Αριθμός 395/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαρμπάκη, περί αναιρέσεως της 238/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.2.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 439/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα έξι ετών για τα αδικήματα της αγοράς, κατοχής, διάθεσης χώρου σε άλλους για χρήση ναρκωτικών ουσιών και πώλησης αυτών κατ' εξακολούθηση. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε, κατά πλειοψηφία, ως μη τοξικομανής, αφού ο ισχυρισμός αυτού περί τοξικομανίας απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση του το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά "αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκε, με αύξοντα αριθμό 12, πλην άλλων, η από 26-4-2002 έκθεση ιατρικής πραγματογνω-μοσύνης. Από τη γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω έκθεση αφορά την 551/26-4-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ψυχιάτρων .... και .... , η οποία διατάχθηκε από τον Ανακριτή Α' Τμήματος Βόλου (άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 1729/87), επειδή ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε κατά την προδικασία ότι ήταν τοξικομανής. Σύμφωνα δε με το πόρισμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης ο κατηγορούμενος αναιρεσείων είναι "εξαρτημένος από ψυχοδραστικές ουσίες και αδυνατεί να αποβάλει την έξη με δικές του δυνάμεις". Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στη ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ΄ είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα ουδεμία μνεία γίνεται της εν λόγω ευνοϊκής για τον κατηγορούμενο εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης στην αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της η πλειοψηφία του Δικαστηρίου προκειμένου να καταλήξει στο αντίθετο με αυτή συμπέρασμα, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του . Επισημαίνεται δε ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται μεν ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη δικαστική αυτού κρίση. Η έλλειψη δε συναφούς αιτιολογίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης μνημονεύεται ειδικά στο σκεπτικό της μειοψηφίας προκειμένου να στηρίξει την κρίση της για τη βασιμότητα του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ενισχύει την άποψη ότι η πλειοψηφία του Πενταμελούς Εφετείου ουδόλως έλαβε υπόψη της την εν λόγω έκθεση κατά την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση της ως μη τοξικομανούς. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 238/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ