Αριθμός 699/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2056/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4962/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 11-2-2009 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 15-3-2011, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8-5-2012, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 9-5-2012 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 14-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 του Ν. 3994/2011), αν ματαιωθεί η συνεδρίαση για οποιονδήποτε λόγο, οι υποθέσεις που είναι γραμμένες σ' αυτήν μεταφέρονται με επιμέλεια των διαδίκων στις επόμενες συνεδριάσεις και ο αντίδικος αυτού που επισπεύδει τη συζήτηση καλείται πάντοτε στη νέα δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. .../28-6- 2010 και .../12-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσείοντα 1) ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα αρμοδίως δικάσιμο της 15-3-2011, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8-5-2012. Κατά τη δικάσιμο αυτή ματαιώθηκε η συνεδρίαση του Δικαστηρίου λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών, 2) ακριβές αντίγραφο της από 9-5-2012 κλήσεως της αναιρεσίβλητης προς αυτόν (αναιρεσείοντα), με πράξη ορισμού νέας δικασίμου για τη συζήτηση της υποθέσεως και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρμοδίως ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (22-1-2013). Κατά την εν λόγω δικάσιμο, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον υπογράφοντα την παραπάνω κλήση πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος προσκόμισε το υπ' αριθμ. .../16-2-2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φραγκίσκης Κτενά. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 515/1970 "Περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/ 1973 (έχει ήδη αντικατασταθεί με την παράγραφο 11 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010), "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης), εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, ως και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. επί πλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως, εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη ως μη επιδεχομένη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. Διά την κατά τα ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιον των μισθωτών καταβάλλεται ηυξημένον κατά 75%". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο διάρκειας της ημερησίας εργασίας, η απασχόληση του μισθωτού γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασία, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι εν λόγω αποφάσεις πρέπει να αναφέρουν την συγκεκριμένη επιχείρηση ή την συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίου ωραρίου απασχολήσεως, εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού. Δεν απαιτείται δε να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση οι εργαζόμενοι, που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης, ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχολήσεως, ποιοι από τους μισθωτούς αυτού θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά. Εξάλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια Διοικητική Αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋποθέσεως δεν ελέγχεται από τα Πολιτικά Δικαστήρια (ΑΠ 1393/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού - Α.Ε." (ΔΕΗ) και κατά το επίδικο από 1-1-1999 έως 31-5-2003 χρονικό διάστημα εργαζόταν, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό που διατηρεί η αναιρεσίβλητη στο Λαύριο. Κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, για επειγούσης φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε και υπερωριακώς, πραγματοποιώντας, συνολικά, 2.072 ώρες υπερωριακής εργασίας. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι, για την υπερωριακή αυτή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά τα έτη 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003 (έως 31-5-2003), είχε χορηγηθεί σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας, με τις υπ' αριθμ. 2336/20-5-1999, 2876/14-12-1999, 3216/29-12-2000, 2795/28-6-2001, 3185/26-10-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 2629/8-7-2002, 2912/27-8-2002, 2975/25-11-2002, 3057/21-3-2003 αποφάσεις αυτού, οι οποίες εκδόθηκαν μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και καλύπτουν όλο το επίδικο χρονικό διάστημα. Γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο, ότι οι ως άνω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας αφορούν ειδικά την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, ότι αναφέρεται σ' αυτές (αποφάσεις) ότι η άδεια για την υπερωριακή απασχόληση μισθωτών της αναιρεσίβλητης χορηγείται λόγω υπάρξεως εργασίας επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή και ακόμα ότι αναφέρεται στις εν λόγω αποφάσεις ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, για τους οποίους επιτρέπεται η υπερωριακή απασχόληση, μεταξύ των οποίων είναι και οι εργαζόμενοι με την παραπάνω ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, καθώς και ο αριθμός των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως αυτών. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι η κρίση του Υπουργού Εργασίας, περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Βάσει των ως άνω παραδοχών το Εφετείο κατέληξε, ότι η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος, κατά τα έτη 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003 (έως 31- 5-2003), κατέστη νόμιμη, σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ότι κατά συνέπεια δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά το επίδικο από 1-1-1999 έως 31-5-2003 χρονικό διάστημα. Έτσι το Εφετείο, μετά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως προς το αίτημά της για επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή εργασία, και απέρριψε την αγωγή ως προς το άνω αίτημα αυτής, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 515/1970, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/ 1973, και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις σχετικές του αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-2-2009 αίτηση του Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4962/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ