Αριθμός 1435/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ροκανά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 412/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 258/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 9-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 258/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου - εναγομένου κατά της υπ' αριθ. 412/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εξαφάνισε την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την από 1-10-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής της αμοιβής του από σύμβαση έργου και επικουρικά από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δέχθηκε αυτήν (αγωγή) εν μέρει και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ενώ, με την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 23.000 ευρώ νομιμότοκα ως άνω. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ. α` ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου. Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (Α.Π.1254/2017, Α.Π.338/2016, Α.Π.342/2015). Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ.Α.Π.218/1977, Α.Π.1330/2021, Α.Π. 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι ελεύθερος επαγγελματίας και αναλαμβάνει την μεταφορά - αποκομιδή απορριμμάτων με το υπ' αριθ. ... φορτηγό απορριμματοφόρο της ιδιοκτησίας του. Τον Ιανουάριο του έτους 2007 ο δήμος ..., καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο εκκαλών, Δήμος ..., αντιμετώπιζε προβλήματα με την αποκομιδή των σκουπιδιών στην περιφέρειά του, εξαιτίας βλαβών των απορριμματοφόρων οχημάτων του και για τον λόγο αυτό ανέθεσε προφορικά για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου έως και Ιουνίου 2007 στον ενάγοντα την αποκομιδή των σκουπιδιών από την περιφέρεια του Δήμου μέχρι την χωματερή στο ..., με συμφωνηθείσα αμοιβή το ποσό των 250€ ανά δρομολόγιο. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Δήμος ... νόμιμα εκπροσωπούμενος από τους αντιδημάρχους καθαριότητας, Ε. Α. και Α. Γ. ανέθεσε προφορικά στον ενάγοντα την αποκομιδή απορριμμάτων με το ανωτέρω φορτηγό απορριμματοφόρο του τις κάτωθι ημερομηνίες: Α. Για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Μαρτίου 2007 στις 2, 3, 4, 5, 6, 8, 11, 17, 30 και 31/1/2007 και 1, 2, 9 (δύο δρομολόγια), 10, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 20, 21, 22, 23, 24 (δύο δρομολόγια), 26, 27 και 28/2/2007), δηλαδή συνολικά τριάντα [30] δρομολόγια... Β. Για το χρονικό διάστημα Απριλίου - Μαΐου 2007 στις 24, 25, 26, 27 και 30/4/2007 και στις 2, 3, 4, 7 και 8/5/2007, δηλαδή συνολικά δέκα [10] δρομολόγια...και Γ. Για το χρονικό διάστημα Μαΐου - Ιουνίου 2007 στις 9, 10, 11, 14, 16, 17, 18, 19 (3 δρομολόγια), 21 (4 δρομολόγια), 22 (4 δρομολόγια), 23 (3 δρομολόγια), 24 (3 δρομολόγια), 25 (2 δρομολόγια), 26 (2 δρομολόγια), 29 (4 δρομολόγια), 30 (4 δρομολόγια) και 31/5/2007 (3 δρομολόγια) και στις 1 (3 δρομολόγια), 2 (2 δρομολόγια), 4 (4 δρομολόγια) και 5/6/2007 (4 δρομολόγια), δηλαδή συνολικά πενήντα δύο (52) δρομολόγια...Περαιτέρω, η σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων την οποία επικαλέστηκε ο ενάγων με την κύρια βάση της αγωγής του ήταν άκυρη, αφού δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και για τον λόγο αυτό ορθά απορρίφθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ωστόσο, ανεξαρτήτως της ακυρότητας αυτής ο ενάγων αποδείχθηκε ότι εκτέλεσε πράγματι τα ανωτέρω δρομολόγια αποκομιδής απορριμμάτων...Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, όπως λέχθηκε, διατηρεί την αξίωσή του κατά του εναγόμενου και ήδη του καθολικού διαδόχου αυτού - εκκαλούντος, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι ο εκκαλών, έχει καταστεί πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία και με ζημία του εφεσίβλητου, αφού ωφελήθηκε κατά το ποσό, το οποίο θα κατέβαλε στον εφεσίβλητο ή σε άλλον, αν ήταν έγκυρη η εν λόγω σύμβαση μεταφοράς απορριμμάτων λόγω τήρησης του έγγραφου συστατικού τύπου της και, συνεπώς, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, να καταδικαστεί το εκκαλούν να αποδώσει την ωφέλεια από την εξοικονόμηση της παραπάνω δαπάνης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι για όμοια έργα σε εργολάβους της ίδιας κατηγορίας, κατά το επίδικο έτος η δικαιούμενη εκ μέρους του ενάγοντος αμοιβή με βάση το πλαίσιο των αμοιβών, που συνήθως καταβάλλονται στην ίδια περιοχή από άλλους εργοδότες ανέρχεται στο ποσό των εκατόν είκοσι πέντε [125] ευρώ ανά δρομολόγιο και όχι στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ [250]." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ότι η δικαιούμενη εκ μέρους του ενάγοντος αμοιβή για όμοια έργα, της ίδιας κατηγορίας, στην ίδια περιοχή, κατά το επίδικο έτος, ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ [250] ανά δρομολόγιο, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 11.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 904 και 908 του Α.Κ., και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, και ειδικότερα της ωφέλειας του αναιρεσιβλήτου από την παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος στην εκτέλεση του έργου και της μη καταβολής στον τελευταίο της αμοιβής, την οποία ο αναιρεσίβλητος θα κατέβαλε για το έργο αυτό σε άλλον εργολάβο, εάν είχε συνάψει με αυτόν έγκυρη σύμβαση, με τις υποστηρίζουσες την ως άνω κρίση αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2007 ο Δήμος ..., καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος Δήμος ..., ανέθεσε προφορικά στον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) να προβεί, για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Ιουνίου 2007 με το υπ' αριθ. ... φορτηγό απορριμματοφόρο ιδιοκτησίας του, στην αποκομιδή των σκουπιδιών από την περιφέρεια του Δήμου μέχρι την χωματερή στο ..., β) Ότι πράγματι ο αναιρεσείων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα πραγματοποίησε συνολικά 92 δρομολόγια. γ) Ότι η καταρτισθείσα προφορικά μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου ήταν άκυρη, αφού δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και για τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων, που εκτέλεσε τα ανωτέρω δρομολόγια αποκομιδής απορριμμάτων, διατηρεί αξίωση κατά του αναιρεσιβλήτου με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού ο τελευταίος έχει καταστεί πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία και με ζημία του ενάγοντος, καθόσον ωφελήθηκε κατά το ποσό, το οποίο θα κατέβαλε στον αναιρεσείοντα ή σε άλλον, με βάση έγκυρη σύμβαση μεταφοράς απορριμμάτων, και δ) ότι κατά το ίδιο έτος, η συνήθως καταβαλλόμενη από άλλους εργοδότες σε άλλους εργολάβους της ίδιας κατηγορίας αμοιβή για όμοια έργα στην ίδια περιοχή ανερχόταν στο ποσό των εκατόν είκοσι πέντε [125] ευρώ ανά δρομολόγιο, στο οποίο ανέρχεται και η δικαιούμενη εκ μέρους του αναιρεσείοντος αμοιβή. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Εξάλλου, από τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας, η οποία ισχύει και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Επομένως, σε περίπτωση παραδοχής του ενδίκου μέσου της εφέσεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδικάζει την υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ως ηττηθείς διάδικος που βαρύνεται με την πληρωμή των εξόδων του αντιδίκου του αμφοτέρων των βαθμών, λογίζεται εκείνος ως προς τον οποίο αποβαίνει δυσμενής η κατάληξη της δίκης με την παραδοχή ή την απόρριψη της αιτήσεως, αδιαφόρως αν αυτός ήσκησε το ένδικο μέσο ή ο αντίδικός του. Επομένως η περί εξόδων διάταξη του δικαστηρίου με την οποία ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, λόγω της απορρίψεως της δικής του αιτήσεως ή λόγω της παραδοχής εκείνης του αντιδίκου του, δεν αντιφάσκει προς την διάταξη με την οποία γίνεται δεκτή η έφεση του ίδιου διαδίκου και εξαφανίζεται η εκκληθείσα πρωτόδικος απόφαση (Α.Π.692/2004). Επιπλέον κατά το άρθρο 193 ΚΠολΔικ "δεν επιτρέπεται η προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης". Από τη διάταξη αυτή, (που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, τακτικά και έκτακτα, στα οποία περιλαμβάνεται και η αναίρεση) προκύπτει ότι απορρίπτεται ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο, με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση ως προς μόνη τη διάταξη περί εξόδων, κατά παράλειψη κάποιου άλλου παραπόνου επί της ουσίας της υπόθεσης. Ως "ουσία της υπόθεσης" νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Η εντεύθεν απαγόρευση δεν προσκρούει στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Α.Π.1112/2022). Τέλος οι διατάξεις των 176 επ. Κ.Πολ.Δ. περί δικαστικών εξόδων είναι ουσιαστικού δικαίου και ο αναιρετικός έλεγχος επ' αυτών ασκείται μέσω του λόγου του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.218/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την εν μέρει παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος, επιδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) μέρος της δικαστικής δαπάνης του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου και για τους δύο βαθμούς ύψους 600 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο επιδίκασε το ανωτέρω ποσό ως δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος ενάγοντος, καίτοι δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτού, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 183 Κ.Πολ.Δ., που προβλέπουν την καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα και μάλιστα στην προκείμενη περίπτωση μειωμένα κατ' άρθρο 281 Ν.3463/2006, καθόσον με βάση τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να καταδικάσει τον ηττηθέντα εκκαλούντα - εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων - ενάγων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α` ΚΠολΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκειμένη περίπτωση, δεκτού γενομένου ως βασίμου του ως άνω λόγου αναιρέσεως, η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας και μετά την αναίρεση, επανέρχεται στο στάδιο κατά το οποίο είχε εμφιλοχωρήσει το σφάλμα, που επισημάνθηκε με το λόγο αναιρέσεως ο οποίος ευδοκίμησε, ήτοι στη διάταξη περί δικαστικών εξόδων, και λόγω της μερικής νίκης του ενάγοντος, μέρος των δικαστικών του εξόδων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και μάλιστα μειωμένα, κατ' άρθρο 281 Ν.3463/2006, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου και να ορισθούν στο ποσόν των (11.500 Χ 5% Χ 1/2) διακοσίων ογδόντα οκτώ (288) ευρώ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), θα ορισθούν όμως μειωμένα κατ' άρθρο 281 Ν.3463/2006, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Σημειωτέον ότι, για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη δίκη το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν 3693/1957, που επίσης προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ.258/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και ειδικότερα ως προς τη διάταξή της περί επιβολής των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του ενάγοντος. Κρατεί και δικάζει επί της από 28.12.2016 έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...", κατά της υπ` αριθ. 412/2016 απόφασης του Πρωτοδικείου Πατρών, κατά το προαναφερόμενο μέρος. Καταδικάζει το ως άνω ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των διακοσίων ογδόντα οκτώ (288) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν. Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της προκείμενης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων (1.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ