Αριθμός 939/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ" (ΝΠΙΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ανανιάδου - Τσουκαλά. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3689/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό σκέλη του, την απόρριψη δε αυτού κατά τα λοιπά καθώς και των υπολοίπων λόγων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. H νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 § 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1192/2012, 220/2012). Ανεξάρτητα από το είδος της προβαλλομένης αοριστίας πρέπει στην αίτηση αναίρεσης, εκτός των άλλων στοιχείων, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως ορισμένη (ή απορρίφθηκε ως αόριστη), ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές αυτής, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 968/2012, 220/2012, 883/2011), διαφορετικά ο σχετικός λόγος είναι αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο (1ο) λόγο αναίρεσης, ρητά χαρακτηριζόμενο από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Εφετείο Αθηνών (Μονομελές) με την προσβαλλομένη 3689/2012 απόφασή του παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κατ' αυτού αγωγή του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου με αντικείμενο αμοιβές για διάφορες δικαστικές ενέργειές του, καθόσον, όπως αναφέρει, ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη αγωγή του "κατέγραψε αμοιβές του για παραστάσεις του σε διάφορα δικαστήρια κατά τη συζήτηση ή αναβολή υποθέσεων, χωρίς να προσδιορίζει ούτε το κάθε δικόγραφο ξεχωριστά που κατέθετε και υποστήριζε ή που απέκρουε, ούτε αναλυτικά την παροχή των υπηρεσιών του", παραθέτει δε ενδεικτικά τις αναφερόμενες στη σελίδα 3 της αγωγής αξιώσεις υπό στοιχ. "Α1) ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ. Ι) ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌ ΕΤΟΣ 1997", κατ' αντιγραφή, όπως υποδηλώνεται, του σχετικού τμήματος αυτής, από το οποίο, όμως, προκύπτει ότι για τις επιμέρους αυτές αξιώσεις αναφέρονται αναλυτικά τα αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία, σύμφωνα με τα άρθ. 91, 92, 94, 98 επ. του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων και 680 ΚΠολΔ, και δη οι κατ' ιδίαν δικαστικές εργασίες του ενάγοντος (παράσταση ενώπιον διαφόρων διοικητικών δικαστηρίων σε συγκεκριμένες δικασίμους για την συζήτηση καθοριζομένων υποθέσεων, σύνταξη υπομνημάτων, οι αριθμοί των συναφών δικαστικών αποφάσεων κ.λπ.) και η ζητουμένη αμοιβή για κάθε μία απ' αυτές και επομένως ο ερευνώμενος εδώ λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, όσον αφορά τις ως άνω αξιώσεις. Περαιτέρω, την ίδια πλημμέλεια προσάπτει το αναιρεσείον και για άλλες αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούν διάφορες δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 κ.λπ., παραθέτοντας, όμως, όχι το συναφές περιεχόμενο της αγωγής, αλλά των προτάσεών του, όπως αναφέρει, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς αντίκρουση των κονδυλίων αυτών, τις οποίες επανέφερε, όπως εκθέτει, και ενώπιον του Εφετείου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά το σκέλος τούτο ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ (η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτήν λόγο) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης, παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση - έστω και έμμεση - της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη ερμηνευτική αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1214/ 2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 § 1 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται ότι η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής (ΑΠ 476/2007) και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία. Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του (ΑΠ 140/2007), εάν δε δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθ. 99 επ. του ως άνω Κώδικα ελάχιστα όρια. Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου μπορεί να καταρτισθεί ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 372/2000). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό (άρθ. 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 4 § 2 ν. 3944/2011) επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο δικηγορική αμοιβή, με την προσβαλλομένη 3689/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το αναιρεσείον εναγόμενο φιλανθρωπικό σωματείο διά του Προέδρου του ΔΣ αυτού, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες εκεί αποφάσεις του, διόρισε νομίμως τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα δικηγόρο, με τα παρατιθέμενα ειδικά και γενικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του προκειμένου να το εκπροσωπήσει και χειρισθεί διάφορες νομικές, δικαστικές και εξώδικες, υποθέσεις του, που ανέκυπταν κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, έναντι αμοιβής που θα καθόριζε ο εντολοδόχος ενάγων, εφόσον η αμοιβή του ενάγοντος δεν αποτέλεσε αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης μεταξύ των διαδίκων, η αμοιβή δηλ. ήταν κατά την κρίση του ενάγοντος και με τη συναίνεση του εναγομένου ο ενάγων καθόριζε τις αμοιβές, σε κάθε δε περίπτωση το εναγόμενο δεν επικαλείται άλλη τυχόν συμφωνία περί της αμοιβής του ενάγοντος, ότι η συναίνεση του εναγομένου και η εκ μέρους του έλλειψη αντιρρήσεων ως προς το ύψος της αμοιβής που καθόριζε ο ενάγων προκύπτει και από το γεγονός ότι το εναγόμενο ανέθετε συνεχώς επί σειρά ετών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα εκεί ειδικά και γενικά πληρεξούσια, στον ενάγοντα την διεξαγωγή σωρείας υποθέσεων που το απασχολούσαν, ενώπιον οιασδήποτε αρχής, ότι ο καθορισμός από τον ενάγοντα της αμοιβής του και η αποδοχή αυτής από το εναγόμενο στα όρια/ύψος ενίοτε που καθορίζονται από τους προσδιοριστικούς όρους των άρθ. 99 επ. του Κώδικα περί δικηγόρων και τους συντελεστές δικηγορικής αμοιβής που ίσχυαν κατά τον χρόνο εκτέλεσης των εργασιών δεν οδηγεί σε έλλειψη της συμφωνίας για την αμοιβή του, ότι πραγματικά ο ενάγων αντιπροσωπεύοντας τον εντολέα του εναγόμενο προέβη στην ενέργεια των αναγκαίων για την διεκπεραίωση των ανατεθεισών σ' αυτόν υποθέσεων δικαστικών και εξωδίκων πράξεων και συγκεκριμένα εξετέλεσε τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη δικαστικές και εξώδικες εργασίες, χειριζόμενος τις νομικές υποθέσεις του εναγομένου, δικαιούμενος την αντίστοιχη αμοιβή για κάθε εργασία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε συναφώς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν κρίσιμο τμήμα της προσβαλλομένης απόφασης, δεν ανέκυψε αμφιβολία για την έννοια δηλώσεων βούλησης των διαδίκων και θέμα ερμηνείας αυτών, ώστε να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, που ουδόλως παραβίασε, ούτε εξάλλου τις, μη προσδιοριζόμενες, διατάξεις περί εντολής και του Κώδικα περί Δικηγόρων για τον καθορισμό της αμοιβής στα εκεί προβλεπόμενα (ελάχιστα) όρια σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας για την αμοιβή, αφού δέχθηκε ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία, καταρτισθείσα ως άνω, ούτε, τέλος, τις διατάξεις των άρθ. 185 - 192 ΑΚ. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν οι ενιαίως λαμβανόμενοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δεύτερος (2ος) και τρίτος (3ος) κατά το με αριθ. 1 σκέλος αυτού, με τους οποίους προβάλλονται, κατά τρόπο πάντως κάπως ασαφή και συγκεγχυμένο, εναλλάξ αναιρετικές πλημμέλειες από τις ως άνω διατάξεις. Ειδικότερα, ο δεύτερος (2ος) λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα, εάν το εναγόμενο έλαβε πράγματι γνώση των επί μέρους αιτημάτων του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου για τον καθορισμό των αμοιβών του και εάν στην συνέχεια συμφωνούσε με αυτά, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχεται ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών για το ύψος της αμοιβής όλων των διαδικαστικών πράξεων, στην συνέχεια γίνεται λόγος για αμοιβές του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις των άρθ. 98 και 99 του Κώδικα περί Δικηγόρων, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από το προεκτεθέν κρίσιμο τμήμα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε όσα αναφέρονται στον λόγο αυτόν, αλλ' απλά ότι ενίοτε με την ως άνω συμφωνία η αμοιβή του ενάγοντος καθοριζόταν στο ύψος των προβλεπομένων από τα άρθ. 98 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων (κατωτάτων) ορίων, οι παραδοχές δε αυτές ουδόλως αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο αποδίδονται περαιτέρω οι αιτιάσεις ότι ο μονομερής καθορισμός από τον ενάγοντα των αμοιβών και η μη προβολή αντιρρήσεων εκ μέρους του εναγομένου θεμελιώνεται αποδεικτικά μόνο στην κατάθεση της μάρτυρος και συνεργάτιδος του ενάγοντος, η οποία έγινε δεκτή ως "θέσφατο" ενώ αποδεικνύεται εξ εγγράφων ότι η γνωστοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντος διατυπώθηκε για πρώτη φορά εγγράφως μόνο την 28-2-3007, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτές πλήττεται ευθέως η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και των αποδείξεων (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. (Α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 39, 46, 49, 91 § 1, 92, 98 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι η μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υπόθεσης του τελευταίου έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής (ΑΠ 476/2007), υπόχρεος δε προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου, με οποιονδήποτε τρόπο και αν καθορίζεται αυτή (σε ορισμένο ποσό ή ποσοστό με βάση την σύμβαση της εντολής ή με βάση τα προβλεπόμενα στον Κώδικα ελάχιστα όρια, ελλείψει ειδικής ως προς την αμοιβή συμφωνίας), είναι πάντοτε εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης, στην οποία αφορά η αμοιβή (ΑΠ 140/2007, 1291/2006) και όχι οποιοσδήποτε τρίτος σε σχέση με την σύμβαση αυτή. (Β) Περαιτέρω, ως προς την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης για απαλλοτρίωση ακινήτου (καθού η απαλλοτρίωση) από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 18 § 4 ν. 2882/2001, 100 § 1, 103, 107, 110, 111, 114 § 5 Κώδικα περί Δικηγόρων, 17 § 4 ν.δ. 446/1974, 9 §§ 1, 1α, 5 και 6 ν. 1093/1980 συνάγεται ότι (1) οι διαδικασίες για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης αφορούν την διερεύνηση μίας και της αυτής διαφοράς (2) γι' αυτό ο δικαιούχος της αποζημίωσης και σε περίπτωση διπλού, προσωρινού και οριστικού, προσδιορισμού της αποζημίωσης μία φορά θα πληρώσει, στα πλαίσια της μεταξύ τους σχέσης, αμοιβή στον δικηγόρο του που παραστάθηκε και στις δύο διαδικασίες, διότι ουσιαστικά αυτός μία φορά παρέσχε την εργασία του (3) η αμοιβή αυτή που καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στον δικηγόρο του αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος αυτού και περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην φαλκιδεύεται αυτή και να είναι πλήρης (άρθ. 17 §§ 1 και 4 του Συντάγματος), ανέρχεται δε, εφόσον δεν υπάρχει ειδική περί αυτής συμφωνία, κατά τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων σε ποσοστό επί της οριστικής αποζημίωσης και ειδικότερα (α) σε 2% για την σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο (β) σε 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της ανταίτησης και κύριας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και (γ) σε 2% για την άσκηση ανταίτησης ή κύριας παρέμβασης με τις προτάσεις ή την σύνταξη απλών προτάσεων του καθού (ΑΠ 1747/2011, 1893/2007, 252/2005). Σε κάθε περίπτωση η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που περιλαμβάνεται μεν στην δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται με την σχετική απόφαση στην δίκη της απαλλοτρίωσης, διακρίνεται, όμως, αυτής που δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέως του, είναι πάντοτε πληρωτέα από τον εντολέα, με βάση την μεταξύ τους σχέση έμμισθης εντολής (ΑΠ 2073/2007) και κατά συνέπεια δεν δημιουργείται αξίωση του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης κατά του αντιδίκου του εντολέως του και αντίστοιχη υποχρέωση αυτού για την καταβολή της αμοιβής του. (Γ) Εξάλλου, κατά τα άρθ. 100 §§ 1 εδ. α' και 2 και 107 § 1 του Κώδικα αυτού το ελάχιστο όριο για την σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, εάν δε αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα ως άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής, ενώ για την σύνταξη προτάσεων για την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσο προς το οριζόμενο στα άρθ. 100 επ. για την σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το μισό αυτής, ουδέποτε όμως είναι κατώτερο των 20 δρχ. για τις υποθέσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου και των 50 δρχ. για τις ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατά δε το άρθρο 114 §§ 1 και 2 του ανωτέρω Κώδικα για την σύνταξη κάθε άλλης αίτησης, που δεν κατονομάζεται στον Κώδικα αυτόν, ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου είναι 40 δρχ., για παράσταση δε προς συζήτηση των αιτήσεων αυτών, εφόσον κατατίθεται και σημείωμα ή προτάσεις, το ελάχιστο όριο είναι 30 δρχ. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου για την σύνταξη αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων, η οποία δεν αναφέρεται ειδικά στον Κώδικα, και προτάσεων για την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου συζήτησή της, καθορίζεται από τις ως άνω διατάξεις του άρθ. 114 §§ 1 και 2 του Κώδικα αυτού, ως πλέον αρμόζουσες στην φύση της αίτησης αυτής και όχι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 100 § 2 και 107 § 1 αντίστοιχα του ως άνω Κώδικα, δηλ. σε ποσοστό επί της οριστικώς καθορισθείσης αποζημίωσης. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από την εισαγομένη με την §5 του αυτού άρθρου 114 ρητή εξαίρεση ως προς την απολύτως συναφή αίτηση προσδιορισμού αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση ακινήτων, η οποία προηγείται χρονικά της αναγνώρισης δικαιούχων και αποτελεί προϋπόθεση αυτής, για την οποία (αίτηση προσδιορισμού αποζημίωσης) ορίζεται ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής προσδιορίζεται κατά το άρθ. 100 με βάση την αξία των ακινήτων, καθόσον άλλως και η αμοιβή για την αίτηση αυτή θα καθοριζόταν κατά τ' αναφερόμενα στο άρθ. 114. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλομένη απόφασή του και τα εξής σε σχέση με υποθέσεις απαλλοτριώσεων ακινήτων του εναγομένου: (Α) Για την απαλλοτρίωση με την 94/2000 απόφαση του Δήμου Αμαρουσίου ακινήτου του εναγομένου στο ... επί των οδών ... (κληρονομία Μ.), ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή για την δίκη καθορισμού προσωρινής αποζημίωσης με αίτηση του Δήμου Αμαρουσίου (α) για τις από 16-112001 προτάσεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και την δι' αυτών ασκηθείσα ανταίτηση (του εντολέως του, εναγομένου) και (β) παράσταση κατά την συζήτηση αυτών ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 16-11-2001 ποσοστό 3% επί του ποσού της οριστικής αποζημίωσης που καθορίσθηκε με την 8053/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δηλ. (7.058.207€?3%=) 211.746€ (Β) Για την απαλλοτρίωση (με την 178/2000 απόφαση του Δήμου Αμαρουσίου) ακινήτου του εναγομένου επί των οδών ... (κληρονομία Μ.) ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή για τις ενέργειές του στις δίκες καθορισμού προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης ύστερ' από αιτήσεις του Δήμου Αμαρουσίου (α) για τις από 18-5-2001 προτάσεις του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και την δι' αυτών ασκηθείσα ανταίτηση (του εντολέως του, εναγομένου) (β) για παράσταση στο ως άνω δικαστήριο την 18-5-2001 κατά την συζήτηση αυτών, επί των οποίων εκδόθηκε η 1262/2001 απόφασή του (γ) για σύνταξη των από 8-5-2002 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και την δι' αυτών ασκηθείσα ανταίτηση για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης και (δ) για παράσταση κατά την συζήτηση αυτών την 14-5-2002, επί των οποίων εκδόθηκε η 4855/2002 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, 6% επί της οριστικής αποζημίωσης που καθορίσθηκε με την ως άνω απόφαση, δηλ. (2.712.236,18€?6%=) 163.034€ (Γ) Για την υπόθεση αναγνώρισης δικαιούχων της ως άνω καθορισθείσης οριστικής αποζημίωσης (υπό στοιχ. Β) και δη για σύνταξη κυρίας παρέμβασης και παράσταση στην συζήτηση την 6-6-2003 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών της αίτησης της "Εθνικής Τράπεζας" για αναγνώριση δικαιούχων και σύνταξη προτάσεων επί των ως άνω κυρίας παρέμβασης και αίτησης ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ποσοστού 2% επί της ως άνω προσδιορισθείσης οριστικά αποζημίωσης, δηλ. ποσό (2.712.236,18€?2%=) 54.244€. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει ως αμοιβή του ενάγοντος, εκτός από την αμοιβή του για άλλες εργασίες που δεν ενδιαφέρουν εδώ, και τα ως άνω ποσά για τις προαναφερθείσες ενέργειές του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: (1) Δεχθέν ότι υπόχρεο για την καταβολή των ως άνω αμοιβών του ενάγοντος είναι το εναγόμενο ως εντολέας του (και όχι ο Δήμος Αμαρουσίου) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει ν' απορριφθεί ο από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ τρίτος (3ος) λόγος αναίρεσης κατά τη σχετική αιτίασή του, διαλαμβανομένη στα με αριθ. 2 και 3 σκέλη του, σε διάφορα σημεία αυτών (2) Παραβίασεν ευθέως τις ως άνω διατάξεις δεχόμενο ότι ο ενάγων (α) για τις ενέργειές του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον καθορισμό προσωρινής αποζημίωσης σε σχέση με το ως άνω με στοιχ. Α' ακίνητο (κληρονομία Μ.) δικαιούται αμοιβή ποσοστού 3% (και όχι 2%, εφόσον άσκησε ανταίτηση με τις προτάσεις) και μάλιστα επί της οριστικά καθορισθείσης αποζημίωσης από το Εφετείο, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές δεν παρέστη στην ενώπιον αυτού δίκη (β) για τον καθορισμό προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης για το ως άνω με στοιχ. Β' ακίνητο (κληρονομία Μ.) δικαιούται αμοιβή συνολικού ποσοστού 6% επί του ποσού της οριστικής αποζημίωσης (δηλ. 3% για κάθε βαθμό), αν και σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ενώπιον αμφοτέρων των δικαστηρίων άσκησε ανταιτήσεις όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο αλλά με τις προτάσεις (γ) για τις ενέργειές του στην δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων της ως άνω οριστικής αποζημίωσης (με στοιχ. Γ' υπόθεση) δικαιούται αμοιβή σε ποσοστό (2%) επί της αποζημίωσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος (3ος) λόγος αναίρεσης από την ίδια διάταξη ως προς τα με αριθ. 2, 3 (κατά τα λοιπά) και 4 σκέλη αυτού. Τέλος, ο αυτός τρίτος (3ος) λόγος αναίρεσης κατά το με αριθ. 5 σκέλος αυτού (κατ' εκτίμηση επίσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ), κατά το οποίο παρά το νόμο με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος εναγομένου τόκοι υπερημερίας από την, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, εξώδικη όχλησή του, ενώ έπρεπε από την επίδοση της αγωγής, είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα άρθ. 340 και 345 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής καθίσταται υπερήμερος από την εξώδικη όχληση, οφείλοντας έκτοτε συναφείς τόκους. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί ενμέρει, κατά τα ως άνω, η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο χρειάζεται διευκρινίσεις (υπολογισμό των πράγματι οφειλομένων στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα ποσών κ.λπ.), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3689/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ