Αριθμός 1038/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της εκλιπούσης μητρός του, Α. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Τσέλιου, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, της εκλιπούσης συζύγου του, Α. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ξ., του Ε. και Μ., 2) Ρ. Ξ., του Ε. και Μ., κατοίκων ... Αθηνών, 3) Ε.-Α. Ξ., του Ε. και Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κουτήφαρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του υπό στοιχείο 1 αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσείων, απεβίωσε στις 17-10-2017, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ικανός να είναι διάδικος θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 62 ΚΠολΔ, εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, παύει με το θάνατό του (άρθ. 35 ΑΚ). H απόφαση, η οποία εκδόθηκε σε δίκη με ανύπαρκτο φυσικό πρόσωπο, όπως είναι εκείνο που αποβίωσε, στερείται, όπως ορίζει το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, υπόστασης και χαρακτηρίζεται ρητώς ως ανύπαρκτη. Από τη διατύπωση όλων των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 286 και επ. ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στη δίκη της αναίρεσης, προκύπτει, ότι εφόσον ο διάδικος βρισκόταν στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και αποβιώσει μεταγενεστέρως και πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της, εάν μεν ο θάνατος επήλθε μέχρι το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν και οι λοιπές διατυπώσεις, προς τον αντίδικο, επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι έκτοτε και μέχρι την επανάληψη αυτής επιχειρούμενες διαδικαστικές πράξεις, εκτός από την τυχόν εκδιδόμενη απόφαση, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης (ΑΠ 895/2021, ΑΠ 1257/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της. Κατά δε το άρθρο 101 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση θανάτου εκείνου που έδωσε πληρεξουσιότητα ή μεταβολής της ικανότητας για δικαστική παράσταση του ίδιου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, η πληρεξουσιότητα δεν παύει αλλά εξακολουθεί και παύει μόνο όταν διακοπεί η δίκη για έναν από τους λόγους αυτούς. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα: Αν ο αναιρεσείων, που έδωσε προφορική παραγγελία σε δικηγόρο του και ο τελευταίος άσκησε αναίρεση που επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, πεθάνει σε χρόνο πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, παραδεκτά με πληρεξούσιο δικηγόρο - παρίστανται στο ακροατήριο οι κληρονόμοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι γνωστοποιούν το θάνατο, δηλώνουν βίαιη διακοπή της δίκης και επανάληψη αυτής. Σε τέτοια περίπτωση εγκυροποιείται τυχόν προηγούμενο ελάττωμα συνεπεία της από την αρχή έλλειψης ρητής πληρεξουσιότητας (άρθρο 96 ΚΠολΔ) και δεν πρόκειται για ενέργειες (επίδοση της αναίρεσης κ.λ.π.) από πληρεξούσιο υπέρ ανύπαρκτου (λόγω θανάτου) αναιρεσείοντος, αλλά περίπτωση εσφαλμένου χαρακτηρισμού διαδίκου, που μπορεί να διορθωθεί, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο δικηγόρος που παράγγειλε την ενέργεια (επίδοση κ.λ.π.) αγνοούσε το θάνατο (ΑΠ 1704/2011, ΑΠ 823/2008, ΑΠ 1733/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Χ. Α., απεβίωσε την 17-10-2017, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αθηναίων, η δε αίτηση αναίρεσης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, μετά τη δευτεροβάθμιο δίκη, εκλιπούσας - εκκαλούσας, Α. Α., κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας την 17-11-2017. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου αναιρεσείοντος, Α. Α. του Χ., δήλωσε ότι συνεχίζει ο ίδιος τη δίκη κατά το μέρος που αφορά τον ανωτέρω αποβιώσαντα Χ. Α., ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος. Όμως, από το με αριθμ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών προκύπτει ότι ο κληρονομούμενος Χ. Α. κατά το χρόνο θανάτου, κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς του εκτός από τον Α. Α. και τον, από τον πρώτο γάμο, υιό του, Π. Α., ενώ δεν προσκομίζονται ούτε υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας από τους ανωτέρω φερόμενους κληρονόμους, πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του κληρονομούμενου ούτε ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για την παροχή, από τον κληρονομούμενο, εντολής, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δεν εμφανίστηκαν οι κληρονόμοι του φερόμενου δεύτερου αναιρεσείοντος, ενώ ο εμφανιστείς δεν νομιμοποιήθηκε με τα ανωτέρω έγγραφα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ορθού χαρακτηρισμού του διάδικου που άσκησε, ως δεύτερος αναιρεσείων, την αίτηση αναίρεσης, ήτοι προφορική εντολή του τελευταίου προς τον δικηγόρο και άγνοια αυτού για το θάνατο του αποβιώσαντος. Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας κατά τούτο του δικογράφου της, επειδή κατά τις 17-11-2017, χρόνο κατάθεσης αυτής, ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, λόγω προαποβίωσης, στις 17-10-2017, ήτοι για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, και, συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η δήλωση συνέχισης της δίκης του φερόμενου ανωτέρω κληρονόμου αυτού, διότι δεν νοείται συνέχιση δίκης υπέρ προσώπου "ανύπαρκτου" κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 492/2019, ΑΠ 45/2018, ΑΠ 1641/2016, ΑΠ 1128/2014). Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου της κληρονομίας της αποβιωσάσης, στις 04-02-2016 εκκαλούσας - εναγόμενης, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης με αριθμ. 3/13-01-2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ο οποίος συνδέεται με τον εξ αδιαθέτου κληρονόμο της εκλιπούσας, Χ. Α., με απλή ομοδικία ως προς την κληρονομική μερίδα που ανήκει στον καθένα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 74 έως 78 ΚΠολΔ, 785 επ., 1113, 1884 επ. ΑΚ, και, συνεπώς, η αξίωση καθενός ως προς την κληρονομική μερίδα, είτε προσδιορίζεται κατ` ιδανικό μέρος, είτε αναφέρεται σε κληρονομιαίο πράγμα, δεν αποτελεί αδιαίρετο δίκαιο, που να επιβάλει τη συμμετοχή στη δίκη όλων των συνδικαιούχων (πρβλ Ολ. ΑΠ 902/1982, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2008). Κατά το άρθρο 810 ΑΚ με τη σύμβαση του χρησιδανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους (χρήστης) παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και αυτός (χρησάμενος) έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης. Δηλαδή ο χρήστης παραχωρεί την κατοχή του πράγματος, εξακολουθεί δε να έχει τη νομή αυτού, την οποία ασκεί μέσω του χρησάμενου, με αποτέλεσμα όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει το πράγμα. Γι' αυτό αν λήξει η σύμβαση χρησιδανείου και ο χρησάμενος αρνείται να αποδώσει το πράγμα, συντρέχει προσβολή της νομής και ο χρήστης έχει τις περί προστασίας της νομής αγωγές (ΑΠ 552/2016, ΑΠ 921/2012, ΑΠ 407/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, που ορίζει, ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα, προκύπτει ότι ο εναγόμενος σε αγωγή διατάραξης ή αποβολής από τη νομή του πράγματος δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ενάγοντα ενστάσεις ανατρεπτικές στηριζόμενες σε δικαίωμα ίδιας κυριότητας ή σε άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του πράγματος, δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί το ίδιο αυτού δικαίωμα νομής ή οιονεί νομής για να υποστηρίξει (δικαιολογήσει) την άρνηση της βάσης της κατ' αυτού αγωγής, δηλαδή, προς άρνηση ότι έλαβε χώρα προσβολή της νομής - διατάραξη ή αποβολή - παράνομη ή αυθαίρετη, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός του δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί απλώς αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, που μπορεί να αποδειχθεί ανταποδεικτικά και να επιφέρει την απόρριψή της ως αναπόδεικτης (ΑΠ 703/2021, ΑΠ 371/2017, ΑΠ 2154/2014). Περαιτέρω, με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021). Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021). Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1282/2022, ΑΠ 455/2021). Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη πραγμάτων) πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 231/2020, ΑΠ 748/2013), και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 387/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 8β (και όχι 12 που από παραδρομή αναφέρεται στην αρχή του αναιρετικού λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ότι η ακώλυτη και συστηματική από το έτος 1988 παραβίαση της σύμβασης χρησιδανείου έχει επιφέρει μετά από εικοσι τέσσερα (24) συναπτά έτη: 1) είτε το χαρακτηρισμό της επιφάνειας της αυλής κοινόχρηστης, σύμφωνα με τις διατάξεις της χρησικτησίας, 2) είτε την παραγραφή των όποιων δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων, 3) είτε την αποδυνάμωση του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων για την απόδοση των ένδικων τμημάτων του ακινήτου, είναι απαράδεκτος. Και, τούτο διότι ως προς το με στοιχείο (1) ισχυρισμό επί αγωγής προστασίας της νομής, όπως είναι η ένδικη δεν προβάλλεται εμπράγματο δικαίωμα αν δεν γίνεται επίκληση, ότι το δικαίωμα αυτό έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα στην εναγόμενη - δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσείοντος και τους αναιρεσίβλητους ή δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, και, συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας ένσταση, και ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση. Ως προς το με στοιχείο (2) ισχυρισμό διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο χρόνος κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα - χρησάμενη γνωστοποίησε στους δικαιοπάροχους των αναιρεσίβλητων ή στις αναιρεσίβλητες την αντιποίηση της νομής τους, και, συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας ένσταση, ανεξαρτήτως ότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, δεν καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφοράς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες έγινε η παραβίαση. Ως προς το με στοιχείο (3) ισχυρισμό διότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, δεν καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφοράς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες έγινε η παραβίαση. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 667/2018). Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1324/2022, ΑΠ 49/2020). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 24/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα του ακινήτου επί των οποίων, κατά τις παραδοχές, συνεστήθη χρησιδάνειο αποτελούν μέρος του ακινήτου που ανήκει στην αποκλειστική συννομή των αναιρεσιβλήτων, εκθέτοντας ότι: 1) ουδέν αναφέρεται στην από ... ιδιόγραφη διαθήκη, 2) ουδέν αναφέρεται στις επόμενες, επικαλούμενες, από την αναιρεσίβλητες διαθήκες, με αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του θείου τους Γ. Ξ., από 27-11-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της θείας των αναιρεσιβλήτων Μ. Ξ., 3) δεν προκύπτει ούτε από τη με αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Αθηνών Μ. Σ., ούτε από τη με αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Αθηνών Σ. Π. Κ., 4) στην προσκομισθείσα - επικαλεσθείσα από τις αναιρεσίβλητες με αριθμ. ... δήλωση φόρου κληρονομίας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Ε. Ξ., δεν αναγράφεται ουδέν περί αυλής και ο αναλογούν φόρος δεν αντιστοιχεί στα φερόμενα από τους αναιρεσιβλήτους ιδιόκτητα μέτρα, 5) ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρας των αναιρεσιβλήτων, είναι σύζυγος αναιρεσιβλήτου, κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει τι έγινε πριν το 2006, και η κατάθεσή του βρίθει αντιφάσεων και ασαφειών, 6) η εξετασθείσα στο ακροατήριο, Γ. Κ., μάρτυρας της αναιρεσείουσας κατέθεσε ότι η αυλή είναι κοινόχρηστη "...εγώ νομίζω ότι η αυλή ανήκει και στα δύο σπίτια.." και ο ενόρκως καταθέσας, με τη με αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση, Α. Α., μάρτυρας της αναιρεσείουσας ότι "..απλούστατα το οικόπεδο το οποίο ευρίσκεται μεταξύ των δύο οικιών..... ανέκαθεν ανήκε στη συνιδιοκτησία αμφοτέρων, ήτοι μητρός μου και των εγγύς και απωτέρων δικαιοπαρόχων της", είναι απαράδεκτος, 1) λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται με πληρότητα και σαφήνεια ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, προκειμένου να κριθεί η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια του Εφετείου, και 2) ως αλυσιτελής, διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, διότι αφορά τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως. Έτι, περαιτέρω, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή (κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες και επικαλεσθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά την διαλαμβανόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ''....... από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του Α. Α., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που προσκόμισε η εναγόμενη και η οποία λήφθηκε ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Λ.), μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται", και κατά το νοηματικό της περιεχόμενο απ' όλα τα έγγραφα, τα οποία εκ προφανούς παραδρομής στο εισαγωγικό της αιτιολογίας δεν μνημονεύεται η φράση απ' όλα τα έγγραφα, διότι από το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται, στην προσβαλλόμενη απόφαση και μερικά, από τα φερόμενα από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα έγγραφα της από ... ιδιόγραφη διαθήκη του Α. Ξ., η από 27-11-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Ξ., η με αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Αθηνών Μ. Σ., η αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Αθηνών Σ. Π. Κ., ήτοι όχι χωρίς απόδειξη. Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν ο το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται εφόσον το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι όταν το Δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά, καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 2/2008), όπως εκείνες των διατάξεων του άρθρου 393 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς των οποίων συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το αναφερόμενο στην εν λόγω διάταξη χρηματικό ποσό, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνομολόγησης της θεμελιωτικής της αγωγής των αναιρεσιβλήτων σύμβασης χρησιδανείου (1988), ανερχόταν στο ποσό των 120.000 δρχ. και στη συνέχεια καθορίστηκε στο ποσό των 500.000 δρχ. (άρθρο 7 παρ. 6 ν. 2145/1993) και στη συνέχεια καθορίσθηκε σε εκείνο των 5.900,00 ευρώ (άρθρα 14 ν. 2915/2001, 3-5 του ν. 2943/2001) (ΑΠ 373/2012, ΑΠ 936/2005). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας και / ή επαναφέρθηκε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας τόσο το περιεχόμενό του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 686/2021, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 11α (και όχι 12 που από παραδρομή αναφέρεται στην αρχή του αναιρετικού λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων επικαλείται ότι για τη διαμόρφωση του καταληκτικού πορίσματός του, ήτοι της κατάρτισης, από το έτος 1988, προφορικής, άτυπης σύμβασης χρησιδανείου, των ένδικων τμημάτων του αναφερόμενου ακινήτου, το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο του μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων, αν και το αντικείμενο της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου υπερέβαινε το ποσό των 5.900,00 ευρώ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται επίκληση με το αναιρετήριο ότι συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση ο αποκλεισμός του αποδεικτικού μέσου, που κατά τον κρίσιμο χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 120.000 δρχ., ενόψει και της διάταξης του άρθρου 394 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήτοι πριν από την 01-01-2016, κατά την οποία η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, μεταξύ άλλων, λόγω ύπαρξης ηθικής αδυναμίας, όπως συμβαίνει επί συγγένειας, ούτε διαλαμβάνεται το ακριβές περιεχόμενο του ισχυρισμού, όπως προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και χωρίς παράλληλα να πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή η πλημμέλεια περί του επιτρεπτού του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων να βεβαιώνεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ η γενική αναφορά στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η σύμβαση χρησιδανείου από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει και ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί δια μαρτύρων είναι αόριστος και, επιπλέον, με τον τρίτο λόγο έφεσης ότι "η απόφαση έσφαλε εις την κρίση της αφού εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδεικνύονται από τα ανωτέρω άτινα διαλαμβάνει η εκκαλουμένη απόφαση ως αποδειχθέντα", δεν πληρούν τα αναγκαία στοιχεία προς θεμελίωση ένστασης αποκλεισμού της εμμάρτυρης απόδειξης. Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, διότι στην ένδικη υπόθεση, επειδή ήταν επιτρεπτή η απόδειξη δια μαρτύρων, και η αρχικά εναγόμενη - εκκαλούσα επικαλέστηκε και η ίδια μαρτυρική κατάθεση, δηλαδή εκείνη της Γ. Κ., η οποία, κατά το αναιρετήριο, εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανταποδεικτικά. Έτι περαιτέρω, υπό την επίφαση του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ο πρώτος αναιρεσείων πλήττει την ουσία της υπόθεσης, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 831/2022, ΑΠ 1591/2021, ΑΠ 1188/2009). Κατά τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Αποδεικτική δύναμη των διαφόρων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη απόδειξης από εκείνη που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι, συνεπώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 1646/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 833/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος ότι στήριξε το πόρισμα της κατάρτισης σύμβασης χρησιδανείου, στον εξετασθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, σύζυγο της μίας από τις αναιρεσίβλητες, ο οποίος περιπέπτοντας σε αντιφάσεις κατέθεσε ότι "εκεί οικοδόμησε η εναγόμενη όπου έχει πρόσβαση μέσω του ακινήτου των εναγουσών, επειδή της επέτρεψαν να περνάει. Της είχε δώσει άδεια ο αδελφός της Ε.να ανοίξει πόρτα", και ότι η ανωτέρω φράση απ' όλη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, αποτελεί μοναδικό αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν είναι επιτρεπτό, κατά τις διατάξεις του άρθρου 393 ΚΠολΔ, για να αποδειχθεί η ένδικη σύμβαση, της οποίας το αντικείμενο είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από 5.900 ευρώ, και το ανεπίτρεπτο αυτού επικαλέστηκε τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι απαράδεκτος. Και, τούτο διότι: 1) ιδρύεται ο παραπάνω λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη απόδειξης από εκείνη που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος και τέτοια δεν υφίσταται για το επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο, 2) δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος ούτε στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων, 3) δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται να έλαβε ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, που ιδρύει λόγο από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αντιμετωπίστηκε με τον με τον παραπάνω πέμπτο λόγο αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αρ.13 και ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με την περί απόδειξης απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με το ν. 2915/2001 της παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί απόδειξης απόφασης, με συνέπεια ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, που αφορά στην εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης (άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ) να μην ιδρύεται, όταν δεν έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα (προδικαστική) περί απόδειξης απόφαση, γιατί η κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση (ΑΠ 699/2012). Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Επομένως, η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων για τη γέννηση της επίδικης έννομης συνέπειας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 563/2020). Για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους απόδειξης, β) ποία η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο το θέμα απόδειξης που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1454/2017). Στην προκείμενη περίπτωση ο, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος ο πρώτος αναιρεσείων ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής, και ειδικότερα, ενώ το κρίσιμο στοιχείο της ύπαρξης αποκλειστικής κυριότητας και νομής των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, επί μέρους τμημάτων της αυλής του επίδικου ακινήτου, επί του οποίου φέρεται ότι συνεστήθη η, με την αγωγή επικαλούμενη, σύμβαση χρησιδανείου για χρήση διόδου, επέκταση μπαλκονιού και ανοίγματος πόρτας της κατοικίας, το οποίο φέρουν οι αναιρεσίβλητες, ισχυρισμό που η αρχικώς εναγόμενη, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, με σχετικό λόγο έφεσης, επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενη η εναγόμενη ότι είναι συννομέας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαρέτου, δυνάμει της αυτής δημόσιας διαθήκης του Α. Ξ., απώτερου δικαιοπαρόχου της και απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων, απαιτώντας την απόδειξη της αποκλειστικής νομής των αναιρεσιβλήτων από την αρχικώς εναγόμενη - εκκαλούσα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου να κριθεί το σφάλμα του Εφετείου, ενώ δεν αρκούν η αναφορά στο αναιρετήριο, κατ' επιλογή του πρώτου αναιρεσείοντος, αποσπασματικών παραδοχών ότι "...δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με τους λοιπούς λόγους της έφεσής της, επικαλούμενη ότι ο χώρος τον οποίο κατέχει είναι κοινόχρηστος και ανήκει από κοινού σε αυτήν και στον Ε. Ξ., σε ποσοστό 50 %, διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτός. Από την μελέτη των διαθηκών αυτών δεν αποδείχθηκε ότι ο χώρος είναι κοινόχρηστος, διότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία θα προϋπήρχε των διαθηκών αυτών, αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο δεν προκύπτει κάτι τέτοιο κατά τρόπο σαφή..." ενώ δεν αρκεί ούτε η αποσπασματική, με το αναιρετήριο, απόδοση των δεκτών γενομένων, με την προσβαλλόμενη απόφαση, πραγματικών περιστατικών. Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος προκύπτει ότι το Εφετείο με σαφή και θετική κρίση έκρινε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Ε. Ξ., το έτος 1988, κατάρτισε με την εναγόμενη - εκκαλούσα, δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσείοντος, σύμβαση χρησιδανείου των αναφερόμενων τμημάτων ακινήτου υπέρ της εναγόμενης για τη χρήση διόδου, προέκταση μπαλκονιού της κατοικίας της προς το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων και χρήση πόρτας για την πρόσβαση στο υπόγειο της κατοικίας της, ότι οι αναιρεσίβλητες κατήγγειλαν τη σύμβαση χρησιδανείου, λόγω διεύρυνσης του περιεχομένου της από την αναιρεσείουσα, που διαταράσσει την αποκλειστική νομή τους στο επίδικο ακίνητο, που αποτελούσαν και την ιστορική βάση της αγωγής τους, ενώ διέλαβε και σαφή αιτιολογία περί μη απόδειξης (συν)νομής της αρχικώς εναγόμενης - εκκαλούσας, κατά ποσοστό 50% επ' αυτών, που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση αυτής, και την αιτιολογία αυτή ο πρώτος αναιρεσείων εκλαμβάνει, εσφαλμένως, ως αντιστροφή του βάρους απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Έτσι, έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης κ.λπ. (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 204/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω αποδεικτικών εγγράφων: 1) της με αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του με αριθμ. ... του πατέρα τους, δικαιοπαρόχου τους, Ε. Ξ., που υποβλήθηκε στην ΙΗ Αθηνών, από την οποία μεταξύ άλλων προκύπτει ότι ο δηλωθείς και καταβληθείς φόρος είναι ο φόρος που αναλογεί μόνο στο κτίσμα, όχι όμως και τα επιπλέον τ.μ. της αυλής, και, έτσι, αποδεικνύεται από δημόσιο έγγραφο ότι η επίδικη επιφάνεια του ακινήτου επί των οποίων φέρεται ότι συστάθηκε χρησιδάνειο ουδέποτε ήταν ούτε δηλωνόταν ούτε χρησιμοποιούνταν ως ιδιόκτητη των αναιρεσιβλήτων, και 2) όλων των προσκομισθέντων και επικληθέντων από τις αναιρεσίβλητες διαθηκών, δεχόμενο το Εφετείο ότι αποδεικνύουν ότι η αυλή ήταν ιδιόκτητη - αποκλειστικής νομής των αναιρεσιβλήτων, αν και ουδέν σχετικό αναγράφουν, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού ο πρώτος αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, όχι εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των παραπάνω αποδεικτικών εγγράφων, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ` αυτό, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου και τη μη συναγωγή του ορθού, κατά τον πρώτο αναιρεσείοντα, αποδεικτικού πορίσματος, σχετικά με το αν τα επιμέρους επίδικα τμήματα του ακινήτου, επί των οποίων, κατά τις παραδοχές, συστάθηκε χρησιδάνειο, ανήκουν στην αποκλειστική νομή των αναιρεσιβλήτων. Η αποδιδόμενη, εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση, ως προς τα συναγόμενα με την εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύει τον, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα ως άνω συγκεκριμένα έγγραφα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, δηλαδή η στην κοινωνική συμβίωση επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 123/2017). Η αναφορά στην εν λόγω διάταξη των αξιολογικών κριτηρίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, είναι διαζευκτική, οπότε η άσκηση του δικαιώματος είναι απαγορευμένη, εφόσον αντικειμενικά υπερβαίνει προφανώς, έστω και ένα από τα προπαρατιθέμενα αξιολογικά κριτήρια. Η υπέρβαση είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής στα συμφέροντά του. Επίσης, η υπέρβαση είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος (ΑΠ 1052/2021) ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1658/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 1433/2022, ΑΠ 1052/2021, ΑΠ 514/2021). Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπάροχου του για μακρό χρόνο δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 1382/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 631/2021, ΑΠ 761/2019). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση (ΑΠ 5/2020). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή την ένσταση, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου τους γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται, ενώ ο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 834/2022, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 989/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής: Η δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσείοντος, εναγόμενη, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, αφού υφίσταται από αμνημονεύτων ετών, και τουλάχιστον από το έτος 1988, κοινή είσοδος άγουσα από την κοινοτική οδό προς αμφοτέρας τας οικίας, δηλαδή τόσο της εναγόμενης όσο και των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, χρησιμοποιηθείσα για την επικοινωνία από τον άμεσο δικαιοπάροχο της εναγόμενης και απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, Α. Ξ., και των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων Μ. Ξ. και Ε. Ξ., με αποτέλεσμα η χρήση του χώρου της αυλής για την δίοδο, από την κοινοτική οδό προς την οικία της, η κατασκευή της θύρας επί της αποθήκης - πρώην στέρνας της οικίας της, η χρήση για το βόθρο, και η κατασκευή εξώστη, να έχει προσδώσει στην αυλή κοινόχρηστο χαρακτήρα. Μ' αυτό το περιεχόμενο η ανωτέρω ένσταση είναι αόριστη, δια το λόγο ότι δεν αναφέρονται με τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν προφανή υπέρβαση της άσκησης του δικαιώματος από τις αναιρεσίβλητες, για την απόδοση από την χρησάμενη, μετά την καταγγελία της σύμβασης, των χρησιδανεισθέντων τμημάτων του ακινήτου, και, ειδικότερα, δεν περιγράφονται οι ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος αποκλειστικής νομής των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα τμήματα του ακινήτου, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, να καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενώ μόνη η μακροχρόνια επικαλούμενη παραβίαση της σύμβασης χρησιδανείου επί εικοσιτέσσερα (24) έτη δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος για απόδοση της νομής των επιδίκων τμημάτων καταχρηστική ούτε άγει σε αποδυνάμωση του δικαιώματός τους. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η επαναφερθείσα, από την εκκαλούσα, με τον έκτο και έβδομο λόγο έφεσης, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν παραγνώρισε τα εκτιθέμενα στην ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος - λόγους έφεσης στοιχεία, και, επομένως, ο, από τον αρ. 8β (και όχι από τον αρ. 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση της ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, και ειδικότερα, την ακώλυτη και συστηματική από το έτος 1988 παραβίαση της σύμβασης έχει επιφέρει μετά από εικοσιτέσσερα (24) συναπτά έτη: 1) είτε το χαρακτηρισμό της επιφάνειας της αυλής κοινόχρηστης, σύμφωνα με τις διατάξεις της χρησικτησίας, 2) είτε την παραγραφή των όποιων δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων, 3) είτε την αποδυνάμωση του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας, διότι δεν γίνεται σαφής περιγραφή αλλά αόριστες νομικές έννοιες. Κατόπιν αυτών, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον πρώτο αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν στον πρώτο αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-10-2017 αίτηση αναίρεσης των Α. Α. του Χ. και Χ. Α. του Α., κατά της με αριθμ. 3/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ