02.2022 προσθέτων παρεμβάσεων υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δήμος Ροδίων". Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23.11.2018 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, όπως και τη συζήτηση της από 26.11.2018 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Συνεκδικάζει με την από 23.11.2018 αίτηση αναιρέσεως και τις από 03.02.2022 πρόσθετες παρεμβάσεις. Και Απορρίπτει αυτές. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ