ΑΡΙΘΜΟΣ 501/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά- Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Ε.-Γ. Β. συζ. Φ.-Η. και 2. Φ.-Η. Β. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8692/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 681/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η με αριθμό 8692/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, β) να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Φ.-Η. Β. και Ε.-Γ. Β., για την πράξη της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ (εργοδοτικών και εργατικών) κατ' εξακολούθηση, για τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 25.1.2005 και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιοσδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παράγραφο 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφάλισης του Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του Α. Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εν όψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967,απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α., με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.Α.Π. 1/1996), και αναφορά, επί περισσοτέρων φυσικών προσώπων, φερομένων ως εργοδοτών εκ της ασκήσεως επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει, η θέση ενός εκάστου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποία η εταιρική μορφή της επιχείρησης και ποία η ιδιότητα και η θέση κάθε κατηγορουμένου στη τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 1/1996, ΑΠ 293/2012, ΑΠ 954/2012, ΑΠ 52/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 8692/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από αυτή, οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες Φ.-Η. και Ε.-Γ. Β. καταδικάστηκαν για καθυστέρηση καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., σε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 1500 ευρώ, ο καθένας. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Στην Αθήνα, τυγχάνοντες οι κατηγορούμενοι Φ.- Η. Β. και Ε.-Γ. Β. εργοδότες, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της επιχείρησης ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕΤΕ με ΑΜΕ ..., υποκατάστημα ..., με ασκούμενη επιχείρηση τουριστικού γραφείου (οι οποίοι σημειωτέον ότι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στο πρωτόδικο δικαστήριο, βλ. από 772/2009 αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Αθηνών ... και από 30/10/2009 του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Αθηνών ...), έχοντας απασχολήσει από κοινού, κατά τη χρονική περίοδο από 1η Ιανουαρίου του 2005 μέχρι 30/6/2006 στην ανωτέρω επιχείρησή τους προσωπικό σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και συγκεκριμένα πέντε μισθωτούς, με ύψος συνολικών αποδοχών 229.911, 59 ευρώ, α) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών τριάντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δέκα πέντε (39.415) ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον παραπάνω οργανισμό (ΙΚΑ) μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, και β) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους, ποσού δέκα εννέα χιλιάδων επτακοσίων επτά (19.707) ευρώ, με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον ανωτέρω οργανισμό (ΙΚΑ), δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, ιδιοποιούμενοι το χρηματικό ποσό αυτών παρανόμως, και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις παραπάνω πράξεις". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, μολονότι πρόκειται για εταιρική επιχείρηση και όχι ατομική και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, δεν εκτίθενται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση των αναιρεσειόντων στην ανώνυμη εταιρία, η οποία κατά το νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και δεν αναφέρεται αν αυτοί ήσαν εκ του καταστατικού της ανώνυμης εταιρίας προβλεπόμενοι ως υπεύθυνοι ή νομίμως ορισθέντες, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή τους, να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδουν αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχείρησης στο ΙΚΑ, αλλά απλώς αναφέρεται η ιδιότητά τους ως εργοδοτών και νομίμων εκπροσώπων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν αρκεί. Συνεπώς, ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κοινής αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και ως προς τους δύο αναιρεσείοντες κατηγορουμένους. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1β, 370 εδ.β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ,ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος, όπως επί του προκειμένου, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ.β του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση οι μερικότερες πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που φέρονται ότι τελέστηκαν από τους αναιρεσείοντες κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 μέχρι και 15/2/2005, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους, έχουν παραγραφεί, καθόσον συμπληρώθηκε οκταετία από τον χρόνο τελέσεώς τους μέχρι και την 15/2/2013 (χρόνο διασκέψεως προς έκδοση της παρούσας απόφασης), γι' αυτό και πρέπει να παύσει οριστικά η εναντίον τους ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Για τις μη παραγραφείσες όμως μερικότερες πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν έκτοτε και μέχρι την 30/6/2006, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 8692/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Φ.-Η. Β. και Ε.-Γ. Β., για την πράξη της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ (εργοδοτικών και εργατικών) κατ' εξακολούθηση, για τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 έως και 15/2/2005. Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ