Αριθμός 1305 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα-Εισηγήτρια και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη -Αλέξανδρο Μυλωνά, για αναίρεση της υπ' αριθ 236/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους :1. Α. Γ.-Τ. του Σ., κάτοικο ... και 2.Γ. Τ. του Δ., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους, Ιωάννα Αναστασοπούλου και Σοφία Βλάχου -Ζηνέλη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 287/13 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ 1 του ΚΠΔ με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα, μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να αναβάλλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, όμως σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου κατά τη σημερινή εκφώνηση της υπόθεσης, εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υποθέσεως, διότι η υπόθεση του ανατέθηκε πριν από δύο ημέρες και δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένος. Ο επικαλούμενος, όμως, λόγος δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή. Επομένως το αίτημα είναι απορριπτέο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ 2, 474 παρ 2, 476 παρ 1, 509 παρ 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται χωρίς άλλη περαιτέρω έρευνα (519 παρ 1 ΚΠΔ). Ειδικότερα για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στη διάταξη του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως από την απόφαση της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοιΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β)αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως (ΟλΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 236/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μετά από έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κήρυξε αυτόν ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς, καταμηνύσεως κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση σε συνολική ποινή φυλακίσεως 30 μηνών. Με τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ 1 περ Δ ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως τη ς κρινόμενης αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει περικοπές της προσβαλλομένης αποφάσεως και περικοπές της υπ' αριθμ. 9008/2000 αποφάσεως του (πολιτικού) Εφετείου Αθηνών, ακολούθως παραπονείται ότι εσφαλμένως εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά και ήχθη το δικαστήριο σε καταδικαστική κρίση. Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η αποδιδομένη στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια και σε ποία συγκεκριμένα κεφάλαια αυτής σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της. Αντιθέτως, η ανωτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος συνιστά αμφισβήτηση της ουσίας των παραδοχών του Εφετείου ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο στηριζόμενος στην αιτίαση αυτή από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα για καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιόποινου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και , σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ 2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων (υπό β¨) "το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε όχι από ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζήτησε δια του συνηγόρου του "να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2β ΠΚ". Ο ισχυρισμός αυτός, έτσι όπως προβλήθηκε, είναι εντελώς αόριστος και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν υπείχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, στον οποίο εκ περισσού απάντησε με την αιτιολογία ότι " δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στην τέλεση των πράξεων του από αίτια μη ταπεινά" Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ ΚΠοινΔ με του οποίου προβάλλεται ότι χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο ως άνω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι δεν απάντησε στους λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς του χωρίς να διευκρινίζει ποίοι είναι οι ισχυρισμοί αυτοί. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ενεχείρησε στο δικαστήριο έγγραφο με τίτλο αυτοτελείς ισχυρισμοί, με το οποίο επικαλείτο την εφαρμογή του ν. 4043/2012 για τις ποινές που επιβλήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επιπλέον αρνείτο τη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων του δόλου. Το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του έπαυσε κατ' εφαρμογή του ν. 4043/2012 την ποινική δίωξη για την πράξη της απειλής κατά συρροή για την οποία είχαν επιβληθεί από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποινές φυλακίσεως 3 και 5 μηνών, ενώ για τις λοιπές πράξεις τον κήρυξε ένοχο. Με το να τον κηρύξει ένοχο για τις παραπάνω πράξεις απέρριψε εκ του πράγματος τον ισχυρισμό περί εφαρμογής του νόμου 4043/2012, αφού οι ποινές οι οποίες είχαν επιβληθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο για τις πράξεις αυτές (φυλάκιση 12 μηνών για καθεμία πράξη) δεν ενέπιπταν στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου λόγω του ύψους τους, ενώ ο έτερος ισχυρισμός περί άρνησης του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου δεν ήταν αυτοτελής, υπό την ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη, έννοια, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός . Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Β ΚΠοινΔ κατ' εκτίμηση λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, για το λόγο ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στους παραπάνω ισχυρισμούς του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Μετά απ' αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί και στη δικαστική δαπάνη των παριστάντων πολιτικώς εναγόντων (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-2-2013 αίτηση του Γ. Δ. του Μ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 236/2013 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ