Αριθμός 518/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1και 2. Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Γιαννικόπουλο, για αναίρεση της ΑΤ 6248/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2007 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 102/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απόφαση, που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολομ.ΑΠ 6/1984 και 4/1985), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.2, 156 και 161 παρ.1 ΚΠοινΔ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση, όμως, που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει, επίσης, να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία και να περιέχονται σ'αυτή, μεταξύ άλλων, οι αποδείξεις, οι οποίες θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων απορρίψεως των πιο πάνω ισχυρισμών, άλλως ιδρύεται ο κατ΄άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΑΤ 6248/2006 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμες τις υπ'αριθ. 967 και 968 από 27 Απριλίου 2006 εφέσεις των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 , αντίστοιχα, κατά της υπ'αριθμ. ΒΜ 2354/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία εκείνοι είχαν καταδικασθεί για παράβαση των άρθρων 33 παρ.1α, β υποπερ.γγ ΠΔ 786/1978 και 1β, αα, εε, 15 περ.δ' και 22 ΠΔ 40/1977, αφού δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Η εκκαλούμενη απόφαση (ΒΜ 2354/04) επιδόθηκε στους κατηγορουμένους στις 19-11-2004, ως αγνώστου διαμονής, αφού δεν βρέθηκαν στην τελευταία γνωστή κατοικία τους (.....), άσκησαν δε τις υπό κρίση εφέσεις τους στις 27-4-2006, μετά δηλαδή την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν γνώριζαν για την υποβολή της προκείμενης μήνυσης (παραβ. Άρθρ. 15 περ.δ', 22 ΠΔ 40/77), διότι είχαν ορίσει άλλο πρόσωπο ως αγορανομικά υπεύθυνο, ο οποίος δεν τους είχε ενημερώσει για τη σχετική μήνυση, ενώ οι ίδιοι από το έτος 2000 είχαν μεταβιβάσει την επιχείρησή τους σε άλλο πρόσωπο. Ο ισχυρισμός τους αυτός, όμως, ακόμη και αν θεωρηθεί αληθής, δεν συνιστά σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση εκ μέρους τους την υπό κρίση εφέσεων, καθόσον οι ίδιοι είχαν ορίσει ως αντιπρόσωπό τους άτομο της εμπιστοσύνης τους και, συνεπώς, δεν δικαιούνται να επικαλούνται αμέλεια του προσώπου αυτού, ώστε οι ίδιοι να απαλλαχθούν των τυχόν ευθυνών τους. η επίδοση, εξάλλου, της εκκαλουμένης απόφασης στους κατηγορουμένους έγινε νομότυπα, αφού τα όργανα της επίδοσης διαπίστωσαν ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατοικούσαν στις τελευταίες γνωστές κατοικίες τους, κατέγραψαν το γεγονός αυτός στη σχετική βεβαίωση και προέβησαν στις επιδόσεις ως αγνώστου διαμονής. Συνεπώς, ο εφέσεις τους ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες". Με αυτά, όμως που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι ήσαν, κατά το χρόνο επιδόσεως προς αυτούς της εκκαλούμενης αποφάσεως, γνωστής διαμονής και για τη θεμελίωση της κρίσεώς του ότι καλώς έγινε η επίδοση αυτή, ως άγνωστης διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό της αποφάσεως και ποιο αποδεικτικό προκύπτει η επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης ουδαμού φέρεται τέτοιο αποδεικτικό ως αναγνωσθέν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων εξετάσθηκε, με επιμέλειά τους, ενόρκως στο ακροατήριο ο μάρτυρας Ζ1, του οποίου, όμως, η κατάθεση δεν λήφθηκε υπόψη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού δεν μνημονεύεται ούτε στην αρχή του αιτιολογικού, όπου δεν αναφέρεται καθόλου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, ούτε κατά την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία απορρίφθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως των υπό κρίση από 8-1-2007 αιτήσεων, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο 9άρθρο 519 ΚΠοινΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν οι εφέσεις ασκήθηκαν παραδεκτώς, δεδομένου ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του εν λόγω ένδικου μέσου της εφέσεως. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ'αριθμ. ΑΤ 6248/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ