ΑΡΙΘΜΟΣ 1137/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα,- Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σφυρή, περί αναιρέσεως της 6129/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Λ., ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 202 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1303/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθεις που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και το οποίο, πρέπει, να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη, αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη, αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τη συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος ισχυρισμός είναι ο περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός (άρθρο 30 Π.Κ.) αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του, έχει ως συνέπεια τον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6129/2012 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Δ. Δ. του Ν., κάτοικος ..., διατηρούσε και εκμεταλλεύονταν στον Ασπρόπυργο Αττικής ατομική επιχείρηση που είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας το εμπόριο και τη διαχείριση παλαιών σιδηροκραμάτων. Στις 25-1-2005, στο εργοτάξιο της επιχείρησης ενώ ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών, ο παθών L. B. γεννηθείς το έτος 1972, είχε αναλάβει, μετά από εντολές και οδηγίες του κατηγορουμένου -εργοδότη του, να χειριστεί περανοφόρο ανυψωτικό όχημα [κλαρκ], με αριθμό πλαισίου ..., με το οποίο τοποθετούσε παλαιά σίδερα και συναφή υλικά σε κοντέινερ , στο χώρο του εργοστασίου. Κατά την εκτέλεση της σχετικής εργασίας και ενώ ο παθών με χειρισμό του μηχανήματος επιχείρησε να μεταφέρει ευμεγέθη κυλινδρικό σωλήνα, το μηχάνημα ανατράπηκε και στην προσπάθεια του ανωτέρω χειριστή να αποφύγει τον τραυματισμό του από την ανατροπή, πηδώντας εκτός της θέσης χειρισμού του μηχανήματος, κτυπήθηκε σοβαρά από το μεταλλικό κάλυπτρο του μηχανήματος, κυρίως στο θώρακα και την κοιλιακή χώρα, από τις κακώσεις δε επήλθε ο θάνατος του, μετά από μακρά νοσηλεία, στις 2-12-2005.Το μηχάνημα ανατράπηκε καθόσον ο παθών δεν είχε μεριμνήσει ώστε οι τροχοί και των δύο πλευρών να τοποθετηθούν σε οριζόντια θέση, αλλά είχαν επικλινή τοποθέτηση, βαρύνεται δε για το αποτέλεσμα αυτό ο κατηγορούμενος με ασυνείδητη αμέλεια. Από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει ως υπεύθυνος του εργοταξίου και διαθέτων μάλιστα και εμπειρία για τον τρόπο εκτέλεσης των συγκεκριμένων εργασιών και την επικινδυνότητα τους , ανέθεσε την εκτέλεση αυτών στον άπειρο και όχι γνώστη του χειρισμού του μηχανήματος ανωτέρω παθόντα, που δεν διέθετε ούτε καν άδεια χειρισμού τέτοιου μηχανήματος, που απαιτείται [άρθρο 4 παρ.4 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι-1 παράγραφος 2.1 του ΠΔ 395/1994, όπως τροπ. με το ΠΔ 89/99 και σε συνδ. με το άρθρ.2 παρ.1 και το άρθρο 4 παρ.1 του Π.Δ 31/90, χωρίς να προβλέψει το αποτέλεσμα του θανάτου του ανωτέρω, που συνδέεται αιτιωδώς με την αμέλεια του. Το προβαλλόμενο απ' αυτόν ότι μόνος του ο παθών ανέλαβε να εκτελέσει την εργασία και ότι αυτός είχε άγνοια της εκτέλεσης και της ανάληψης χειρισμού του μηχανήματος καθώς και άγνοιας των συνθηκών του ατυχήματος, δεν ενέχει βασιμότητα. Ο παθών δεν είχε λόγο να εκτελέσει χωρίς εντολή τις σχετικές εργασίες και η παρουσία του στο χώρο, συνδεόταν με την εκτέλεση της εργασίας που ανέλαβε να εκτελέσει και η οποία απαιτούσε τον χειρισμό του μηχανήματος. Ακολούθως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται." Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: " Στην Αθήνα, στις 25/01/2005, ενώ ήταν υπόχρεος από το επάγγελμα του, ως ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "Δ. Δ.", επί της οδού ... και υπεύθυνος για την λήψη και τήρηση μέτρων ασφαλείας για την υγεία και σωματική ακεραιότητα των εργαζόμενων στην ανωτέρω επιχείρηση, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, κατά την άσκηση των, εκ της ανωτέρω ιδιότητας του, καθηκόντων, από αμέλεια του, δηλ. από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και επέφερε το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, με την ανωτέρω ιδιότητα του, επιφορτισμένος με την ευθύνη λήψης και εφαρμογής των διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας και ιδιαίτερα εκείνων που αναφέρονται στην υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων και στην πρόληψη των ατυχημάτων, στην προαναφερόμενη επιχείρηση, όπου απασχολούνται εργαζόμενοι, παρότι ανέθεσε στον παθόντα L. B. τον χειρισμό του τερανοφόρου ανυψωτικού οχήματος (κλαρκ) της επιχείρησης, μάρκας LΙNDE με αρ. πλαισίου ..., δεν μερίμνησε, ως όφειλε να ελέγξει αν ο παθών διέθετε την απαιτούμενη άδεια χειριστή, μ' αποτέλεσμα ο παθών, χειριζόμενος το κλαρκ, ενώ προσπαθούσε να μεταφέρει κυλινδρικό σωλήνα διαμέτρου 0,50μ., πάχους 0,05 μ. και μήκους 1,30 μ., περνώντας το ένα περόνι του κλαρκ εντός του κενού του κυλινδρικού σωλήνα, οι δυο τροχοί της αριστερής πλευράς του κλαρκ στηρίζονταν στο υψηλότερο δάπεδο (0,13μ.) ενώ οι τροχοί της δεξιάς πλευράς πάνω στη ράμπα ύψους +0,20μ. μέχρι +0,30μ. περίπου με την κίνηση του κλάρκ, ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός του ευρέθη στο κενό (εκτός ράμπας) με συνέπεια την μετακίνηση του κέντρου βάρους του και την ανατροπή του προς την δεξιά πλευρά. Συνέπεια τούτου ο παθών για να αποφύγει την πτώση, πήδησε από το κλαρκ όπου όμως το μεταλλικό κάλυπτρο τον χτύπησε με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του." Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προπαρατέθηκαν, τις οποίες εφήρμοσε ορθώς και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο με πληρότητα εξέθεσε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιστατικά και προσδιόρισε σαφώς το είδος της αμελείας (μη συνειδητή) αλλά και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενεργούσε και δέχθηκε, ότι, από την έλλειψη της προσοχής που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η ενέργειά του, με αποτέλεσμα να επιφέρει ο θάνατο του L. D.. Εντοπίζεται δε η αμέλεια του κατηγορουμένου, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στο ότι αυτός έδωσε εντολή και ανέθεσε το χειρισμό του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος (κλάρκ) στον απασχολούμενο στην ατομική του επιχείρηση θανόντα, ο οποίος δεν κατείχε άδεια χειρισμού του μηχανήματος, ούτε γνώριζε να το χειρίζεται, προκειμένου να εκτελέσει με αυτό εργασίες. Συνεπώς, εφόσον κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίστατο σε πράξη και όχι σε παράλειψη, δεν ετίθετο ζήτημα υπαγωγής των δεκτών γενόμενων περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ και ανάγκη διαπιστώσεως της συνδρομής των όρων του τελευταίου, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επιμέρους αποδεικτικών μέσων, ενώ το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί ενιαίο σύνολο με το διατακτικό, του οποίου, πάντως, δεν αποτελεί αντιγραφή. Επίσης η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ενυπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ως προς τον προβληθέντα υπό του αναιρεσείοντος αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, ο οποίος συνίστατο στην άγνοιά του, ότι ο θανών είχε αναλάβει το χειρισμό του μηχανήματος, δια της σαφούς παραδοχής, ότι ο θανών ανέλαβε το χειρισμό του ανυψωτικού οχήματος μετά από εντολές και οδηγίες του κατηγορουμένου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των ως άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 321 ΚΠοινΔ απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος την οποία πρόβαλε τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο κατ' έφεση Δικαστήριο με λόγο εφέσεως. Κατά το άρθρο 321 πρ.1 και 4 του ΚΠοινΔ το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον κατηγορούμενο πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία αυτός κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, η μη τήρηση δε της ανωτέρω διατάξεως επάγεται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία, αν δεν καλυφθεί, κατά τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠοινΔ, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. β' του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο κλητήριο θέσπισμα, το περιεχόμενο του οπίου αποτελεί και το περιεχόμενο του προαναφερθέντος διατακτικού τα προσβαλλόμενης απόφασης, περιέχει όλα τα στοιχεία, που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εγκυρότητά του και ειδικότερα περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με πράξη, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος αναιρεσείων και μνεία τν άρθρων του ποινικού νόμου (άρθρα 28 και 302) που την προβλέπουν. Συνεπώς, εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στο κλητήριο θέσπισμα, η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίσταται σε πράξη και όχι σε παράλειψη, τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, ότι δεν αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, στηρίζονται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης, ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου στηρίζεται σε παράλειψη. Επομένως, με το να απορρίψει την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς έκρινε, χωρίς να είναι απαραίτητο στα πλαίσια της απορριπτικής αυτής κρίσεως να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σε κάθε περίπτωση η περί ακυρότητας ή μη του κλητηρίου θεσπίσματος κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αναγομένη σε καθαρώς νομικό ζήτημα/δικονομική πληρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δεν είναι ανέλεγκτη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ.1Α ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε, περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί, κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6129/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε, μετά την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου, την αναγνώριση στο πρόσωπο του τελευταίου της συνδρομής των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2β, δ και ε του ΠοινΚ, χωρίς την αναφορά πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τη διάταξη αυτή. Όπως, όμως, διατυπώθηκαν οι σχετικοί ισχυρισμοί, ήταν παντελώς αόριστοι. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που απέρριψε σιγή τους εν λόγω ισχυρισμούς, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 842β, δ και ε του ΠΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-11-2012 αίτηση (δήλωση) του Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6129/2012 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικέ έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ