Αριθμός 1315/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Βαρβάρας Κριτσωτάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη), Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Λ. του Χ., 2) Χ. Τ. του Η. και 3) Χ. Α. του Κ., όλων κατοίκων ... Οι 1ος και 2ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και ο 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε για τον αρχικώς εναγόμενο Δήμο Φιλιατρών, ότι καταργήθηκε και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τον Δήμο Τριφυλίας, που εδρεύει στην Κυπαρισσία και εκπροσωπείται νόμιμα. Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Κυπαρισσίας, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Φιλιατρών, που εδρεύει στην Κυπαρισσία Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Π. Μ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσείοντες Θ. Λ. και Χ. Α. και την απόρριψη αυτής ως προς τον αναιρεσείοντα Χ. Τ.. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις υπ' αριθμ…/12-12-2012 και …/12-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας … που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 30-4-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 125/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας, προκύπτει ότι 1) ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 16-10-2012, κατά την οποία η συζήτηση της αναιρέσεως ματαιώθηκε, επιδόθηκε στον Δήμο Τριφυλίας, με έδρα τη Κυπαρισσία, ως καθολικό διάδοχο του αναιρεσιβλήτου Δήμου Φιλιατρών, ο οποίος καταργήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 1 αριθμ. 36 του Ν. 3852/2010 "Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ 87/Α/7-6-2010) και 2) ακριβές αντίγραφο της από 12-11-2012 κλήσεως των αναιρεσειόντων προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο Τριφυλίας, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υποθέσεως ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (16-4-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο Δήμο, με κλήση προς αυτόν για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως κατά την παραπάνω δικάσιμο (16-4-2013). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Σύμφωνα, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου Δήμου. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας). Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004. Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 1109/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 5-1-2004 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες Θ. Λ., Χ. Τ. και Χ. Α. ισχυρίσθηκαν ότι εργάσθηκαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Φιλιατρών (ΟΤΑ - ΝΠΔΔ), ο οποίος με το Ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 87/Α/7-6-2010) καταργήθηκε και καθολικός διάδοχος αυτού κατέστη ο Δήμος Τριφυλίας, με έδρα τη Κυπαρισσία, ο πρώτος εξ αυτών (εναγόντων) από 25-5-1998 έως 4-1-2004, ως εργάτης καθαριότητας, ο δεύτερος από 21-6-2001 έως 4-1-2004, ως εργάτης ύδρευσης και ο τρίτος από 25-5-1998 έως 4-1-2004, ως εργάτης καθαριότητας, με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες δεν εδικαιολογούντο από την φύση των αναγκών του εναγομένου, που ήταν πάγιες και διαρκείς, αλλά έγιναν σκόπιμα για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, αφού ουσιαστικά επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ο καθένας εξ αυτών και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές, για τα διαστήματα που δεν ανανέωνε τις συμβάσεις τους, και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας, με την υπ' αριθμ. 12/2006 απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Επί της εφέσεως, που άσκησαν οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες κατά της παραπάνω πρωτόδικης αποφάσεως, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 125/2007 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή αυτή είναι μη νόμιμη, διότι: α) Οι επίδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ήταν όλες οκτάμηνες, συνήφθησαν στις 25-5-1998, 3-6-1999, 9-9-2002 και 5-5-2003 για τον πρώτο αναιρεσείοντα Θ. Λ., στις 21-6-2001, 9-9-2002 και 5-5-2003 για τον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ. Τ. και στις 25-5-1998, 3-6-1999 και 5-5-2003 για τον τρίτο αναιρεσείοντα Χ. Α., δηλαδή υπό το κράτος των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος όσες συμβάσεις συνήφθησαν μετά την 17-4-2001, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν στη πραγματικότητα οι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ούτε και μπορούν να χαρακτηρισθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων, να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, αφού, έστω και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ο αναιρεσίβλητος Δήμος, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν είχε την ευχέρεια συνάψεως συμβάσεων αορίστου χρόνου, β) εφόσον η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου δεν έχει σαφείς και ορισμένες διατάξεις και δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της παραπάνω Οδηγίας έχει εφαρμογή, στην προκείμενη περίπτωση, κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, ενώ ούτε και ορθός νομικός χαρακτηρισμός των επίδικων συμβάσεων, ενόψει της εν λόγω Οδηγίας, μπορεί να γίνει, αφού τούτο, πέραν του ότι η Οδηγία δεν υπαγορεύει, ως συνέπεια καταχρηστικής συνάψεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, τον χαρακτηρισμό αυτών ως μιας συμβάσεως αόριστης διάρκειας, θα καθιστούσε περιττή την λήψη μέτρων για την ενσωμάτωση της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη και θα αναιρούσε την παρεχόμενη από την εν λόγω Οδηγία ευχέρεια των κρατών - μελών να διαφοροποιήσουν τα μέτρα κατά τομείς, όταν αυτοί διαφέρουν, να προσδιορίσουν την διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων, την έννοια των συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου και τις προϋποθέσεις που δεν θα επιτρέπουν μια τέτοια ως άνω καταστρατήγηση, ενώ περαιτέρω και οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν επιτρέπουν την σύναψη συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, πέραν εκείνων που προβλέπει η παράγραφος 3 του άρθρου 103 του Συντάγματος και γ) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, που ισχύει από 19-7-2004 και αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα. Ενόψει τούτων, κατέληξε το Εφετείο, εφόσον δεν υπάρχουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καθυστερούμενες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αποδοχές και επιδόματα αδείας για τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Επικυρώνοντας έτσι, με απόρριψη της εφέσεως των εναγόντων - αναιρεσειόντων, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έχοντας, όμως, το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι νόμιμη ως προς τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες Θ. Λ. και Χ. Α., στηριζόμενη στο άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Και τούτο διότι, οι επίμαχες συμβάσεις των αναιρεσειόντων αυτών (Θ. Λ. και Χ. Α.) με τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. (Ν.Π.Δ.Δ.), σύμφωνα πάντοτε με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, για τον καθένα εξ αυτών, κατά τον χρόνο που εκτείνονται οι ένδικες έννομες σχέσεις και το αντικείμενό τους, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον (οι επίμαχες συμβάσεις) καταρτίσθηκαν στις 25-5-1998, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, του Π.Δ. 164/2004 και των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος, συνεχίστηκαν, όντας ενεργές και μετά ταύτα και από την φύση τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ο δε χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων Θ. Λ. και Χ. Α. από την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ενώ, οι ρυθμίσεις της παραπάνω Οδηγίας (έναρξη ισχύος αυτής από 10-7-2001) και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που, όπως ήδη αναφέρθηκε, προστέθηκαν με το Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και η ισχύς των οποίων αρχίζει από 17-4-2001), όπως και οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, που αφορούν τους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα, δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος τους, συνακόλουθα δε και στις επίδικες συμβάσεις των αναιρεσειόντων Θ. Λ. και Χ. Α., παρά το ότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατά την έναρξη της ισχύος των ως άνω ρυθμίσεων, εφόσον η σχέση αυτή είχε ήδη προσλάβει, πριν δηλαδή την ισχύ της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό. Συνεπώς, μετά από αυτά, το Εφετείο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη ως προς τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες Θ. Λ. και Χ. Α. παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, ο από το άρθρο 559 (και όχι από το άρθρο 560, που αναφέρεται στο αναιρετήριο) αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος ως προς τους αναιρεσείοντες Θ. Λ. και Χ. Α.. Αντίθετα, ο ίδιος (μοναδικός) λόγος της αναιρέσεως, υπό τις αυτές αιτιάσεις, είναι αβάσιμος ως προς τον αναιρεσείοντα Χ. Τ., διότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα πάντοτε με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο αναιρεσείων Χ. Τ. προσλήφθηκε στις 21-6-2001, δηλαδή μετά από την έναρξη της ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17-4-2001), που απαγορεύουν την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσείοντες Θ. Λ. και Χ. Α. και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά τους αναιρεσείοντες αυτούς, ενώ ως προς τον αναιρεσείοντα Χ. Τ. πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της ως προς τους αναιρεσείοντες Θ. Λ. και Χ. Α. στο ίδιο Εφετείο (Καλαμάτας), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος Δήμος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων Θ. Λ. και Χ. Α., που νίκησαν, μειωμένη, όμως, με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Ο ηττώμενος αναιρεσείων Χ. Τ. δεν θα καταδικασθεί σε δικαστική δαπάνη, διότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος ερημοδίκησε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ούτε, άλλωστε, λόγω της ερημοδικίας του, υποβλήθηκε σε έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-4-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 125/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας ως προς τον αναιρεσείοντα Χ. Τ.. Αναιρεί την ως άνω υπ' αριθμ. 125/2007 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας ως προς τους αναιρεσείοντες Θ. Λ. και Χ. Α.. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκασή της ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από αλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων Θ. Λ. και Χ. Α., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ