Αριθμός 299/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη που ανακάλεσε την από 21/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κέππα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2374/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3037/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/5/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 235 ν. 4364/2016: "1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση... 2... 3. Στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, και επί ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τον Πτωχευτικό Κώδικα, οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ΚΠολΔ. Παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει τις ίδιες κυρώσεις και πρόστιμα στο πρόσωπο του ασφαλιστικού εκκαθαριστή όπως στην περίπτωση του Διοικητικού Συμβουλίου." Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 239 παρ. 3 του ίδιου νόμου: "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης." Τέλος, κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3788/2007) "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης (με απόφαση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής), ακολουθεί, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση, το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, συνιστά συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσης, που κινείται από την Εποπτική Αρχή (και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών), οδηγεί δε στη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης με σκοπό την ικανοποίηση, αποκλειστικά με τη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά της τελευταίας υφισταμένων απαιτήσεων τους. Επί της εκκαθάρισης αυτής είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική, εφαρμογή εκείνων μόνον των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με την ως άνω εκκαθάριση σκοπό. Μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτώχευσης, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση, εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), όσες δε πράξεις ενεργηθούν κατά παράβαση της αναστολής αυτής είναι απολύτως άκυρες. Κατ' ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει αναφορικά με τα κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού χαρακτήρα, αγωγών που ασκήθηκαν από πιστωτές της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη. Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται. Η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης, απαγορεύεται. Η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση δε που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει και αυτεπαγγέλτως να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1218/2019, ΑΠ 1942/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 230/2/15.5.2017 (ΦΕΚ 1665/2017) απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής επιχείρησης και τέθηκε αυτή υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις των άρθρων 109, 110, 114, 226 και 235 ν. 4364/2016, ενώ με την υπ' αριθ. 231/2017 απόφαση της ίδιας Επιτροπής διορίσθηκε ασφαλιστικός εκκαθαριστής. Όμως σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση που άσκησε η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, τεθείσα ήδη υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, κατά της υπ' αριθ. 3037/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής της ιδίας με αντικείμενο την καταψήφιση αποζημίωσης από υποκατάσταση (πράγμα που ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως), δεδομένου ότι η παρούσα δίκη δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 235, 239 του ν. 4364/2016 και 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3788/2007). Ειδικότερα, όλες οι ως άνω προβλεπόμενες ρυθμίσεις επί της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, που συνεπάγονται μεταξύ άλλων την απαγόρευση εκδίκασης ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης, και εντεύθεν το απαράδεκτο της συζήτησης αυτών, αφορούν στα κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα (καταψηφιστική αγωγή κατά ασφαλιστικής εταιρείας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, ένδικα μέσα κατά της σχετικής απόφασης κλπ), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, και επομένως νομίμως χωρεί η συζήτηση της παρούσας υπόθεσης, η οποία και εισήχθη νομίμως προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά την τακτική διαδικασία, και δεν δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το σημείωμα που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ` αριθ. 3037/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 2374/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή κατ' ουσίαν την από 9-4-2012 αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας για καταβολή αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση καθ' υποκατάσταση, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 496/2020), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα που έγιναν κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται σε αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή (ένσταση ή αντένσταση) ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1483/2022, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 551/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον αυτού, για να αποδείξει τα συγκροτούντα τη βάση της αγωγής της περιστατικά, ήτοι: το απόσπασμα από το Ηλεκτρονικό Βιβλίο Αδικημάτων κλπ του Τμήματος Παραπόνων Ασπροπύργου, την υπ' αριθμ. 1784111/ΙΝL έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας ... την από 20-1-2012 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την ασφαλισμένη, την από 6-3-2012 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση της ασφαλισμένης προς την αναιρεσίβλητη και την 36020/2012 εξοφλητική απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, διότι η παραδεκτή προβολή του προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, διαλαμβάνουσα κατάρτιση ελάσσονος πρότασης αναφερόμενης στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλά, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. ΙV. Α'. Κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ή 560 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται-εξειδικεύονται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015). Αν, λοιπόν, το δικαστήριο απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, μολονότι στο δικόγραφό της εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, και δεν προβαίνει στην κατ` ουσίαν εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017). Β'. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2496 της 14/16.5.1997 (Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις) συνάγεται ότι ο ασφαλιστής, που αποζημίωσε τον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στα έναντι του τρίτου, υπόχρεου προς αποζημίωση, δικαιώματα του ασφαλισμένου, στην έκταση που ικανοποίησε αυτόν, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη δήλωση περί μεταβίβασης των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή αποδοχή τέτοιας δήλωσης ή ανακοίνωση περί αυτής προς τον τρίτο. Η υποκατάσταση αυτή έχει χαρακτήρα εκχώρησης εκ του νόμου. Συνεπώς, ο υπόχρεος προς αποζημίωση έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε και κατά του ζημιωθέντος και, επομένως, η κατά του τρίτου αγωγή του ασφαλιστή θα έχει, κατά κανόνα, την ίδια βάση, όπως αν την αγωγή ασκούσε ο ίδιος ο ζημιωθείς. Για την πληρότητα της εν λόγω αγωγής ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης και συγκεκριμένα: α) τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε, καθώς και την προέλευση αυτής, με αναλυτική παράθεση των επί μέρους κονδυλίων που την απαρτίζουν, εφόσον δε αυτή προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά, μεταξύ του ασφαλισμένου του και του τρίτου αντισυμβαλλομένου αυτού, και την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση και τους όρους αυτής που παραβιάσθηκαν από πταίσμα του ίδιου ή των αντιπροσώπων του ή των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, και προκάλεσαν την ζημία του ασφαλισμένου του, κατά την έννοια των άρθρων 330 και 334 του ΑΚ (ΑΠ 763/2014). Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 09-04-2012 αγωγή, που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα κατά της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσε τα εξής περιστατικά: Ότι δυνάμει της αναφερόμενης ασφαλιστικής σύμβασης είχε ασφαλίσει για το χρονικό διάστημα από 2-4-2011 έως 2-4-2012, την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα ανέλαβε την ασφάλιση εκτός των άλλων, και κατά του κινδύνου της κλοπής των εμπορευμάτων που ήταν εναποθηκευμένα στο περιγραφόμενο μίσθιο ακίνητο της έδρας της επιχείρησης, στη θέση ... στην περιοχή ... Ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, εφόσον σημειώθηκε κλοπή εμπορευμάτων από το ασφαλισμένο κτίριο στις 17-1-2012 και περί ώρα 05,11, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, κατά την οποία (κλοπή) κλάπηκαν, όπως επιγραμματικά αναφέρει, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οθόνες, φωτογραφικές μηχανές τηλεφωνικές μηχανές, σαρωτές κλπ. Ότι η ασφαλισμένη ως άνω εταιρεία είχε καταρτίσει με την εναγομένη επιχείρηση υπηρεσιών ασφαλείας (ήδη αναιρεσίβλητη), σύμβαση, δυνάμει της οποίας της ανέθεσε τη συντήρηση και προσήκουσα λειτουργία του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (CCTV), των εγκαταστάσεων της επιχείρησής της. Ότι υπαίτια της κλοπής είναι η εναγομένη εταιρεία η οποία, δεν προέβη στη συντήρηση και στον ορθό παραγραμματισμό των εννέα καμερών του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης που βρίσκονταν στην επιχείρηση της ασφαλισμένης της, όπως υποχρεούτο από τη σύμβαση και ειδικότερα η κλοπή επισυνέβη από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι ασκούντες πλημμελώς τα καθήκοντά τους δεν προέβησαν στη συντήρηση και τον ορθό προγραμματισμό των υφισταμένων εννέα καμερών ασφαλείας (εκ των οποίων οι οκτώ ήταν ανενεργές), παρόλο που διαπίστωσαν τις παραπάνω δυσλειτουργίες δύο μήνες προ του συμβάντος όταν ο τεχνικός της εναγομένης που επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της ασφαλισμένης προς επιθεώρηση, διαπίστωσε ότι οι οκτώ κάμερες ήταν εκτός λειτουργίας και δεν μπορούσαν να καταγράψουν καμία κίνηση, ούτε να ενεργοποιήσουν το συναγερμό. Ότι η ίδια (ενάγουσα-αναιρεσείουσα) κατέβαλε στην ασφαλισμένη της το οφειλόμενο ασφάλισμα, ανερχόμενο στο ποσό των 1.300 ευρώ για το κτίριο και σε 21.403,64 ευρώ για τα εμπορεύματα, και συνολικά (μετά από αφαίρεση ποσοστού 10% για συμμετοχή της ασφαλισμένης), στο ποσό των 20.432 ευρώ, και υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, αλλά και δυνάμει σχετικής σύμβασης εκχώρησης της απαίτησης, στα δικαιώματά της έναντι της εναγομένης για την ζημία που υπέστη. Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) να της καταβάλει νομιμοτόκως το προαναφερόμενο ποσό. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι αόριστη κατ` άρθρο 216 ΚΠολΔ αφού δεν περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τη διάταξη αυτή στοιχεία που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της κατά νόμο, και ειδικότερα ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της, κατ` είδος, ποσότητα και αξία εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, για την πληρότητα της εν λόγω αγωγής ο ασφαλιστής και εν προκειμένω η ενάγουσα, πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, εκτός από τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης (ήτοι τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης και την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης) και τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε, καθώς και την προέλευση αυτής, με αναλυτική παράθεση των επί μέρους κονδυλίων που την απαρτίζουν, ήτοι έπρεπε να επικαλεστεί αναλυτικά στην αγωγή τα κλαπέντα εμπορεύματα κατ` είδος, ποσότητα και αξία, μη αρκούντος του γεγονότος της συλλήβδην αναφοράς της αξίας αυτών χωρίς παράθεση τουλάχιστον του αριθμού και του είδους των επί μέρους κλαπέντων εμπορευμάτων, ώστε να παρασχεθεί στην εναγομένη η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής. Τα ανωτέρω δε στοιχεία, που παραλείπει να αναφέρει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην αγωγή της, είναι κρίσιμα για την θεμελίωση της έκτασης της ευθύνης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, επειδή στο δικόγραφό της δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, και συνακόλουθα δεν προέβη στην κατ` ουσίαν εξέτασή της, κηρύσσοντας ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, παρόλο που στο δικόγραφό της αναφερόταν όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-5-2020 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθ. 3037/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ