Αριθμός 1301/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Βουρνά και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Μ. του Δημητρίου, 3) Γ. Χ. του Σ., 4) Σ. Μ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βουρνά και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΡΚΟ Γ.Μ.Μ.Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Γιαλέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΩΝ - Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΡΚΟ ΑΕ" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΛΙΓΝΙΤΩΡΥΧΕΙΑ ΣΕΡΒΙΩΝ Της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΡΚΟ ΑΕ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΛΑΡΚΟ ΕΔΡΑΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 8) Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι οι υπό στοιχεία 2, 3 και 4 αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 3/5/2011 κρινόμενης αίτησης και των από 7/2/2012 πρόσθετων λόγων αυτής για αναίρεση της 2788/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/8/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 9/1/2007 πρόσθετη παρέμβαση των υπό στοιχεία 3-8 ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2788/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 905/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/5/2011 αίτησή τους και τους από 7/2/2012 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 29/2/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσας αποφάσεως της πληρεξουσίου δικηγόρου των Γ. Μ., Γ. Χ. και Σ. Μ. (δεύτερου τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων) οι εν λόγω αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, θα πρέπει να καταργηθεί η μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων ανοιγείσα δίκη (άρθρα 294 και 297 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, έναντι των οποίων επιδιώκεται και είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αναίρεση αυτής, όχι δε και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν η αναίρεση αναφέρεται σε σφάλμα που αφορά το παραδεκτό της πρόσθετης παρεμβάσεως ή αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει διάταξη δυσμενή για τον αναιρεσείοντα και επωφελή για τον αναιρεσίβλητο προσθέτως παρεμβάντα. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, 1) το Σωματείο Εργαζομένων Μεταλλωρύχων ο Άγιος Ιωάννης, 2) η Ένωση Εργαζομένων Εταιρείας ΛΑΡΚΟ Α.Ε., 3) το Σωματείο Εργαζομένων στα Λιγνιτωρυχεία Σερβίων της Εταιρείας ΛΑΡΚΟ Α.Ε., 4) το Σωματείο Εργαζομένων ΛΑΡΚΟ Έδρας, 5) ο Γ. Α. και 6) ο Κ. Π., άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, ο δε σχετικός λόγος εφέσεως του ενάγοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των ανωτέρω προσθέτως υπέρ των εναγομένων παρεμβάντων, χωρίς να περιέχει επίκληση της παραπάνω εξαιρετικής περιπτώσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή, από τις νομίμως προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 10908/11/9/2012, 603Β/27/12/2011, 6037 Β/-20 12/2011, 6051 Β/21/12/2011, 9612Δ/21/12/2011, 5201 Β/21/12/2011, 5200Β/21/12/2011 και 3185/22/12/2011 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου, Αθηνών ... η πρώτη, Αθηνών ... οι δεύτερη τρίτη και τέταρτη, Κοζάνης ... η πέμπτη, Χαλκίδας ... οι έκτη και έβδομη και Θηβών ... η όγδοη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 13/3/2012, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο αρχικά για την 13/11/2012 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους προσθέτως υπέρ των εναγομένων παρεμβάντες, ενώ από τις υπ' αριθμ. 6646 Β/10/2/2012, 4235Γ/9/2/2012, 5458 Β/8/2/2012, 5459 Β/8/2/2012, 3243/9/2/2012 και 9755Δ/9/2/2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου, Αθηνών ... η πρώτη, Αθηνών ... η δεύτερη, Χαλκίδας ... η τρίτη και τέταρτη, Θηβών ... η πέμπτη και Κοζάνης ... η έκτη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο, αρχικά για τη δικάσιμο της 13/11/2012 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους προσθέτως υπέρ των εναγομένων παρεμβάντες, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του Α.Κ., 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενη εργασίας. Επομένως, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε. Όμως, στην περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού μιας επιχειρήσεως από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών εργασιακής συμβάσεως, έχει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συμβάσεως ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού. Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής, από αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη - εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 338 και 336 Α. Κ. Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως απευθείας από τον υποσχεθέντα. Εξ άλλου η αρχή που θεσμοθετήθηκε με το άρθρο 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη , είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων και του οφειλέτη και του δανειστή, οι οποίες απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτής, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη προστασία αυτή. Λειτουργεί δε η ως άνω αρχή τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες εξαιτίας συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, παρέχοντας στο δικαστήριο τη δυνατότητα όπως, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, προσδιορίζει την εκπληρωτέα παροχή, περιστέλλοντας ή επεκτείνοντας το συμφωνηθέν μέγεθός της, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο εκπληρώσεώς της. Ενόψει της διορθωτικής της αυτής λειτουργίας η αρχή του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται ακόμη και επί προβλεφθείσας μεταβολής των συνθηκών επί των οποίων τα μέρη στήριξαν τη συμφωνία τους, όταν η μετά την επέλευσή της εκπλήρωση της παροχής ενός των συμβαλλομένων, όπως συμφωνήθηκε, συνεπάγεται υπέρβαση του, με βάση τη γενόμενη πρόβλεψη, κινδύνου ζημίας που αναλήφθηκε απ' αυτόν, έτσι ώστε να καθιστά την εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Συνεπώς, κατά μείζονα λόγο, εφαρμόζεται η ως άνω αρχή και όταν δεν προβλέφθηκε τέτοια μεταβολή και η μη πρόβλεψή της είναι ανυπαίτια. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ είναι συγχωρητή και επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ για απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών (Ολ.Α.Π. 927/1982). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 εδ. α' του ν. 2112/1920, 281, 288, 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες : α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή αυτή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή τα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία εκ μέρους του, της εργασιακής συμβάσεως και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, όποτε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή εκφράζοντας την αντίδραση του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στα δικαστήρια ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Δ. Μ., συνδεόταν με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκε σ' αυτήν, από 12/6/1967 έως 30/4/2002, οπότε απεχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως του. Η πρώτη εναγομένη είχε καταρτίσει από το έτος 1973 υπέρ των εργαζομένων της ομαδική ασφάλιση με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ Α.Α.Ε." και καταρτίσθηκαν με τη σύμπραξη και τη συναίνεση των εργαζομένων προς αντικατάσταση και τροποποίηση των προηγούμενων, τα .../1/1/1988 και .../2/11/1989 ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων. Με βάση τις συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης, οι οποίες καταλαμβάνουν και τον ενάγοντα η πρώτη εναγομένη ανέλαβε να καλύπτει το ασφάλιστρο στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία ετησίως, ως εισφορά συνολικό ποσό ίσο με το 8,4% επί του ετησίου μισθολογίου του προσωπικού της για τη λειτουργία του λογαριασμού και την εξασφάλιση των κεφαλαίων που απαιτούνταν για τη χορήγηση προς τους ασφαλισμένους των παροχών που προβλέπονται με τα συμβόλαια αυτά, πλέον των χρηματικών αποθεμάτων που εισφέρθηκαν στο λογαριασμό από τα προγενέστερα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία είχαν παύσει να ισχύουν. Με τα συμβόλαια αυτά και σύμφωνα με το πρόγραμμα εφάπαξ παροχών ο κάθε εργαζόμενος κατά την αποχώρησή του από την εργασία του στην πρώτη εναγομένη, λόγω συνταξιοδοτήσεως, παραιτήσεως ή απολύσεως , θα ελάμβανε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και ειδικότερα εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, ανάλογη με τη διάρκεια της παροχής της εξαρτημένης εργασίας, την αναγνωριζόμενη υπηρεσία του στην πρώτη εναγομένη, ανερχόμενης, με το πρώτο συμβόλαιο, σε 80% του τελικού μέσου μηνιαίου μισθού για κάθε έτος υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τους 30, με την πρόσθετη για τους αποχωρούντες προϋπόθεση της τριετούς ασφάλισης, προσδιοριζομένου τούτου με βάση τον μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια των τριών (3) τελευταίων μηνών πριν από την αποχώρηση και με το δεύτερο συμβόλαιο: α) σε 2,70 τελικούς μέσους μηνιαίους μισθούς (τ.μ.μ.μ.) για κάθε έτος υπηρεσίας από 1/1/1990 μέχρι τη συνταξιοδότηση, παραίτηση ή απόλυση και β) σε 1 τελικό μέσο μηνιαίο μισθό για κάθε έτος υπηρεσίας από την πρόσληψη μέχρι την 31/12/1989 και με την αυτή επίσης προϋπόθεση, όπως και στο πρώτο συμβόλαιο, της τριετούς ασφάλισης για τους αποχωρούντες πρόωρα, προσδιοριζομένου του τ.μ.μ.μ. όπως και στο πρώτο συμβόλαιο, ενώ η καταβολή της εφάπαξ παροχής και με τα δύο συμβόλαια θα γινόταν εντός μηνός από την αποχώρηση, εφόσον ο αριθμός τους δεν υπερέβαινε τους 100 ανά έτος. Μεταξύ των όρων των συμβολαίων περιλαμβανόταν ειδικότερα ο όρος που αφορά στην έκδοση, διακοπή και τροποποίηση των όρων των συμβολαίων, που ορίσθηκε ως προϋπόθεση η έγγραφη συναίνεση του συμβαλλομένου (εργοδότριας) και των Προέδρων των Σωματείων των εργαζομένων σε αυτή, ορισθέντος ιδίως στο δεύτερο συμβόλαιο ότι ο συμβαλλόμενος (εργοδότρια) δεν μπορεί να μεταβάλλει τους όρους τούτου, ώστε οι παροχές που προβλέπονται για τους ασφαλισμένους να μειωθούν είτε κατά το ύψος είτε κατά την έκτασή τους, όπως και ο όρος που αφορά στην καταγγελία των συμβολαίων με διατυπώσεις και με σύμφωνη γνώμη των παραπάνω Προέδρων των Σωματείων των εργαζομένων, εφόσον γίνει από την πρώτη εναγομένη - εργοδότρια. Ορίσθηκε ακόμη, ότι η ασφαλιστική εταιρεία εγγυάται την πληρωμή των παροχών που προβλέπονται από τα προαναφερόμενα συμβόλαια με την προϋπόθεση της επάρκειας του λογαριασμού δια της κανονικής καταβολής από την πρώτη εναγομένη - εργοδότρια των εισφορών που απαιτούνται προς το λογαριασμό, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις αναλογιστικές εκτιμήσεις της εταιρείας, ενώ στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους με βάση τα στοιχεία των ασφαλισμένων που γνωστοποιεί η εναγομένη - εργοδότρια, μεταξύ των οποίων το σύνολο των εργαζομένων της, ονοματεπώνυμο, ημερομηνία πρόσληψης και μισθό, η ασφαλιστική εταιρεία καθορίζει το ύψος των εισφορών της πρώτης εναγομένης προς το λογαριασμό για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό έτος και αφού για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας και της επάρκειας του λογαριασμού ορίσθηκε επιπροσθέτως ότι θα πραγματοποιούνται αναλογιστικοί υπολογισμοί και μελέτες και οι τυχόν διαφορές που τυχόν θα διαπιστωθούν θα διακανονίζονται με αύξηση ή μείωση των εισφορών ή με εφάπαξ καταβολή τους και στην περίπτωση μη επάρκειας η εταιρεία θα προέβαινε σε αναλογική μείωση των παροχών στους αποχωρούντες. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ενάγων από την πρόσληψή του είχε υπαχθεί στο πρόγραμμα της παραπάνω ομαδικής ασφάλισης και στο σύστημα παροχών με βάση τα ως άνω συμβόλαια που αποτελούσαν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και η υπαγωγή τους σε αυτή αποτέλεσε όρο της συμβάσεως εργασίας του καθενός στην πρώτη εναγομένη - εργοδότρια, ενώ η ασφάλιση αυτή είχε χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίστατο στο δικαίωμα προσδοκίας που απέκτησε ο καθένας εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συμβάσεως ασφαλίσεως για την είσπραξη του εφάπαξ ποσού (ασφαλίσματος), για το οποίο η πρώτη εναγομένη - εργοδότρια, δεν είχε διατηρήσει έναντι των ασφαλισμένων καμία επιφύλαξη. Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη, μολονότι εξακολουθούσε να καταβάλλει ανελλιπώς την προσδιορισθείσα ως άνω εισφορά της, εκ ποσοστού 8,4% προς την ασφαλιστική εταιρεία, προέβη μονομερώς και χωρίς τη σύμπραξη ή έγγραφη συναίνεση των Προέδρων των Σωματείων των εργαζομένων και ασφαλισμένων της, στην κατάρτιση, στις 30/12/1992 νέου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων με αριθμό .../30/12/1992 με την ασφαλιστική εταιρεία "ΛΑΪΚΗ ΖΩΗΣ ΑΕ", η οποία διαδέχθηκε την παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία (ΛΑΪΚΗ ΑΑΕ), ως προς τα ασφαλιστήρια ζωής, ως καθολική διάδοχος αυτής, με έναρξη ισχύος την 1/1/1993. Με το συμβόλαιο αυτό και κυρίως με τη νέα ομαδική σύμβαση ασφαλίσεως τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν τα ανωτέρω αρχικά δύο συμβόλαια με αριθμούς ... και ..., τα οποία κατά τα αναγραφόμενα στην πρόσθετη πράξη και το "ΠΡΟΟΙΜΙΟ" που συνοδεύει το συμβόλαιο, παύουν να ισχύουν από την 1/1/1993. Αυτό περιέχει δυσμενέστερους όρους για τους εργαζόμενους από τα αρχικά ασφαλιστήρια συμβόλαια, αφού η εισφορά που θα κατέβαλε η πρώτη εναγομένη - εργοδότρια στην ασφαλιστική εταιρεία ήταν η ίδια, ήτοι 8,4% επί του ετήσιου μισθολογίου του προσωπικού της, όμως οι παροχές που προβλέπονταν για τους ασφαλισμένους ήταν μειωμένες κατά το ύψος και την έκτασή τους. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο "ΠΡΟΟΙΜΙΟ" του συμβολαίου αυτού η πρώτη εναγομένη οδηγήθηκε στην κατάρτισή του, αφού έλαβε υπόψη έγγραφα της ασφαλιστικής εταιρείας, πορίσματα και προτάσεις του Αναλογιστή Ι. Κ. και "επειδή τα τροποποιούμενα συμβόλαια ασφάλισης οδήγησαν σε διογκούμενη ελλειμματικότητα, με επακόλουθο η εναγομένη να βρεθεί προ πλήρους και απρόοπτης μεταβολής των περιστάσεων και αδυναμίας κάλυψης του ελλείμματος, οι δε ασφαλισμένοι να κινδυνεύουν να λάβουν μόνο τα εγγυημένα μαθηματικά αποθέματα", ενώ όπως αναγράφεται σ' αυτό, βεβαιώθηκαν στην πράξη εκτός των άλλων, "ότι η εισφορά 8,5% της μισθοδοσίας (αθροιστικά) που καταβάλλει η εναγομένη, δεν είναι ικανή να στηρίξει ένα επίπεδο συνολικών παροχών τόσο υψηλό, όσο των συμβολαίων ... και ... με αποτέλεσμα τη συνεχή αύξηση του σημερινού ελλείμματος των 3,5 δις. δρχ. περίπου στο διηνεκές ότι η διατήρηση του σημερινού επιπέδου παροχών έχει απαγορευτικό χαρακτήρα και επιβάλλεται ο επανασχεδιασμός των συνταξιοδοτικών παροχών (εφάπαξ), ότι η αναμόρφωση είναι αναγκαία για την επίτευξη αναλογιστικής ισορροπίας". Δέχεται ακολούθως το Εφετείο ότι η πρώτη εναγομένη - εργοδότρια, μολονότι συνέχιζε να καταβάλει ανελλιπώς την παραπάνω εισφορά της προς την ασφαλιστική εταιρεία, προέβη στις 30/4/1998, στην κατάρτιση νέου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων με αριθμό .../30/4/1998 με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία διαδέχθηκε την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία "ΛΑΪΚΗ ΖΩΗΣ ΑΕ" ως καθολική διάδοχος αυτής, με έναρξη ισχύος την 1/5/1998. Με το συμβόλαιο αυτό και δη με τη νέα ομαδική σύμβαση ασφαλίσεως, στην οποία συνέπραξαν και συνυπέγραψαν τρεις Πρόεδροι ή εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι των τριών (3) εκ των πέντε (5) συνολικά σωματείων των εργαζομένων, τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε το παραπάνω ... συμβόλαιο, το οποίο περιέχει ακόμα δυσμενέστερους όρους για τους εργαζομένους, τόσο από τα αρχικά (... και ...) όσο και από το τρίτο (...), διότι με αυτό η εισφορά που θα κατέβαλε η πρώτη εναγομένη ήταν η ίδια σε ποσοστό, όπως και στα παραπάνω συμβόλαια (8.4%) προσδιορισθείσα με βάση 14,25 μηνιαίους μισθούς (ουσιαστικά μεγαλύτερη), καθορίστηκε όμως και ως εισφορά εκ μέρους των εργαζομένων σε ποσοστό 1 % επί των τακτικών αποδοχών τους, προσδιορισθείσα όπως και της ως άνω εναγομένης, με την προϋπόθεση στην περίπτωση αυτή της αποδοχής του συμβολαίου και ιδία εκτός άλλων, οι παροχές που προβλέπονταν για τους ασφαλισμένους ήταν μειωμένες κατά το ύψος και την έκτασή τους. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο "ΠΡΟΟΙΜΙΟ" του συμβολαίου αυτού, η κατάρτιση του συμβολαίου κρίθηκε αναγκαία και ειδικότερα, "Η Διοίκηση της ΛΑΡΚΟ ΓΜΜ. ΑΕ και οι εργαζόμενοι στη ΛΑΡΚΟ ΓΜΜ. ΑΕ για να αντιμετωπίσουν το συσσωρευμένο έλλειμμα του ... ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου προήλθαν σε συμφωνία με την ασφαλιστική εταιρεία για την υπογραφή νέου ασφαλιστηρίου διαχείρισης λογαριασμού, το οποίο ενόψει του παρακάτω διαπιστωμένου ελλείμματος είναι αναγκαίο να προβλέπει αύξηση του ασφαλίστρου και μείωση των παροχών. Σύμφωνα με την αποτίμηση του συμβολαίου ... η υποχρέωση την 31/12/1997 ανέρχεται σε 15 δις ενώ το αναλογιστικό έλλειμμα ανέρχεται σε 6,2 δις δρχ. και βαίνει συνεχώς διογκούμενο λόγω της δυσαναλογίας ασφαλίστρων και παροχών. Το ασφάλιστρο 8,4 % δεν επαρκεί σε καμία περίπτωση για να στηρίξει το υπάρχον σχήμα παροχών και ακόμη περισσότερο να περιορίσει το έλλειμμα. Κάτω από προϋποθέσεις για να επιτευχθεί μια αναλογιστική ισορροπία το ποσοστό εισφοράς θα έπρεπε να αυξηθεί σε 18% επί του ετήσιου μισθολογίου. Η τροποποίηση των παροχών αλλά και του επιπέδου των εισφορών (ασφαλίστρων) είναι μια επιτακτική ανάγκη ώστε να επιτευχθεί μια αναλογιστική ισορροπία κάτω βέβαια από προϋποθέσεις, ώστε να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προς όφελος των εργαζομένων". Τα όσα εκτίθενται στα εν λόγω "ΠΡΟΟΙΜΙΑ", που συνοδεύουν αντίστοιχα τα δύο τελευταία παραπάνω συμβόλαια (... και .../1998) ως προς τους λόγους που οδήγησαν την πρώτη εναγομένη - εργοδότρια να προβεί στην κατάρτιση τούτων κατά τροποποίηση και αντικατάσταση των προγενέστερων του καθενός συμβολαίων, και δη με το συμβόλαιο .../1992 των προαναφερομένων δύο αρχικών συμβολαίων ... και ..., με δε το συμβόλαιο .../1998 του συμβολαίου .../1992, με δυσμενέστερους όρους, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ώστε οι διαδοχικές συμβάσεις ως άνω τροποποιήσεις και αντικαταστάσεις των προηγούμενων του καθενός συμβολαίων, ενόψει των ανωτέρω, χωρίς κάποια υπαιτιότητα εκ μέρους της πρώτης εναγομένης εργοδότριας να είναι επιτρεπτές σύμφωνα με την καθιερούμενη από το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης της παροχής που λειτουργεί τόσο ως συμπληρωματική ρήτρα, όσο και ως διορθωτική. Άλλωστε, τις ένδικες διαδοχικές τροποποιήσεις και αντικαταστάσεις και για τους λόγους που προεκτέθηκαν, αποδέχθηκε μεγάλη μερίδα των εργαζομένων που προσχώρησε ατομικά στις νέες εκάστοτε ρυθμίσεις με τα νέα αυτά συμβόλαια ρητά, υπογράφοντας είτε το ένα εξ αυτών είτε και τα δύο, ενώ το τελευταίο συμβόλαιο (.../1998) συνυπέγραψαν και αποδέχθηκαν τα τρία (3) εκ των πέντε (5) συνολικά σωματείων των εργαζομένων, ενώ ήδη δηλώνουν την αποδοχή αυτού με την πρόσθετη υπέρ των εναγομένων παρέμβασή τους τα τέσσερα (4) εκ των πέντε (5) σωματείων. Επιπλέον, με τις νέες παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης με τα δύο τελευταία συμβόλαια και με τις νεότερες ρυθμίσεις αυτών με δυσμενέστερους κατά τα ως άνω όρους για τους εργαζόμενους ασφαλισμένους από τα αρχικά και ιδίως με τη μείωση των παροχών, ήτοι του ασφαλίσματος, που αποτελεί πρόσθετη μισθολογική παροχή, επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη - εργοδότρια, εν τούτοις ο ενάγων αποδέχθηκε σιωπηρά τη βλαπτική αυτή μεταβολή, διότι, μολονότι ο ενάγων αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, υπό την ισχύ και με βάση τις προϋποθέσεις του τελευταίου συμβολαίου .../30/4/1998 και του καταβλήθηκε εφάπαξ ποσό με βάση το τελευταίο αυτό συμβόλαιο, που δεν υπέγραψε, αποδέχθηκε ομοίως σιωπηρά τη βλαπτική μεταβολή που επήλθε με το συμβόλαιο αυτό, αφού συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην πρώτη εναγομένη από την έναρξη ισχύος του (1/1/-1993) μέχρι την κατάρτιση του ως άνω τελευταίου συμβολαίου, και δη επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα (8 και πλέον έτη), χωρίς κατηγορηματική δήλωση και διαμαρτυρία εκ μέρους του με συγκεκριμένες ενέργειες ή επιφύλαξη μέσα σε εύλογο χρόνο από τότε που έλαβε γνώση της βλαπτικής μεταβολής και των δυσμενέστερων όρων του συμβολαίου αυτού, ενώ όσον αφορά στο τελευταίο συμβόλαιο (.../30/4/1998), που επίσης δεν υπέγραψε, αποδέχθηκε ομοίως σιωπηρά τούτο αφού συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην πρώτη εναγομένη από την έναρξη της ισχύος του μέχρι την αποχώρηση του στις 30/4/2002, χωρίς κατηγορηματική δήλωση και διαμαρτυρία εκ μέρους του με συγκεκριμένες ενέργειες ή επιφύλαξη μέσα σε εύλογο χρόνο από τότε που έλαβε γνώση της βλαπτικής μεταβολής που επήλθε με το συμβόλαιο αυτό, ήτοι από 30/4/1998. Δέχεται ακολούθως το Εφετείο ότι η μνημονευόμενη ως εναντίωσή του με τις εξώδικες οχλήσεις τους κατά τα έτη 1998 και 2000, δεν ασκεί έννομη επιρροή γιατί συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην πρώτη εναγομένη χωρίς άλλη διαμαρτυρία για τη μεταβολή των ένδικων παροχών τους, αλλά και ουδέν έπραξε για την αναγνώριση της ακυρότητας της υφιστάμενης μεταβολής ως βλαπτικής, παρά μόνο το πρώτον με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής του και ότι ο ενάγων λόγω της παραπάνω αποδοχής της βλαπτικής μεταβολής που επήλθε μέχρι την αποχώρηση του με τα παραπάνω συμβόλαια, δεν έχει δικαίωμα λόγω της μεταμέλειας του να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής υπό τους προ της μεταβολής όρους. Καταλήγει δε το Εφετείο ότι ο ενάγων δεν διέπεται ως προς την ομαδική ασφάλιση από τα παραπάνω αρχικά δύο (2) συμβόλαια (106 Β και 109Β), τα οποία κατά τα ως άνω τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν διαδοχικά με το νέο .../1992 και ακολούθως και τούτο με το τελευταίο .../1998 επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 288 ΑΚ και σε κάθε περίπτωση ο ενάγων αποδέχθηκε την ως άνω αντικατάσταση με συνέπεια να μην δικαιούται να λάβει την εφάπαξ παροχή (εφάπαξ ασφάλισμα) με βάση τα συμβόλαια αυτά, αλλά τα μεταγενέστερα νέα ,με τα οποία αποζημιώθηκε κατά το χρόνο ισχύος του κάθε συμβολαίου και η αγωγή του κατά το κύριο αίτημα να λάβει τις διαφορές μεταξύ των ποσών που προβλέπονται με τα παραπάνω δύο αρχικά συμβόλαια και εκείνων που έλαβε είναι αβάσιμη. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής ότι τυγχάνει άκυρος ο σχετικός όρος του τελευταίου ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον οποίο, όποιος εργαζόμενος δεν συμμετείχε με την επιπλέον καταβολή ασφαλίστρου ποσοστού 1% επί του μισθού του, δεν θα δικαιούται αποζημίωσης, αλλά το 80% αυτής, ότι είναι αβάσιμη, διότι κανένα άρθρο του από 1/5/1998 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, βάσει του οποίου ζητούνται οι ανάλογες παροχές, δεν παρέχει τέτοιο δικαίωμα στον ενάγοντα, ούτε το άρθρο 4 των ειδικών όρων, αφού αυτό προβλέπει για τους ασφαλισμένους μέχρι την 30/4/1998 που απολύθηκαν από την "ΛΑΡΚΟ" ότι αν έχουν συμπληρώσει πέντε έτη συνολικής ασφαλίσεως δικαιούνται κανονική καταβολή της παροχής, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 3 των ειδικών όρων, χωρίς να γίνεται μνεία ότι δεν εφαρμόζεται για τους ασφαλισμένους αυτούς και όσον αφορά το διάστημα έως την 30/4/1998 το άρθρο 1 των ειδικών όρων που προβλέπει την καταβολή του 80% της παροχής στον ασφαλισμένο που δεν καταβάλει ασφάλιστρο. Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ως προς τον προσδιορισμό του τελικού μέσου μηνιαίου μισθού με βάση το συμβόλαιο που αποζημιώθηκε ο ενάγων, ότι είχε καθορισθεί με βάση το μέσο όρο των ασφαλιζομένων μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια των 24 τελευταίων μηνών πριν από την αποχώρηση του. Ενόψει όμως ότι οι ασφαλιζόμενες μηνιαίες αποδοχές είναι σύμφωνα με το συμβόλαιο εκείνες που εμφανίζονται στις καταστάσεις που αποστέλλει η εργοδότρια εταιρεία στην ασφαλιστική εταιρεία και του ότι τόσο η εισφορά της εργοδότριας εταιρείας (κατά ποσοστό 8,4%),όσο και η εισφορά των εργαζομένων (κατά ποσοστό 1%), εφόσον οι τελευταίοι είχαν ρητά αποδεχθεί αυτή, είχαν προσδιορισθεί να καταβάλλονται κάθε μήνα και με βάση 14,25 μηνιαίους μισθούς κατά τη διάρκεια του εκάστοτε ημερολογιακού έτους, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ η αληθής βούληση των συμβαλλομένων στο συμβόλαιο αυτό μερών ως προς τον προσδιορισμό του τελικού μέσου μηνιαίου μισθού ήταν όχι μόνο οι 24 μηνιαίοι μισθοί αλλά 2,25 επιπλέον μισθοί ετησίως που αντιστοιχούν στα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του επιδόματος άδειας μετά της προσαύξησης 0,25% του δώρου Χριστουγέννων που λάμβαναν οι εργαζόμενοι, και σε σύνολο 28,50, καθόσον δεν μπορούσε να είναι διαφορετική η πραγματική βούληση τούτων να πληρώνουν ασφάλιστρα για αποδοχές 14,25 μηνών κατ' έτος και η εξαγωγή του τελικού μέσου μηνιαίου μισθού να υπολογίζεται επί 12 μηνιαίων μισθών κατ' έτος. Κατόπιν αυτών κατέληξε το Εφετείο, επειδή η εναγομένη δεν συνυπολόγισε για την εξεύρεση του τ.μ.μ.μ. του ενάγοντος τους μισθούς άδειας και εορτών, προκύπτουν υπέρ του ενάγοντος οι εις την προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενες διαφορές, τις οποίες, μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή , απέρριψε την αγωγή, α) ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (ΛΑΡΚΟ Γ.Μ.Μ. Α.Ε.) και β) ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως προς την κύρια βάση και την πρώτη επικουρική και γ) τη δέχθηκε ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 648, 652,653, 349, 351 , 281, 288, 335, 336, 338, 361 και 382 ΑΚ. 3 παρ. 2 και 7 εδ. α' του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", αφού με τις προαναφερθείσες παραδοχές και συγκεκριμένα, 1) ότι τη βλαπτική μεταβολή των όρων της ομαδικής ασφαλίσεως που επήλθε στον αναιρεσείοντα με τα .../30/12/1992 και .../30/4/1998 συμβόλαια, που περιείχαν δυσμενέστερους γ' αυτόν όρους από τους όρους των .../1/1/1988 και .../2/1/1989 συμβολαίων, ο τελευταίος την αποδέχθηκε σιωπηρά, καθόσον από την έναρξη ισχύος του .../3012/1992 (1/1/1993) συμβολαίου μέχρι την κατάρτιση του .../30/4/1998 όμοιου συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην πρώτη αναιρεσίβλητη και δη για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς κατηγορηματική δήλωση και διαμαρτυρία εκ μέρους του με συγκεκριμένες ενέργειες ή επιφύλαξη μέσα σε εύλογο χρόνο από τότε που έλαβε γνώση της βλαπτική μεταβολής και των δυσμενέστερων όρων του συμβολαίου αυτού, ενώ όσον αφορά το .../30/4/1998 ασφαλιστήριο, επίσης αποδέχθηκε ο αναιρεσείων τη βλαπτική μεταβολή των όρων του, αφού συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην πρώτη αναιρεσίβλητη, από την έναρξη ισχύος του μέχρι την αποχώρηση του, λόγω συνταξιοδοτήσεως, στις 30/4/2002, χωρίς κατηγορηματική δήλωση και διαμαρτυρία εκ μέρους του με συγκεκριμένες πράξεις ή επιφύλαξη, μέσα σε εύλογο χρόνο από τότε που έλαβε γνώση της βλαπτικής μεταβολής που επήλθε με το τελευταίο συμβόλαιο (30/4/1998), ότι αντιθέτως η εναντίωσή του με τις εξώδικες οχλήσεις κατά τα έτη 1998 και 2000 και η ρητή δήλωση του αναφορικά με το ... συμβόλαιο, δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί όχι μόνο συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην πρώτη αναιρεσίβλητη χωρίς καμία άλλη διαμαρτυρία για τη μεταβολή των ένδικων παροχών, αλλά και ουδέν έπραξε για την αναγνώριση της ακυρότητας της υφιστάμενης μεταβολής ως βλαπτικής παρά μόνο το πρώτον με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (21/8/2008) και ότι ο αναιρεσείων λόγω της αποδοχής της βλαπτικής ως άνω μεταβολής, δεν δικαιούται να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής υπό τους προ των μεταβολών όρους, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων περί αποδοχής εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος της βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εξαιτίας της οποίας έχει την ως άνω αξίωση με βάση το τελευταίο χρονολογικά ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που περιλαμβάνει δυσμενέστερους γι' αυτόν όρους και όχι με βάση τα προγενέστερα συμβόλαια (των ετών 1988 και 1989) και 2) ότι η κατάρτιση των νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με τους δυσμενέστερους για τον αναιρεσείοντα ασφαλισμένο όρους κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το συσσωρευμένο έλλειμμα του ... ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αφού με την αποτίμηση του τελευταίου συμβολαίου η απορρέουσα υποχρέωση στις 31/12/1997 ανέρχεται σε 15 δις, ενώ το αναλογιστικό έλλειμμα ανέρχεται σε 6,2 δις και βαίνει συνεχώς διογκούμενο, λόγω της δυσαναλογίας ασφαλίστρων και παροχών, ότι το ασφάλιστρο 8,4% δεν επαρκεί σε καμία περίπτωση για να στηρίξει το υπάρχον σχήμα παροχών και ακόμη περισσότερο να περιορίσει το έλλειμμα, ότι υπό αυτές τις προϋποθέσεις για να επιτευχθεί αναλογιστική ισορροπία το ποσοστό εισφοράς θα έπρεπε να αυξηθεί σε 18% επί του ετησίου μισθολογίου, ότι η τροποποίηση των παροχών και του επιπέδου των εισφορών (ασφαλίστρων) είναι επιτακτική ανάγκη ώστε να επιτευχθεί αναλογιστική ισορροπία, ώστε να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προς όφελος των εργαζομένων, ότι οι διαδοχικές τροποποιήσεις των .../1/1/1988 και .../2/1/1989 συμβολαίων, με το .../30/12/1992 και .../30/4/1998 συμβόλαια που περιείχαν δυσμενέστερους για τους ασφαλισμένους όρους, χωρίς κάποια υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης εργοδότριας, είναι επιτρεπτές, σύμφωνα με την καθιερούμενη από το άρθρο 288 Α.Κ. αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης της παροχής, που λειτουργεί ως συμπληρωματική ρήτρα όσο και ως διορθωτική, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, προς συμπλήρωση και διόρθωση της βουλήσεως των διαδίκων αναφορικά με την εκπληρωτέα παροχή, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στις κατά το χρόνο εκπληρώσεως της παροχής απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Ανεξάρτητα όμως από τα αμέσως παραπάνω (υπό στοιχ. 2) εφόσον η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκαν τη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής τους συμβάσεως στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αιτιάσεις που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 288 Α.Κ. είναι αλυσιτελείς. Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, α) ότι την ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ο αναιρεσείων την αποδέχθηκε και β) ότι ενόψει των ως άνω πραγματικών περιστατικών είναι επιτρεπτή η περιστολή της βαρύνουσας την ασφαλιστική εταιρεία υποχρεώσεως σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς να παρίσταται αναγκαίο να εκτίθενται περιστατικά που να συνιστούν απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών. Εξ άλλου δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες οι παραδοχές ότι με βάση τα χρονολογικώς παλαιότερα ασφαλιστήρια συμβόλαια ομαδικής ασφαλίσεως οι εναγόμενες δεν μπορούσαν να μεταβάλουν τους όρους των συμβολαίων χωρίς τη συγκατάθεση του ενάγοντος και στη συνέχεια ότι ο ενάγων αποδέχτηκε τη βλαπτική μεταβολή των όρων των ως άνω συμβολαίων, καθόσον οι παραδοχές αυτές αποτελούν το πραγματικό της μεταβολής των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, η οποία ήταν βλαπτική, χωρίς να υφίσταται τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση και την εν συνεχεία αποδοχή της βλαπτικής ως άνω μεταβολής εκ μέρους του ενάγοντος με την προαναφερθείσα συμπεριφορά του, μόνη δε η διαμαρτυρία μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος δεν αίρει την αποδοχή, αφού όπως προαναφέρθηκε ο μισθωτός που υφίσταται βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται παραπάνω και από τα οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο ενάγων επέλεξε την αποδοχή των όρων αυτών. Επομένως, ο πρώτος, μέρη πρώτο και δεύτερο, λόγοι αναιρέσεως και ο δεύτερος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από το άρθρο 559 άρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Επίσης αβάσιμος είναι και ο λόγος αυτός, κατά το τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι τυγχάνει άκυρος ο όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του 1998, με τον οποίο ορίσθηκε ότι το ποσό της παροχής θα καταβάλλεται κατά 100% στους ασφαλισμένους που καταβάλλουν συνεχώς το ατομικό τους ασφάλιστρο (εισφορά 1%), και κατά 80% σε όσους δεν καταβάλουν το ασφάλιστρο αυτό, γιατί οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν δικαίωμα να τους εντάξουν στο ασφαλιστήριο αυτό, γεγονός για το οποίο αντιτάχθηκε, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον προϋποθέτει την ευδοκίμηση του αγωγικού ισχυρισμού ότι ισχύουν τα ασφαλιστήρια των ετών 1988 και 1989 και όχι τα μεταγενέστερα (του 1992 και του 1998), που διαλαμβάνουν δυσμενέστερους γι' αυτόν όρους, ο οποίος όμως κατά τα προεκτεθέντα, είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως μέρος πρώτο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. γιατί δεν προκύπτει σαφώς αν δέχτηκε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας αναφορικά με τον αμέσως παραπάνω όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του 1998, με τον οποίο ορίσθηκε ότι το ποσό της παροχής θα καταβάλλεται κατά 100% στους ασφαλισμένους που καταβάλλουν συνεχώς το ατομικό τους ασφάλιστρο (εισφορά 1 %) και κατά 80% σε όσους δεν καταβάλλουν το ασφάλιστρο αυτό, καθόσον από τις ως άνω παραδοχές δεν προκύπτει ότι το Εφετείο κατέφυγε σε ερμηνεία του ως άνω όρου με την προσβαλλόμενη απόφαση, προϋπόθεση της οποίας είναι η παραδοχή για ύπαρξη κενού νού ή ασάφειας του σχετικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Επειδή, ανώτερη βία με τη συνδρομή της οποίας ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενο, κατ' άρθρο 656 Α.Κ. συνιστά κάθε απρόβλεπτο και τυχαίο γεγονός που δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Με βάση τα παραπάνω ανώτερη βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπισθούν. Εξάλλου κατά το άρθρο 20 του ν. 3091/2002, "βελτιώσεις φορολογίας Εισοδήματος, Κεφαλαίου, ΦΠΑ, Επενδύσεις κ.λ.π.", με τον τίτλο "Κατάργηση τέλους χαρτοσήμου ασφαλιστικών αποζημιώσεων", "Καταργείται το τέλος χαρτοσήμου που επιβάλλεται στις αποδείξεις πληρωμής αποζημιώσεων που καταβάλλεται από ασφαλιστικές εταιρείες για ασφαλίσεις κάθε φύσης, καθώς και στους συμβιβασμούς που αφορούν τις αποζημιώσεις αυτές". Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως προς την υπερημερία της ασφαλιστικής εταιρείας περί την καταβολή του ασφαλίσματος, ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 των γενικών όρων του ως άνω ασφαλιστηρίου "Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ" σε περίπτωση καταβολής εφάπαξ παροχής λόγω αποχώρησης (συνταξιοδότησης ή απόλυσης) θα αναλαμβάνει από το λογαριασμό ποσό σύμφωνα με το πρόγραμμα παροχών. Από το ποσό αυτό θα παρακρατούνται τέλη και τυχόν άλλες νόμιμες κρατήσεις, το δε υπόλοιπο θα αποδίδεται στον "Ασφαλισμένοι" σε τρεις ισόποσες διμηνιαίες δόσεις η πρώτη εκ των οποίων θα καταβάλλεται ένα μήνα μετά από την ημερομηνία αποχώρησης. Σε περίπτωση που το κεφάλαιο δεν διαθέτει άμεσο ρευστό για πληρωμή αποζημίωσης, αλλά θα απαιτηθεί αναμονή έως τη λήξη των ομολόγων ή εντόκων, τότε από την ημερομηνία καταβολής αυτής, που δεν θα είναι σε καμία περίπτωση πάνω από δύο μήνες , δεν θα καταβάλλεται τόκος στον αποχωρούντα "Ασφαλισμένο", και κατά το άρθρο 6Β "Η εταιρεία δεν ευθύνεται για την καταβολή παροχών πέραν των εγγυημένων αποθεμάτων, σε περίπτωση που το ύψος του λογαριασμού δεν επαρκεί" και με βάση το άρθρο 3 παρ. 3 "ο Λογαριασμός επενδύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. Δ. 400/1970 ή της ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με την ασφαλιστική τοποθέτηση, τουλάχιστον 50% σε ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια του δημοσίου και σε ποσοστό μέχρι 50% σε αμοιβαία κεφάλαια σταθερού εισοδήματος". Από την πλευρά της η δεύτερη εναγομένη δεν κατέβαλε στους ενάγοντες τα ποσά που ο καθένας εδικαιούτο μέσα στις προβλεπόμενες από την ένδικη σύμβαση προθεσμίες, προεχόντως διότι στο λογαριασμό δεν υπήρχαν μετρητά χρήματα, αλλά και επειδή προηγούντο αυτών εβδομήντα τρεις (73) συνάδελφοι τους, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει σε προγενέστερο χρόνο κατά τα προβλεπόμενα στο ασφαλιστήριο. Η έλλειψη χρημάτων στο λογαριασμό ήταν αποτέλεσμα του ελλείμματος των 2.438.844.586 δρχ. ή 7.157.284,14 ευρώ, με το οποίο ξεκίνησε το ένδικο ασφαλιστήριο, των μειωμένων εισφορών της πρώτης εναγομένης, ένεκα των δικών της οικονομικών προβλημάτων ως προβληματικής κρατικής επιχείρησης και της δέσμευσης των υπαρχόντων χρημάτων σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, γεγονότα που η δεύτερη εναγομένη είχε γνωστοποιήσει τόσο στην πρώτη εναγομένη, όσο και στους εργαζομένους της, και η καθυστέρηση της καταβολής των εν λόγω ποσών οφείλεται σε ανώτερη βία και όχι σε υπερημερία της δεύτερης εναγομένης. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε το αίτημα καταβολής τόκων υπερημερίας, από της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας και δέχθηκε ότι από την εφάπαξ παροχή παρακρατούνται τέλη χαρτοσήμου και ότι τους ενάγοντες βαρύνει το τέλος χαρτοσήμου 1,2 % των αποδείξεων πληρωμής τους, "... δεδομένου ότι αυτό δεν καταργήθηκε από 1/1/2003 με το άρθρο 20 του ν. 3091/2002, αφού όπως διευκρίνισε το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών με την υπ' αριθμ. Πολ.. 1038/5/3/2003 ερμηνευτική του εγκύκλιο, με την ως άνω διάταξη καταργήθηκε το τέλος μόνο στις αποδείξεις των ατομικών ασφαλιστηρίων, αντιθέτως διατηρήθηκε στις εξαγορές των ασφαλιστηρίων ζωής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 656 Α.Κ. και 20 του ν. 3091/2002 καθόσον, α) με τις ως άνω παραδοχές δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των περί ανώτερης βίας ως άνω διατάξεως, αφού τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν ανώτερη βία , δηλαδή απρόβλεπτα και τυχαία γεγονότα που δεν μπορούν να αποτραπούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης αλλά ανάγονται στο κύκλο της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγομένων και στη σφαίρα κινδύνου αυτού και θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα και να αντιμετωπισθούν και β) συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 20 του ν. 3091/2002, αφού στη διάταξη αυτή με την οποία καταργείται το τέλος χαρτοσήμου δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ατομικής και ομαδικής ασφαλίσεως αλλά αναφέρεται ότι "καταργείται το τέλος χαρτοσήμου που επιβάλλεται στις αποδείξεις πληρωμής αποζημιώσεων που καταβάλλονται από ασφαλιστικές εταιρείες για ασφαλίσεις κάθε φύσης ...". Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 παρ. 2 και 578 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαίωμα αναιρέσεως έχει ο διάδικος που ηττήθηκε κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται, εφόσον υφίσταται βλάβη από τις διατάξεις της αποφάσεως αυτής. Το έννομο συμφέρον απαιτείται όχι μόνο γενικά, για το παραδεκτό της αναιρέσεως, αλλά και ειδικά για κάθε λόγο αυτής, η έλλειψη δε αυτή ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ. Το έννομο συμφέρον πρέπει να αναφέρεται σε κάποιο όφελος που προσδοκά ο αναιρεσείων από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Έννομο συμφέρον μπορεί να υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, στην περίπτωση δε αυτή ο διάδικος που νίκησε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της μόνο κατά τη μη ορθή αιτιολογία της. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι ως προς τον προσδιορισμό του τελικού μέσου μηνιαίου μισθού (τ.μ.μ.μ.), αν δηλαδή αυτός εξάγεται από 24 μηνιαίους μισθούς ή από 28,50 μηνιαίους μισθούς, ήτοι με συνυπολογισμό σ' αυτόν των 2,25 επί πλέον μισθούς ετησίως που αντιστοιχούν στα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα άδειας, δηλαδή σύνολο 28,50 ετήσιοι μισθοί), το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση προβαίνει σε ερμηνεία της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων, πιθανώς στο .../1998 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, χωρίς προηγουμένως να δεχθεί άμεσα ή έμμεσα την ύπαρξη κενού ασάφειας ή αμφιβολίας στην πιο πάνω σύμβαση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, καθόσον, μ' αυτόν πλήττεται η επικουρική ως άνω βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος η οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση και επιδικάσθηκε σ' αυτόν οι εις αυτή διαφορές με τον υπολογισμό ως τελικού μηνιαίου μισθού των 28, 50 ετήσιων μισθών, όπως είχε ζητηθεί από τον αναιρεσείοντα με τη βάση αυτή της αγωγής και όχι των 24 όπως είχε υπολογισθεί από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Ο νικήσας κατά τα άνω αναιρεσείων, δεν επικαλείται βλάβη από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του, για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση του λόγου αυτού. Επειδή, σε περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού μιας επιχειρήσεως, που συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, ο τρίτος (εργαζόμενος) μπορεί να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), μόνο όταν με τη συμπεριφορά του ματαιώσει την καταβολή παροχής από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι, όταν ο εργοδότης δεν εκπληρώνει τις έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας υποχρεώσεις του και ως εκ τούτου λήξεως της ασφαλιστικής συμβάσεως ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό που θα εισέπραττε ο εργαζόμενος περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως, κατά τα άρθρα 382,335 και 338 και 335 ΑΚ. Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα, στρεφόμενος κατ' αυτού με αγωγή κατ' άρθρο 411 Α.Κ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, εργοδότρια του αναιρεσείοντος μέχρι τη συνταξιοδότησή του δέχθηκε, ότι υπόχρεη προς καταβολή των αιτουμένων ποσών είναι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά της οποίας ο ενάγων έχει κατ' άρθρο 411 ΑΚ απευθείας αξίωση την οποία ασκεί και όχι η πρώτη τούτων εργοδότριά του, αφού η μη καταβολή όλου του δικαιούμενου ασφαλίσματος και η εκπρόθεσμη καταβολή μέρους δεν οφείλεται σε κάποια συμπεριφορά της εναγομένης αυτής και δη σε γεγονότα εξαιτίας του δέκτη της υποσχέσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 411 ΑΚ., ενόψει και των παραδοχών, ότι τα μεταγενέστερα συμβόλαια ομαδικής ασφάλισης (των ετών 1992 και 1998) καταρτίσθηκαν κυρίως λόγω της αδυναμίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να ανταποκριθεί στις εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως υποχρεώσεις της, λόγω του διογκούμενου ελλείμματος (3,5 δις το 1993 και 15 δις το 1997), ενώ η εισφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά από 8,4% επί του ετήσιου μισθολογίου του προσωπικού, υπολογιζόμενου σε 12 μισθούς αυξήθηκε σε 8,4 % του αυτού μισθολογίου, υπολογιζόμενου σε 14 μισθούς και ανέρχονταν σε 8, 4 % δεν μειώθηκε. Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δ. δικαστική ομολογία , που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου που ομολογεί, είναι μόνη εκείνη που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστή. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου των πρόσθετων λόγων και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, α) την ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης (ΛΑΡΚΟ Γ.Μ.Μ. Α.Ε.) που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί αγωγής λογοδοσίας της ως άνω εταιρείας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου της, ότι τα νεότερα συμβόλαια που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και των ασφαλιστικών εταιρειών ισχύουν για το μέλλον και β) τα εις αυτό αναφερόμενα έγγραφα, όπως, τις μισθοδοτικές καταστάσεις, τις συγκεντρωτικές καταστάσεις των καταβληθέντων ασφαλίστρων, τις ετήσιες αναλογιστικές μελέτες, το συνολικό απόθεμα των ως άνω ασφαλιστηρίων κ.ά. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι καθόσον, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, τόσο την εξώδικη ομολογία που έγινε σε άλλο δικαστήριο και όχι κατά την εκδίκαση της ένδικης υποθέσεως, όσο και τα ως άνω έγγραφα, όπως προκύπτει από τη γενική βεβαίωση του ως άνω Δικαστηρίου, ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαια (χρόνος έναρξης τοκοφορίας και παρακράτηση τελών χαρτοσήμου), και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει καταργημένη την ανοιγείσα με την από 3/5/2011 αίτηση αναιρέσεως και τους από 7/2/2012 πρόσθετους λόγους μεταξύ των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων (Γ. Μ., Γ. Χ. και Σ. Μ.) και των αναιρεσιβλήτων δίκη. Απορρίπτει την από 3/5/2011 αίτηση αναιρέσεως και τους από 7/2/2012 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως ως προς τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο των αναιρεσιβλήτων ("Σωματείο Εργαζομένων Μεταλλωρύχων ο Άγιος Ιωάννης", "Ένωση Εργαζομένων Εταιρείας ΛΑΡΚΟ ΑΕ", "Σωματείο Εργαζομένων στα Λιγνιτωρυχεία Σερβίων της Εταιρείας ΛΑΡΚΟ ΑΕ", "Σωματείο Εργαζομένων ΛΑΡΚΟ Έδρας", Κ. Π. και Γ. Α.) ως απαράδεκτους. Αναιρεί κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται την 905/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια ευρώ (1.800) για κάθε αναιρεσίβλητο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ