Αριθμός 953/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΑΦΝΗΣ - ΥΜΗΤΤΟΥ" που εδρεύει στη Δάφνη Αττικής, επί της οδού Έλλης αριθμ. 16, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του Α. Μ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Νικηφοράκη, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ……., 19) Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού Καραγεώργη Σερβίας αρ. 10, 20) Του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΥΡΩΝΑ" που εδρεύει στον Βύρωνα Αττικής, οδός Καραολή και Δημητρίου αρ. 36 - 44, με ΑΦΜ ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του. Η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι υπό στοιχείο 2 έως 7 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μίχο, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχείο 8 έως 16, και η υπό στοιχείο 18, αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Βαγιάνο, και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 17 αναιρεσίβλητος, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το υπό στοιχείο 19 αναιρεσίβλητο, εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Ο υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος ΟΤΑ, εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φώτιο Κρεμμύδα και Βάγια Παναγιωτόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΥΡΩΝΑ" που εδρεύει στον Βύρωνα Αττικής, οδός Καραολή και Δημητρίου αρ. 36 - 44, με ΑΦΜ ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φώτιο Κρεμμύδα και Βάγια Παναγιωτόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)……., 19) Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και επί της οδού Καραγεώργη Σερβίας αρ. 10, 20) Του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΑΦΝΗΣ - ΥΜΗΤΤΟΥ" που εδρεύει στη Δάφνη Αττικής, επί της οδού Έλλης αριθμ. 16, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του. Η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι υπό στοιχείο 2 έως 7 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μίχο, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχείο 8 έως 16, και η υπό στοιχείο 18, αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Βαγιάνο, και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 17 αναιρεσίβλητος, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το υπό στοιχείο 19 αναιρεσίβλητο, εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Ο υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος ΟΤΑ, εκπροσωπήθηκε από τον Δήμαρχό του Α. Μ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Νικηφοράκη, και κατέθεσε προτάσεις. Γ. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) …….και 20) Του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΑΦΝΗΣ - ΥΜΗΤΤΟΥ" που εδρεύει στη Δάφνη Αττικής, επί της οδού Έλλης αριθμ. 16, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του. Η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι υπό στοιχείο 2 έως 7 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μίχο, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχείο 8 έως 16, και η υπό στοιχείο 18, αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Βαγιάνο, και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 17 αναιρεσίβλητος, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο υπό στοιχείο 19 αναιρεσίβλητος ΟΤΑ, εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Φώτιο Κρεμμύδα και Βάγια Παναγιωτόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος ΟΤΑ, εκπροσωπήθηκε από το Δήμαρχό του Α. Μ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Νικηφοράκη, και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Αντώνιος Μίχος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη επί των τριών ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, Α. χήρα Λ. Φ., το γένος Γ. Ν., κάτοικος ..., απεβίωσε στις 5-9-2019, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Βύρωνος, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, επί των τριών ως άνω αιτήσεων αναίρεσης: 1) Π. Φ. του Λ., κάτοικος Αγ. Παρασκευής, 2) Μ. Φ. του Λ., κάτοικος ..., αντίστοιχα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2003 αγωγή των 10ης, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 17ου και 18ης ήδη αναιρεσιβλήτων επί των τριών ως άνω αιτήσεων αναίρεσης και του ήδη αποβιώσαντος Χ. Κ., την από 12-1-2005 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, και την από 12-5-2005 αγωγή των ήδη αποβιωσάντων Λ. Φ., Α. Φ., Χ. Κ. και των 6ης, 7ου, 8ης, 9ου, 10ης, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 17ου και 18ης ήδη αναιρεσιβλήτων επί των τριών ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν προδικαστικές περί αποδείξεων αποφάσεις, η 715/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4891/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΑΦΝΗΣ - ΥΜΗΤΤΟΥ" και "ΔΗΜΟΣ ΒΥΡΩΝΑ" και το Ελληνικό Δημόσιο, με τις από 17-4-2021, 26-4-2021 και 28-4-2021, αντίστοιχες αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου φέρονται οι αιτήσεις αναίρεσης 1) από 17-4-2021 του "Δήμου Δάφνης-Υμηττού", 2) από 26-4-2021 του "Δήμου Βύρωνα" και 3) από 28-4-2021 του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ'αριθμ. 4891/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους δεκαοκτώ (18) πρώτους αναιρεσιβλήτους, με τη συνεκδίκασή τους δε διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε από τους 1. …και 10. Α. χήρα Σ. Π., κατά των 1. Δήμου Βύρωνα και 2. Δήμου Υμηττού η από 27-12-2003 αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας των εναγόντων επί των πέντε περιγραφομένων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά ερειδόμενη σε πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως της συγκυριότητας τους, την οποία αμφισβητούσαν οι εναγόμενοι Δήμοι. Οι τελευταίοι, άσκησαν με αυτοτελή δικόγραφα και ειδικότερα ο Δήμος Βύρωνα με το από 5-4-2004 και ο Δήμος Υμηττού με το από 7-4-2004, ανακοινώσεις δίκης προσεπίκληση σε αναγκαστική κυρία παρέμβαση προς το Ελληνικό Δημόσιο. Το τελευταίο άσκησε κατά των διαδίκων της προαναφερόμενης αγωγής την από 12-1-2005 κυρία παρέμβαση με την οποία αντιποιείτο το δικαίωμα συγκυριότητας των προαναφερθέντων εναγόντων επί των επιδίκων ακινήτων, επικαλούμενο ιδία κυριότητα και ζητούσε ν'αναγνωριστεί η κυριότητά του επί των επιδίκων αυτών ακινήτων. Περαιτέρω με την από 12-5-2005 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι 1…..και 6. Γ. Σ., καθώς και οι 2η έως και 10η ενάγοντες της πρώτης αγωγής, άσκησαν αναγνωριστική κυριότητας αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ερειδόμενη σε πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως της συγκυριότητας τους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά επί των πέντε περιγραφομένων ακινήτων και ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατά τ'αναφερόμενα ποσοστά. Συνεκδικαζομένων των αγωγών αυτών, της κυρίας παρέμβασης και των ανακοινώσεων δίκης και προσεπικλήσεων σε αναγκαστική παρέμβαση, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 7346/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε τις από 5-4-2004 και 7-4-2004 δύο προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση ως απαράδεκτες λόγω μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων και έκρινε παραδεκτές και νόμιμες τις αγωγές και την κύρια παρέμβαση, διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προς εντοπισμό της ταυτότητας και της μορφής των επιδίκων. Εν συνεχεία ακολούθησε η υπ'αριθμ. 8473/2009 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία διετάχθη η διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου, λαμβανομένων υπόψιν και των πορισμάτων της πρώτης, να διαπιστωθεί εάν τα επίδικα περιλαμβάνονται στους επικαλούμενους τίτλους και εάν αυτά αποτελούν ή όχι δασική έκταση. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2829/2010 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποίαν αντικαταστάθηκαν οι διορισθέντες με την ως άνω με αριθμό 8473/2009 απόφαση πραγματογνώμονες. Στην συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αρθμ. 1937/2014 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία ανεστάλη η έκδοση της οριστικής απόφασης προκειμένου να προσκομισθεί νομίμως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Τέλος, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 715/2016 απόφαση του συνεκδικάζοντας τις αγωγές και την κύρια παρέμβαση, απέρριψε ως αναπόδεικτες τις αγωγές των εναγόντων - εκκαλούντων και δέχθηκε την από 12-1-2005 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και αναγνώρισε το τελευταίο ως κύριο των περιγραφομένων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Οι δεκαοκτώ πρώτοι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες των προαναφερόμενων αγωγών και οι μη αμφισβητηθέντες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των αρχικών εναγόντων μετά τον επισυμβάντα θάνατο τους κατά το στάδιο διεξαγωγής των αποδείξεων υπεισελθόντες στη θέση τους και συνεχίζοντες την δίκη, Α. χήρα Λ. Φ., Π. Φ. του Λ. και Μ. Φ. του Λ. (υπό στοιχ. 1α,β,γ εκκαλούντες), στην θέση του αρχικού πρώτου ενάγοντα Λ. Φ. του Παναγιώτη, Ν. Φ. του Α. και Α. Φ. του Α. (υπό στοιχ. 2 και 3 εκκαλούσες) στη θέση του αρχικού δεύτερου ενάγοντα Α. Φ. του Παναγιώτη της από 12-5-2005 αγωγής, και Μ. Κ. του Χ. και Β. Κ. του Χ. (υπό στοιχ. 13 α και β εκκαλούσες), στη θέση του αρχικού όγδοου και δέκατου τρίτου ενάγοντα της από 27-12-2003 και 12-5-2005 αντίστοιχα αγωγών, άσκησαν κατά της 715/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-10-2017 έφεση τους. Η προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί των από 27-12-2003 και 12-5-2005 αγωγών και επί της από 12-1-2005 κύριας παρέμβασης απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και δέχθηκε τις από 27-12-2003 και 12-5-2005 αγωγές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, αναγνωρίζοντας τους ενάγοντες κατά τα αναφερόμενα ποσοστά συγκυρίους των επιδίκων ακινήτων. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία του, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 555/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 76, 79, 556 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η κύρια παρέμβαση, η οποία εξομοιώνεται με την κύρια αγωγή του τρίτου κατά των αρχικών διαδίκων, αποτελεί διαδικαστική πράξη με την οποία εισάγεται αυτοτελής, έναντι της αγωγής, αίτηση παροχής έννομης προστασίας, για το αντικείμενο της μεταξύ των άλλων εκκρεμούς αγωγής, το οποίο αντιποιείται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος ο κυρίως παρεμβαίνων, με τη μορφή της διάγνωσης ότι είναι δικαιούχος αυτού. Έτσι, με την κύρια παρέμβαση, η οποία απλώς συνεκδικάζεται, λόγω συνάφειας, με την κύρια αγωγή, δημιουργείται νέα παρεμπίπτουσα δίκη και ο κυρίως παρεμβαίνων καθίσταται κύριος διάδικος, πλην, ως αντιδικών προς όλους τους αρχικούς διαδίκους, έναντι των οποίων επιδιώκει με την παρέμβασή του να εξέλθει νικητής, δεν τελεί σε σχέση ομοδικίας, απλής ή αναγκαστικής, με αυτούς (ΑΠ 1340/2021, ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 904/2015, ΑΠ 40/2014, ΑΠ 611/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει μεταξύ των συνεναχθέντων με την αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, ως από κοινού αμφισβητούντων το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, (ΑΠ 777/2020), καθώς και μεταξύ των εναγόντων της αγωγής αυτής (ΑΠ 234/2020, ΑΠ 175/2017) και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 234/2020). Στην προκειμένη περίπτωση από τις εκθέσεις επίδοσης υπ'αριθμ.9016Β,9017Β/30-12-2021 του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Φ. Κ. και υπ'αριθμ. ... του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ξ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν την συζήτηση, προκύπτει ότι επιδόθηκε, κατά το άρθρο 6Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 και 143 Κ.Πολ.Δ. νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον δέκατο έβδομο των αναιρεσειόντων Π. Κ. του Κ. ακριβές αντίγραφο των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πλην όμως ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.. Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατ' άρθρο 573 παράγραφος 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 683/2022, ΑΠ 522/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν στις 28-4-2021, με την σύνταξη των υπ'αριθμ. 2620/328/28-4-2021, 2632/331/28-4-2021 και 2676/340/28-4-2021 εκθέσεων κατάθεσης. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Α. χήρα Λ. Φ. απεβίωσε στις 5-9-2019, στο Χαλάνδρι Αττικής (βλ. την από ... Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξιαρχείου Βύρωνα), δηλαδή πριν την άσκηση των ενδίκων αναιρέσεων και αντί αυτής παραστάθηκαν, κατά δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, δεύτερος και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα α) ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Βύρωνα, β) ... και ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας της Α. Φ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων της αποβιωσάσης ως άνω αναιρεσίβλητης περί γνωστοποίησης στους αναιρεσείοντες του θανάτου αυτής κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου προ της ασκήσεως της αναιρέσεως. Επομένως, είναι έγκυρες οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτών, με τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμων της πρώτης, την ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες και η εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται. Κατά δε το άρθρο 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. Κατά δε το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι νομιμοποιείται παθητικώς, ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικός του. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία, αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς του οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 321/2023, AΠ 824/2013, ΑΠ 999/2012). Στη προκειμένη περίπτωση η από 17-4-2021 και από 26-4-2021 κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, των Δήμων α. Δάφνης - Υμηττού η πρώτη και β. Βύρωνα η δεύτερη, απαραδέκτως στρέφονται κατά του εικοστού αναιρεσιβλήτου Δήμου Βύρωνα η πρώτη και Δήμου Δάφνης -Υμηττού η δεύτερη. Τούτο δε διότι οι ως άνω αντίστοιχα αναιρεσείοντες Δήμοι στις προαναφερόμενες αναιρέσεις ήσαν ομόδικοι εναγόμενοι στην από 27-12-2003 αγωγή και εφεσίβλητοι στην έφεση που άσκησαν κατά τα ανωτέρω οι ενάγοντες- εκκαλούντες και ήδη δεκαοκτώ πρώτοι των αναιρεσιβλήτων στις υπό κρίση αναιρέσεις. Συνεπώς, οι πιο πάνω αναιρέσεις πρέπει ν'απορριφθούν ως προς τον εικοστό των αναιρεσιβλήτων. Κατά τα λοιπά οι υπό κρίση αναιρέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες Δήμοι άσκησαν τις υπό κρίση αναιρέσεις τους στις 28-4-2021 προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση στις 31-7-2020 της απόφασης, το δε αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσής του επίσης στις 28-4-2021 εντός της νόμιμης 30ήμερης προθεσμίας, από της επιδόσεως στις 17-11-2020 σ'αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προκύπτει από την σφραγίδα του Δικαστικού Επιμελητή επί της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο άλλωστε συνομολογεί και το αναιρεσείον μη υπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας, από 7-11-2020 έως 5-4-2021 για την καταπολέμηση της μετάδοσης και της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού (covid-19), σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ.α' του Ν. 4790/2021. Συνεπώς, οι υπό κρίση αναιρέσεις είναι παραδεκτές ως προς τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1, 577παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρα 571,577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Aπό τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 ν. της 21-6-/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο. Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-03-1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1354/2013). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (29-11-1836). Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ.1 πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ...". Προϋπόθεση, δηλαδή, της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ.1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ.1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίας του νομέα πάνω στο ακίνητο, και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας (ΑΠ 547/2018). Επομένως, εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας και μετά τις 11.9.1915, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ΒΡΔ και τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1296/2020). Περαιτέρω, αν πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου έκτακτης χρησικτησίας που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος στη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος στη διάρκεια ισχύος του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, τότε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 64 και 65 ΕισΝΑΚ, αν με το συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείτο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοστεί το προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη νομής του δικαιοπαρόχου, με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου (νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη). Αντίθετα, αν υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοστεί ο ΑΚ και η εικοσαετία που απαιτείται από αυτόν για την έκτακτη χρησικτησία θα αρχίσει από το χρόνο έναρξης της ισχύος του (23.2.1946) (ΑΠ 547/2018). Τέλος, κατά την έννοια της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 293/2020). Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση ασκήσεως του δικαιώματός του. (ΑΠ 281/2021). Η σχετική ένσταση μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής (Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 107/2011, ΑΠ 1456/2010). Από δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 203/2023, ΑΠ 2109/2022, ΑΠ 559/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 38/2020). Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 182/2023, ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 420/2021). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 2/2008). Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 312/2020, ΑΠ 287/2017,ΑΠ 99/2016, ΑΠ 366/2015). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 955/2021, ΑΠ 629/2020, ΑΠ 1182/2012). Ακόμη, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 192/2022, ΑΠ 723/2020, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 566/2017, ΑΠ 596/2017). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 2017/2022, ΑΠ 1018/2018). Οι αιτιολογίες δε που εκφέρθηκαν εκ περισσού και δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς είναι πλεοναστικές και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπή, το δεδικασμένο (αρθ. 578 Κ.Πολ.Δ.) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία (ΑΠ Ολ. 13/1995, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του ..., νομίμως μεταγραμμένου, (τόμος ... βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτου Πούλου μεταβιβάσθηκε, δίχως να εκπονηθεί σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, από το Δ. Γ. η κυριότητα ενός αγρού, κειμένου εκτός του σχεδίου της πόλεως των Αθηνών στη θέση "...", "εκ στρεμμάτων πεντήκοντα πλέον ή έλλατον καλλιεργήσιμον και ακαλλιέργητον με Βουνό όσον τρέχουν τα νερά συνορευόμενον ανατολικώς με Σ. Μ., νοτίως με βουνό, δυτικώς με Θ. Χ. και βορείως με παίδες Γ. Μ. και Π. Ζ.,... τον αγρόν τούτον καλλιεργήσιμον και ακαλλιέργητον με βουνό όσο τρέχουν τα νερά επώλησεν..." στους Α. Ρ. και Β. Κ., ισομερώς και εξ αδιαιρέτου. Τα όρια που μνημονεύονται στο ανωτέρω συμβόλαιο και καθορίζουν το συγκεκριμένο κτήμα, επαληθεύθηκαν ως ισχύοντα, τότε, και με τις δύο πραγματογνωμοσύνες (βλ. σελίδες 25, 26 της 65/2009 και 42-44 της 309/2013). Ειδικότερα, όσον αφορά το ανατολικό όριο, στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρίου Πέππα - δια του οποίου οι αδελφοί Ι. και Ν. Β. αγόρασαν τα 5/6 του ανήκοντος στους κληρονόμους του Σ. Μ. ακινήτου - αναφέρεται ως δυτικό όριο ο αγρός των Β. Κ. και Α. Ρ. Κ.. Ως προς το δυτικό όριο, από τη μελέτη των ... και ... πωλητηρίων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Σπυρίδωνος Αρμάγου και Βασιλείου Μπόσδα, αντιστοίχως, διαπιστώνεται ότι τα εκάστοτε πωλούμενα από το Γ. Θ. Χ. Γ. γεωτεμάχια συνορεύουν ανατολικώς με ιδιοκτησία Β. Κ.. Το προς βορρά όριο επιβεβαιώνεται από το ... διανεμητήριο του εν λόγω ακινήτου συμβολαίου, όπου επαναλαμβάνεται ότι συνορεύει με ιδιοκτησία Ι. Μ. και μεταγενεστέρως Δ. Μ.. Ως νότιο όριο ("βουνό, όπως τρέχουν τα νερά"), οι προμνησθέντες πραγματογνώμονες - αφού ερεύνησαν και ερμήνευσαν τους τοπογραφικούς χάρτες του Κaupert (απεικόνιση έτους 1882) και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, όπου έχει σχεδιασθεί η περιοχή και το ανάγλυφό της - εντόπισαν το φυσικό σταθερό του υδροκρίτη (ή κορυφογραμμής), το οποίο καταδεικνύει την πλευρά του λόφου ... καθώς καταρρέουν τα ύδατα, που κλίνει, δηλαδή, προς ένα ιδιαίτερο σημείο εκφόρτωσης των υδάτων.... Ο άνω ... τίτλος εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά στο έδαφος μετά το θάνατο των αγοραστών, όταν οι κληρονόμοι τους αποφάσισαν να διανείμουν το επίκοινο. Συντάχθηκε, με αναφορά σε ανεξάρτητο δίκτυο συντεταγμένων, το από 5.6.1926 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Σ. Κ. και Α. Π., το οποίο απεικονίζει το λόφο "...", με υψομετρικές καμπύλες και το ρέμα που διέτρεχε το ακίνητο, διαθέτοντας πολλά σταθερά σημεία της περιοχής που υφίστανται μέχρι σήμερα. Οι συντάξαντες μηχανικοί εντόπισαν την περίμετρο του αγρού και, αφού τον καταμέτρησαν, προσδιόρισαν το εμβαδόν του σε 51 παλαιά στρέμματα καλλιεργήσιμης γης και 86 παλαιά στρέμματα βουνού, δηλονότι λοφώδους εδάφους. Το γεγονός ότι το αρχικό συμβόλαιο ... δεν αναφέρει την έκταση του ακαλλιέργητου μέρους οφείλεται στην έλλειψη εμβαδομέτρησής του, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Οι μεταβιβάζοντες δεν είχαν αντίληψη των μονάδων μετρήσεως, για αυτό δεν έδιναν βαρύτητα στην έκταση των ακινήτων. Περιέγραφαν τα όριά τους με αναφορές στο ανάγλυφο της περιοχής ή τοπωνύμια, ούτως οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν και συναποδέχονταν ότι τα εκποιούμενα ακίνητα είναι αυτά που περικλείονται στα περιγραφόμενα όρια.... Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των, εφαρμοστέων στην κρινόμενη περίπτωση, νόμων του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου (45 Πανδ. (21,2), ν. 42 βασ. (19.11) και Αρμ. 74 Γγ, άρθρα 24 και 51 Εισ.Ν.Α.Κ.), ως εκ του χρόνου κατά τον οποίο έλαβαν χώρα τα ιστορούμενα γεγονότα, αν η πώληση γίνει κατά όρια και μέτρα υπερισχύει ο κατά όρια προσδιορισμός, ενώ ο κατά μέτρα προσδιορισμός θεωρείται τυχαίος .... Για τις ανάγκες της διανομής, οι προμνημονευόμενοι μηχανικοί διαχώρισαν το κτήμα, αναλόγως της μορφολογίας του, σε αυτοτελή γεωτεμάχια, σχημάτισαν τις εδαφικές λωρίδες που αναγκαίως άφησαν όλοι οι συγκληρονόμοι για την προς αυτά πρόσβασή τους (μνημονεύονται ως ιδιωτικοί οδοί), και καταχώρησαν - επί του σχεδίου - τις κληρονομιαίες μερίδες σε συμμετρία με τα λαμβανόμενα, από καθεμία, εδαφικό τμήματα. Στην καλλιεργήσιμη περιοχή οροθέτησαν δεκαπέντε συνολικά οικοδομικά τετράγωνα, τμηθέντα σε οικόπεδα, υπό τους κωδικούς Α έως ΙΕ και στη λοφώδη οροσήμαναν επιμήκη γήπεδα (λαχίδια βουνού) με διεύθυνση από βορρά προς νότο υπό τα διακριτικά στοιχεία Ρ1, ΚΙ, Ρ2, Κ2, Ρ3, Κ3, Ρ4, Κ4, Ρ5, Κ5, Κ6, Κ7 και Κ8. Έτσι, οι κληρονόμοι των Α. Ρ.() Κ. και Β. Κ. προέβησαν, δια του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Αναστασάκη (τόμος …. πράξη … βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), στην εκούσια διανομή του επίμαχου κτήματος, εναρμονιζόμενοι, με το από 5.6.1926 τοπογραφικό, των μηχανικών Σ. Κ. και Α. Π.. Δεδομένου ότι οι απώτεροι συγκύριοι, Α. Ρ.() Κ. και Β. Κ., απεβίωσαν τα έτη 1882 ο πρώτος και 1903 ο δεύτερος, ενώ η διανομή επιτεύχθηκε το έτος 1927, λόγω του διαδραμόντος μακρού χρονικού διαστήματος, είχαν επέλθει μεταβολές στα δικαιώματα ή τα πρόσωπα των αρχικών κληρονόμων τους, ένεκα είτε καθολικών είτε ειδικών διαδοχών. Έτσι, στη διανομή μετείχαν όλοι οι, κατά εκείνο το χρόνο, υφιστάμενοι εμπράγματοι δικαιούχοι του διανεμητέου, στο δε διανεμητήριο συμβόλαιο (...) αναπτύσσεται αναλυτικά η εξέλιξη των δικαιωμάτων εκάστου. Ούτοι, αφού υπολόγισαν τις διαμορφωμένες μερίδες τους, έλαβαν τα αντίστοιχα ειδικώς αναφερόμενα γεωτεμάχια (οικόπεδα και λαχίδια), τακτοποιώντας οριστικώς τα περί κυριότητας ζητήματα. Κατά το νυν ενδιαφέρον μέρος, το λαχίδια (α) Ρ2, επιφάνειας 10.790,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με λαχίδιο Κ3, δυτικώς με λαχίδιο Κ2, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, έλαβαν οι Α. σύζυγος Β. Ρ. το γένος Π. Ρ., Ά. σύζυγος Κ. Β., το γένος Π. Ρ., Α. Π. Ρ., Π. Α. Ρ., Ι. Α. Ρ., Π. Σ. Σ. ή Κ., Ι. Σ. Σ. Κ. και Α. Σ.. Σ. Κ.. (β) Το λαχίδιο Ρ3, επιφάνειας 10.790,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με λαχίδιο Κ5, δυτικώς με λαχίδιο Κ4, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, έλαβαν οι Μ. σύζυγος Γ. Σ., το γένος I. Ρ., Β. χήρα Ε. Ν., το γένος I, Ρ., Σ. I. Ρ.ς, Μ. χήρα Κ. Ρ., Ι. Κ. Ρ. και Α. σύζυγος Β. Κ. (γ) Το λαχίδιο Ρ4, επιφάνειας 10.790,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με λαχίδιο Κ7, δυτικώς με λαχίδιο Κ6, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, έλαβαν οι Α. χήρα Δ. Τ., το γένος Σ. Ρ., Λ. Δ. Τ. και Σ. Δ. Τ.. (δ) Το λαχίδιο Ρ5, επιφάνειας 10.790,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με βουνό ..., δυτικώς με λαχίδιο Κ8, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, έλαβε ο Ν. Α. Κ., (ε) i. Το λαχίδιο Κ3, επιφάνειας 6.744,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με λαχίδιο (Κ4), δυτικώς με λαχίδιο Ρ2, βορείως με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, καθώς και ii. τα, εκτεινόμενα προς βορρά των Κ5, Κ6, Ρ4 λαχιδίων, όμορα οικόπεδα του ΙΔ οικοδομικού τετραγώνου (ιι') 13 εμβαδού 480,0 τ.μ. -συνορεύον βορείως εν μέρει με ρέμα - και (ιι'') 18 εμβαδού 150,00 -τ.μ. μετά της παρακείμενης-καμίνου - συνορεύον βορείως και δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με το 13 - τα οποία διαχωρίζονται νοτίως από τα λαχίδια με ιδιωτική οδό, έλαβε ο Ε. Γ. Γ.. (στ) Το λαχίδιο Κ4, επιφανείας 6.744,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με λαχίδιο Ρ3, δυτικώς με λαχίδιο Κ3, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, έλαβαν οι Σ. χήρα Μ., το γένος Κ. Λ., Β. Κ. Λ.ς, Ι. Κ. Λ.ς, Χ. θυγάτηρ Π. Σ., Α. Π. Σ., Ε. θυγάτηρ Π. Σ. και Ι. Π. Σ.. (ζ) Το λαχίδιο Κ6 επιφάνειας 6.744,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με λαχίδιο Ρ4, δυτικώς με λαχίδιο Κ5, αρκτικώς με οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, έλαβε η Μ. χήρα Ν. Κ. το γένος Β. Κ.. (η) Το λαχίδιο Κ7, επιφάνειας 6.744,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με λαχίδιο Κ8, δυτικώς με λαχίδιο Ρ4, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, έλαβαν οι Μ. σύζυγος Γ. Σ., το γένος Ι. Ρ., Β. χήρα Ε. Ν., το γένος I. Ρ., Ε. σύζυγος Σ. Ρ., το γένος Φ. Λ., Μ. χήρα Κ. Ρ., Ι. Κ. Ρ., Α. συζ. Β. Κ., το γένος Κ. Ρ.. (θ) Το λαχίδιο Κ8, επιφανείας 6.744,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με λαχίδιο Ρ5, δυτικώς με λαχίδιο Κ7, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, έλαβαν οι Μ. χήρα Γ. Κ. το γένος Σ. Χ. Κ., Β. Γ. Κ., Β. Γ. Κ. και Ά. σύζυγος Ι. Δ., το γένος Γ. Κ.. Μάλιστα, οι συμβαλλόμενοι συναποδέχθηκαν το μεν ότι οι λαμβάνοντες εδάφη κείμενα πέριξ του ρέματος έχουν δικαίωμα κυριότητος επί της μη διανεμηθείσας εκτάσεως της κοίτης μέχρι του άξονος αυτού, το δε ότι οι αφεθείσες οδοί (πλην εκείνης - μη ενδιαφέρουσας εν προκειμένω - της δυτικής πλευράς του όλου κτήματος που το διαχωρίζει από το γειτνιάζον όμοιο) απορρέουν όλες από το κτήμα και ανήκουν συμμέτρως σε όσους έλαβαν γήπεδα επί τούτων. Η ακρίβεια του διαγράμματος-της γενόμενης διανομής και το εξ αυτής παραχθέν ιδιοκτησιακό καθεστώς αναγνωρίσθηκε από το ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Αρχικώς, με την κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Υγιεινής 116680/13.10.1927 (Φ.Ε.Κ. 84 τεύχος δεύτερο), δυνάμει της οποίας απαλλοτριώθηκε, με έρεισμα το εν λόγω διάγραμμα, προς αστική εγκατάσταση των προσφύγων, η βορείως του ρέματος εκτεινόμενη οικοπεδοποιημένη περιοχή του αρχικού κτήματος, αναφέροντας ως ιδιοκτήτες τους συμμετάσχοντες στη διανομή. Ακολούθως, εκδόθηκε η, νομίμως δημοσιευθείσα, Κ.Υ.Α. 92932/1933 που συμπλήρωσε την αμέσως προαναφερομένη και ρητώς αναγνώρισε - κατόπιν ερεύνης των άνω τίτλων - το, λαβόντα μέρος στη διανομή συγκληρονόμο του Α. Ρ., Α. Π. Ρ., ως ιδιοκτήτη των απαλλοτριωθέντων οικοπεδοτεμαχίων 3 του Η οικοδομικού τετραγώνου και 8 του ΙΒ οικοδομικού τετραγώνου, επιφάνειας 192,00 και 501,60 τ.μ., αντιστοίχως, του από 5.6.1926 διαγράμματος των μηχανικών Κ. και Π., τα οποία εμπίπτουν επί οδού και τμήματος του 47ου οικοπέδου και επί των 158 και 159 οικοπέδων του διαγράμματος της απαλλοτρίωσης (βλ. από 12.6.1935 γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής επισυναπτόμενη στο συμβιβαστικό συμβόλαιο ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Μπουρνιά). Η κηρυχθείσα απαλλοτρίωση υλοποιήθηκε πλήρως, οπότε το ρέμα επιχωματώθηκε και διευθετήθηκε αστικώς ως η, εισέτι, οδός .... Επειδή στα ορεινά τμήματα (λαχίδια) οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Π. Φ. του Σ., Γ. Σ. του Λ. και Κ. Θ. του Β. λειτουργούσαν, από το έτος 1927, λατομεία, ούτοι αγόρασαν σταδιακώς τα ανωτέρω λαχίδια. Ήτοι (α') με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Στασινόπουλου (τόμος 1579 πράξη … βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), οι Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. αγόρασαν κατά ίσα μέρη το ανήκον στις Σ. θυγατέρα Β. Ρ. και Α. σύζυγο Α. Μ., το γένος Β. Ρ. (ύστερα από αλλεπάλληλες διανομές, συμβόλαια ... και ... των συμβολαιογράφων Αθηνών Ν, Αναστασάκη και I. Αναγνώστου, αντιστοίχως, τόμοι …, …. πράξεις …, …. βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών) ανατολικό μέρος του προπεριγραφέντος Ρ2 λαχιδίου, διακρινόμενο ως ... τμήμα, επιφάνειας 5.395,00 τ.μ. που συνορεύει ανατολικώς με το Κ3 λαχίδιο, δυτικώς με το υπόλοιπο τμήμα του Ρ2, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, (β'). Με τα ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Αναστασάκη (τόμοι 1285, 1333 πράξεις 20, 120 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), αγόρασαν κατά ίσα μέρη από τους Μ. σύζυγο Γ. Σ., το γένος I. Ρ., Β. χήρα Ε. Ν., το γένος I. Ρ., Μ. χήρα Κ. Ρ., Ι. Κ. Ρ. και Α. σύζυγο Β. Κ. τα 3/4 του προπεριγραφέντος Ρ3 λαχιδίου (εγκριτικές πράξεις κατοχικών πωλήσεων ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Αναστασάκη, τόμοι 1361, 1420 πράξεις 297, 124 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηνών). Το έτος δε 1976, με το ... διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βύρωνος Θεοδώρας Παπαγαλάνη (τόμος 48 πράξη 416 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Βύρωνος) οι κληρονόμοι των αποβιωσάντων, τη 13.8.1965, Π. Φ. του Σ. και, την 29.8.1964, Γ. Σ. του Λ., ο Κ. Θ. του Β. και ο κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου συγκύριος Ι. Τ. Α. (αποκτήσας το μερίδιο του Σ. I. Ρ.., πωλητήρια συμβόλαια ... και ... των συμβολαιογράφων Αθηνών Ν. Αναστασάκη και Θεοδώρου Αναγνωστοπούλου, αντιστοίχως, τόμοι 1224, 1391 πράξεις 168, 271 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών) διένειμαν το εν λόγω κοινό λαχίδιο. Έτσι, στους κληρονόμους των Π. Φ. και Γ. Σ. και τον Κ. Θ. περιήλθε το δυτικό μέρος του προπεριγραφέντος Ρ3 λαχιδίου, διακρινόμενο ως Ρ3α τμήμα επιφανείας, 8.092,50 τ.μ που συνορεύει ανατολικώς με το υπόλοιπο τμήμα του Ρ3 λαχιδίου, δυτικώς με το Κ4, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή. (γ') Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κυριαζή (τόμος 1100 πράξη 335 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηνών), οι Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. αγόρασαν κατά ίσα μέρη από τους Α. χήρα Δ. Τ., το γένος Σ. Ρ., Λ. Δ. Τ. και Σ. Δ. Τ. το προπεριγραφέν Ρ4 λαχίδιο. (δ') Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Κατσούλου (τόμος 1120 πράξη 451 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων) οι ίδιοι αγόρασαν κατά ίσα μέρη από το Γ. Ν. (συμβόλαιο αγοράς από αρχικό λαβόντα ... του συμβολαιογράφου Τήνου Πέτρου Αφεντάκη, τόμος 1064 πράξη 210 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων) το προπεριγραφέν λαχίδιο Ρ5. Ειδικά το επιπλέον εδαφικό τμήμα, 149,50 τ.μ. (βλ. από 2.7.1981 διάγραμμα Σαριδάκη), που είχε αφεθεί κατά τη διανομή, για τη δημιουργία της ιδιωτικής οδού που αποτελεί το προς βορρά όριο του εν λόγω λαχιδίου, διακρίνεται ως ιδιοκτησία των άνω αγοραστών (Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ.) υπό τον κωδικό 41. (ε'). Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταύρου Μαυρίκη (τόμος 1174 πράξη 124 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων), οι ανωτέρω αγόρασαν κατά ίσα μέρη από το, λαβόντα κατά τη διανομή, Ε. Γ. τα προπεριγραφέντα ι. λαχίδιο Κ3 και ιι. πλησίον του εγκαταλειφθέντος ρέματος γήπεδα ΙΔ.13, ΙΔ.18, όπως τούτα είχαν, πλέον, διαμορφωθεί μετά την εκτέλεση των εκεί οδοποιητικών έργων (οδός ...). (στ') Με τα 2404 και 2436/1943 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Κοντογιάννη (τόμοι 1443, 1150 πράξεις 338, 19 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), οι Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. αγόρασαν κατά ίσα μέρη με το πρώτο τούτων από τους αρχικώς λαβόντες Σ. χήρα Μ., το γένος Κ. Λ., Βασίλειο Κ. Λ., Χ. θυγατέρα Π. Σ., Ι. Π. Σ. και τους κληρονόμους (Π. Σ. Σ. και Ι. σύζυγο Κ. Κ.) των αρχικώς λαβόντων, αποβιωσάντων τα έτη 1933 και 1936 Ε. και Α. Π. Σ. τα 3/4 και με το δεύτερο από τον αρχικό λήπτη Ι. Κ. Λ. το λοιπό 1/4 εξ αδιαιρέτου του Κ4 λαχιδίου. (ζ') Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωντογιάννη (τόμος 1100 πράξη 205 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων) αγόρασαν κατά ίσα μέρη το προπεριγραφέν Κ6 λαχίδιο από τους κληρονόμους της αρχικώς λαβούσας Μ. χήρας Ν. Κ., το γένος Β. Κ., ήτοι τα τέκνα της Ό. χήρα Σ. Τ., Κ. χήρα Γ. Μ., Ε. σύζυγο Ι. Κ., Α. σύζυγο Φ. Γ., Ε. σύζυγο Α. Γ., Σ. σύζυγο Γ. Μ., Σ. Κ. και Ι. Κ.. (η') Με τα ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Αναστασάκη (τόμοι 1285/ 1333 πράξεις 20, 120 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), οι Π. Φ., Γ.,Σ. και Κ. Θ. αγόρασαν κατά ίσα μέρη από τους Μ. σύζυγο Γ. Σ. το γένος I. Ρ., Β. χήρα Ε. Ν. το γένος I. Ρ., Μ. χήρα Κ. Ρ., Ι. Κ. Ρ. και Α. σύζυγο Β. Κ. τα 3/4 του προπεριγραφέντος Κ7 λαχιδίου (εγκριτικές πράξεις κατοχικών πωλήσεων ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Αναστασάκη, τόμοι 1361, 1420 πράξεις 297, 124 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων) και με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Στασινόπουλου (τόμος 1445 πράξη 291 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηνών) αγόρασαν το ανήκον στο Ν. Ζ. (αγοραπωλητήρια συμβόλαια ... και ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Αναγνωστοπούλου, όπου με το πρώτο η Ε. χήρα Σ. Ρ. μεταβιβάζει το εξ 1/4 ποσοστό της στον Ι. Α. Τ. και με το δεύτερο ο τελευταίος το μεταβιβάζει στο Ν. Ζ. τόμοι ... πράξεις 270/274 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων) λοιπό 1/4 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω Κ7 λαχιδίου. (θ') Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Στασινόπουλου (τόμος 1445 πράξη 291 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων) οι Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. αγόρασαν κατά ίσα μέρη από το Ν. Ζ. (κατόπιν εκούσιας διανομής μεταξύ των προηγούμενων συγκυρίων, συμβόλαιο ... του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ανδρέου Αμιραδάκη, τόμος ... πράξη 3922 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών) το δυτικό μέρος, διακρινόμενο ως Κ8α τμήμα επιφάνειας 843,00 τ.μ., συνορεύον ανατολικώς με υπόλοιπο Κ8, δυτικώς με λαχίδιο Κ7, αρκτικώς με ιδιωτική οδό και νοτίως με κορυφογραμμή, του προπεριγραφέντος λαχιδίου Κ8. Ειδικά οι όμορες εδαφικές λωρίδες που είχαν αφεθεί, κατά τη διανομή, για τη δημιουργία της ιδιωτικής οδού που οριοθετεί νοτίως τα οικόπεδα ΙΔ. 13, ΙΔ.18 και, συγχρόνως, βορείως τα λαχίδια Ρ4, Κ6, Κ7, Κ8α εμφαίνονται ως ενιαίο διακεκριμένο γεωτεμάχιο των άνω αγοραστών (Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ.), ολικής επιφάνειας 858,76 τ.μ., υπό τον κωδικό 40, καθόσον δεν διανοίχθηκαν ποτέ, για τη διέλευση ανθρώπων ή οχημάτων. Με την πάροδο των ετών τα γεωτεμάχια αυτά δεν έμειναν αλώβητα. Το 1979 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων (Ο.Σ.Κ.) μετά από έλεγχο της αλληλουχίας των ιστορούμενων τίτλων, αγόρασε, δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αντωνίας Καλκάκου (τόμος 59 πράξη 329 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Βύρωνος), από τους τότε συγκυρίους Κ. Θ., Α. χήρα Π. Φ., Σ. Π. Φ., Λ. Π. Φ.., Α. Π. Φ.. και Λ. και Σ. Γ. Σ. τα βορινά τμήματα των όμορων λαχιδίων ..., Κ3, Κ4, Ρ3α και δυτικό τμήμα του ΙΔ.18 οικοπέδου (κατά τις διακρίσεις του διαγράμματος διανομής), συναποτελούντα το, περιγραφόμενο στο μεταβιβαστικό τίτλο, ενιαίο οικόπεδο, συνολικής επιφάνειας 15.829,85 τ.μ, όπου οικοδομήθηκαν σχολεία, με επακόλουθο την έως εκεί επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Βύρωνος (απόφαση Υπουργού Δημοσίων Έργων Ε.34454/6270/1977, Φ.Ε.Κ. τ. Δ' φ. 487/1977), Τοιουτοτρόπως, το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δια μέσου του Ο.Σ.Κ., τον οποίο είχε ιδρύσει προς εξυπηρέτηση του δημοσίου σκοπού της εκπαίδευσης των πολιτών (άρθρο 16 § 2 του Συντάγματος), αναγνώρισε τους μεταβιβάσαντες ως μόνους αληθείς συγκυρίους, στηρίζοντας το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα σε αδιάκοπη σειρά τίτλων. Από την αγοραπωλησία παρέμεινε στην ιδιοκτησία των πωλητών βορειοδυτικό αποτμηθέν τεμάχιο του ... λαχιδίου, τριγωνικού σχήματος και επιφάνειας 177,03 τ.μ., το οποίο, στη συνέχεια, απαλλοτριώθηκε - μαζί με άλλες εδαφικές εκτάσεις - δυνάμει της, νομίμως δημοσιευθείσας και μεταγραφείσας (Φ.Ε.Κ., τεύχος τέταρτο 602/1996, τόμος 129 πράξη 26 Υποθηκοφυλακείου Βύρωνος), κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων 1051411/3398/0010/ 17.5.1996, υπέρ και με δαπάνες του Ο.Σ.Κ., για την ανέγερση διδακτηρίου του 5ου Δημοτικού Σχολείου Βύρωνα. Σε όλη την απαλλοτριωτική διαδικασία το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, είτε αμέσως με μνεία στην Κ.Υ.Α. της εν λόγω, συντελεσθείσης, απαλλοτρίωσης είτε εμμέσως με αναφορά στα υπό του Ο.Σ.Κ. καταρτισθέντα κτηματολογικά στοιχεία που τη συνοδεύουν (από Ιανουάριο 1995 διάγραμμα - πίνακα συνταχθέν και θεωρηθέν για τη Διεύθυνση Γηπέδων του Ο.Σ.Κ. από τον τοπογράφο μηχανικό Γ. Μ., από 16.4.1999 αναλυτικό διάγραμμα με κτηματολογικό πίνακα του τοπογράφου Ι. Μ. θεωρηθέν από το διευθυντή των τεχνικών υπηρεσιών, πολιτικό μηχανικό Θ. Κ., και τον προϊστάμενο της τεχνικής υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων, Ν. Τ.) και στην υποβληθείσα αίτηση προσδιορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης (απόφαση 44/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), καταχωρεί ως συγκυρίους του εδαφοτεμαχίου τούτου τους κληρονόμους των Π. Φ. (Α. χήρα Π. Φ., τέκνα Αντώνιο, Στέφανο, Λ. Π. Φ..), Γ. Σ. (Λ. Σ., Γ. Σ. του Σ.) και Κ. Θ. (Ε. χήρα Κ. Θ., Β. σύζυγο Ρ. Α., Λ. Μ. σύζυγο Φ.). Εκ παραλλήλου, οι Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. είχαν αγοράσει κατά ίσα μέρη, δια του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Σταματάκου (αναγνωριστική πράξη κατοχικής πωλήσεως ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Στασινόπουλου, τόμοι 1246, 1421 πράξεις 336, 212 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων), από τους αποκλειστικούς συγκυρίους αδελφούς Α., Γ., Χ., Κ. και Π. Η. Π. έναν "αγρό βραχώδη, μη καλλιεργήσιμο, κείμενο σε θέση ... και επί του άνω του συνοικισμού ... βραχώδους λόφου της περιφέρειας του τέως Δήμου Αθηναίων και ήδη Βύρωνος εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών 12.000,00", συνορεύοντα βορείως με κορυφογραμμή και πέραν αυτής "με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων Κ. και λοιπών και" λατομικής εταιρείας (συσταθείσης από τους αγοραστές Π. Φ., Γ. Σ., Κ. Θ. - Ε. και από τις άλλες τρεις πλευρές με υπόλοιπη ιδιοκτησία των πωλητών. Ο αγρός τούτος περιήλθε στους άνω πωλητές αιτία κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής του αποβιώσαντος πατρός των Η. Π., ο οποίος τον είχε αγοράσει ως μέρος μεγαλύτερης εκτάσεως, περίπου 100,00 στρεμμάτων, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Παππά (τόμος 1245 πράξη 110 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηναίων), από τους, τότε, συγκυρίους Ο. Γ. και Α. Χ., Τ. σύζυγο Π. Π., Ε. σύζυγο Η. Π. και Σ. σύζυγο Η. Μ. Στους τελευταίους δε είχε περιέλθει, αιτία κληρονομικών, εκ διαθήκης διαδοχών των αποβιωσάντων τα έτη 1923 Π. Σ. και 1921 Β. Σ.. Αλλά, μεταξύ των άνω αντισυμβληθέντων γεννήθηκαν έριδες περί της θέσεως των ορίων του μεταβιβασθέντος αγροτεμαχίου, για αυτό οι αγοραστές Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. άσκησαν εναντίον των πωλητών τους (αδελφών Π.) την από 31-10-1951 αγωγή περί κανονισμού ορίων. Μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που διετάχθη με την 16.888/1956 προδικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, εξεδόθη η μη αμφισβητηθείσα ως προς την ορθότητά της, οριστική 10.834/1958- απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που επέλυσε την προκύψασα διαφορά. Δι' αυτής κρίθηκε ότι το ενδιαφέρον κτηθέν ακίνητο έχει σχήμα πλάγιου παραλληλογράμμου και ορίσθηκαν τόσο οι τέσσερις κορυφές αυτού όσο και η κορυφογραμμή, επί της οποίας τοποθετήθηκαν οι βόρειες ακρογωνιαίες σημάνσεις του. Οροθετήθηκε το συγκεκριμένο ακίνητο διακρινόμενο ως 11 και έχον επιφάνεια 11.800,00 τ.μ. ενώ, συγχρόνως, λόγω του δικαστικού ανακαθορισμού της κορυφογραμμής, αναπροσαρμόσθηκαν οι μεσημβρινές απολήξεις των προεκτεθέντων γεωτεμαχίων. Έτσι, σχηματίσθηκαν τρία νέα γεωτεμάχια, ήτοι το σφηνοειδές 12 (νότια επανοριοθέτηση των ..., Κ3, Κ4, Ρ3α) που έχει επιφάνεια 453,00 τ.μ., το πολυεδρικό 13 (νότια επανοριοθέτηση των Κ6, Ρ4, Κ7, Κ8α) που έχει επιφάνεια 1.243,00 τ.μ. και το σφηνοειδές 14 (νότια επανοριοθέτηση του Ρ5) που έχει επιφάνεια 94,00 τ.μ., όπως τούτα (11, 12, 13, 14) αποτυπώνονται στο από 2.7.1981 λεπτομερές τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Σ., Ακόμη, οι Π. Φ., Γ. Σ. καί Κ. Θ. δια του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κωστόπουλου (τόμος 1161 πράξη 38 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων) αγόρασαν κατά ίσα μέρη από τη Μ. σύζυγο Σ. Ν., το γένος Ν. Ν. έναν επιμήκη μη καλλιεργήσιμο αγρό, εκτάσεως 15.131,75 τ.μ., συνορευόμενο δυτικώς με το ανατολικώς με ιδιοκτησία Ν. ... και αδελφών Τ. και Π. Ι. ..., βορείως με ιδιωτική οδό - αφεθείσα από την πωλήτρια - και πέραν αυτής με υπόλοιπο αγρό της ιδίας, νοτίως με κορυφογραμμή και πέραν αυτής με κτήμα Κ. Α. Σ.. Το εν λόγω αγροτεμάχιο ως ιδιοκτησία των άνω αγοραστών χαρακτηρίζεται υπό τον κωδικό …, είχε δε περιέλθει στην πωλήτρια ως τμήμα αγρού 18.666,00 τ.μ., δυνάμει του - συνταχθέντος σε εφαρμογή του από 2.6.1924 τοπογραφικού διαγράμματος Α. Κ. - διανεμητηρίου ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Απαλοδήμου (διορθωτικό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Δήμου, τόμοι 835, 92(7)6 πράξεις 270, 27 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηναίων). Με αυτό οι συγκύριοι Ν. Π. ..., Τ. Ι. ..., Π. Ι. ... και αμέσως προαναφερόμενη Μ. Ν. διένειμαν τον, εμβαδού 112 στρεμμάτων, κοινό αγρό τους, ο οποίος είχε διαδοχικώς αγορασθεί από τους κληρονόμους του Σ. Μ. - ήτοι τα τέκνα του Ι., Σ., Π., Α., Μ. και Ζ. - και αποτυπώνεται λεπτομερώς (όπως διαπιστώνεται και από τις δύο πραγματογνωμοσύνες) στο από 2.6.1924 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α. Κ.. Τα ορθά όρια του ενδιαφέροντος επικοίνου, μνημονευόμενα στα συμβόλαια ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρίου Πέππα, άνω ... διανεμητήριο και το επισυναφθέν στο τελευταίο από 2.6.1924 τοπογραφικό, είναι ανατολικώς ιδιοκτησία άλλοτε Ι. Κ. και ήδη Μ. Τ., δυτικώς ιδιοκτησία Β. Κ. και Α. Ρ., βορείως ρεύμα και νοτίως όριο του κτήματος Κ. του Α. Σ. Δια των ... και ... συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτου Πέρδικα, ο Ι. Σπ. Μ. πώλησε το ανήκον σε εκείνον αδιαίρετο ποσοστό του 1/6 στους αδελφούς Α., Γ. και Δ. Ν. Τ., οι οποίοι, κατόπιν, το μεταβίβασαν στο Ν. Ν. που κληρονομήθηκε από την άνω θυγατέρα του, Μ. Ν., καταστάσα η τελευταία συγκυρία. Οι λοιποί συγκύριοι - αδελφοί Σ., Π., Α., Μ. και Ζ. Σ. Μ. πώλησαν το απομένον αδιαίρετο ποσοστό των 5/6 του κτήματος, με το προαναφερόμενο ... συμβόλαιο (τόμοι ΡΝΖ, PIA, ΡΠΒ πράξεις 141, 126, 104 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών) στους Ι. Π. ... και Ν. Π. ..., μετά δε το θάνατο του Ι. Π. ... το ποσοστό αυτού περιήλθε - το μεν αιτία κληρονομικής διαδοχής του ίδιου και του μεταποβιώσαντος υιού του Α., το δε αιτία πωλήσεως του μεριδίου της κληρονόμου συζύγου του Α. (συμβόλαιο ... συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Οικονομοπούλου, τόμος 729 πράξη 197 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών) - στα τέκνα του Τ. και Π. Ι. .... Κατά τη, λαβούσα χώρα με το άνω ... συμβόλαιο, διανομή, οι συγκύριοι Ν. Π. ...ς, Τ. Ι. ...ς και Πάνος I. ...ς έλαβαν το έτερο τμήμα του επικοίνου, εμβαδού 93.334,00 τ.μ. που συνορευόταν ανατολικώς με το ληφθέν από τη Μ. Ν. μέρος, δυτικώς με ιδιοκτησία Σ. Τ., βορείως με ρεύμα και νοτίως κτήμα Κ. Α. Σ., το οποίο ούτοι κατέτμησαν, το Μάιο του έτους 1931, σε μικρότερα γήπεδα. Μετά τον επισυμβάντα την 29.10.1931, θάνατο του Ν. Π. ... και τον, επισυμβάντα την 27.8.1932, θάνατο της κληρονόμου του Κ. Ε. Ζ., το όλο, επιφάνειας 93.334,00 τ.μ., γεωτεμάχιο - όπως είχε διαιρεθεί - ανήκε εξ αδιαιρέτου, αιτία των αμέσως προαναφερόμενων εκ διαθήκης κληρονομικών διαδοχών, στους Π.Ι. ... κατά τα 3/12, Τ.α I. ... κατά τα 4/12, Ο. σύζυγο Τ.α ... κατά το 1/12, Ε.σύζυγο Η. Χ. κατά το 1/12, Ε. θυγατέρα Η. Χ. κατά το 1,5/12 και Μ.θυγατέρα Τ.ος ... κατά το 1,5/12. Ούτοι με τα συμβόλαια ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Δήμου (τόμοι 1099, 1130 πράξεις 244, 416 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), πώλησαν αντιστοίχως α. στο Χ. Α. Α., "έν γήπεδον μετά συνεχομένου λατομείου (νταμάρι)", εμβαδού 14.200,00 τ.μ., που συνόρευε βορείως με ιδιωτική οδό, νοτίως με κτήμα Κ. και A. Σ. και στις άλλες δυο πλευρές με υπόλοιπο κτήμα των πωλητών. Το εν λόγω κτηθέν γεωτεμάχιο εισέφερε ο αγοραστής στη - συσταθείσα μεταξύ εκείνου και των Σ. Λ. και Ξ. Ι. Β. (συμβόλαιο ... συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία) ομόρρυθμη εταιρεία υπό την επωνυμία "Βιομηχανική Εκμετάλλευση Πετρωμάτων Αθηνών" (Β.Ε.Π.Α. X. Α. και Σ.), οπότε η τελευταία κατέστη αποκλειστική κυρία τούτου, και β. στη Β.Ε.Π.Α. X. Α. και Σ. ι. πέντε συνεχόμενα οικοπεδικά τεμάχια εμφαινόμενα υπό τους κωδικούς 89, 90, 91, 92 και 93, τα οποία συναπαρτιζόμενα είχαν έκταση 1482,50 τ.μ. και συνόρευαν βορείως εν μέρει, δυτικώς και ανατολικώς με ιδιωτική οδό, βορειοανατολικώς με έτερο γήπεδο πωλητών και νοτιοανατολικώς με γήπεδα της αγοράστριας ο.ε. και ιι. στην ίδια αγοράστρια ο.ε., η οποία - λόγω εισόδου των Χ. Δ. Τ., Π. Ε. Κ. και Κ. Ε. Κ. ως νέων εταίρων (συμβόλαιο ... συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Δαπόντε) - είχε μετονομασθεί σε "Β.Ε.Π.Α. X. Α. - X. Τ. και Σ." έτερο "γήπεδον μετά συνεχομένου λατομείου (Νταμαριού)", εμβαδού 16.000,00 περίπου τ.μ., που συνόρευε ανατολικώς με γήπεδο της αγοράστριας, δυτικώς με γήπεδο Μ. Ν., βορείως με υπόλοιπο κτήμα των πωλητών και νοτίως με κτήμα Κ. και Α. Σ.. Κατά τη διάρκεια της εταιρικής σχέσης αποχώρησε ο Χ. Δ. Τ. και την εξ 1/6 εταιρική μερίδα του αγόρασαν οι ομόρρυθμοι εταίροι αδελφοί Π. και Κ. Ε. Κ. (συμβόλαιο ... συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Δαπόντε). Κατά την αυτοδίκαιη λύση της ιδιοκτήτρια ο.ε., ένεκα παρόδου, το 1947, της ορισθείσας διάρκειάς της, έγινε εκκαθάριση των χρηματικών λογαριασμών, όμως έμεινε αδιανέμητη η ανωτέρω εταιρική περιουσία, η οποία ανήκε στους απομείναντες εταίρους κατά το λόγο της μερίδος έκαστου (άρθρο 782 του Α.Κ.), ήτοι κατά τα 3/6 ομού στους αδελφούς Π. και Κ. Ε. Κ. (ήτοι 3/12 εκάτερος), ενώ κατά το 1/6 (ή 2/12) σε καθένα από τους Χ. Α. Α., Σ. I. Λ. και Ξ. I. Β.. Οι Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. αγόρασαν ισομερώς ι. το μερίδιο (1/6) του Ξ. Β., με τα συμβόλαια ... και ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Στασινόπουλου, όπου συνεβλήθησαν οι καταλιπόντες κληρονόμοι εκείνου, ήτοι σύζυγός του Ι., τέκνα του Κ. και Ι. και εγγονή του Μ. Α. Σ. (μοναδική κληρονόμος της μεταποβιωσάσης, το έτος 1944, θυγατρός του Η.- ή Α.), ιι. το μερίδιο (1/6) του Χ. Α. Α., με το συμβόλαιο ... του ίδιου συμβολαιογράφου, και ιιι. το μερίδιο (1/6) του Σ. I. Λ.υ, με το συμβόλαιο ... του ιδίου συμβολαιογράφου (τόμοι 1516, 1535,1530 πράξεις 78, 79, 60, 46 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Αθηναίων). Έκτοτε, τα προπεριγραφόμενα τρία γεωτεμάχια ανήκαν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στους Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ., ενώ κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου στους αδελφούς Π. και Κ. Ε. Κ.. Οι εν λόγω συγκύριοι διέκριναν τούτα υπό τους κωδικούς 19 για τα 5 πέντε συνεχόμενα οικοπεδικά τμήματα (89,90, 91, 92 και 93), 42 για την περιβάλλουσα τούτα ιδιωτική οδό και 18 για τα ενοποιημένα τμήματα των 14.200,00 τ.μ. και 16.000,00 τ.μ.. Τα τελευταία επανοριοθετήθηκαν και εμβαδομετρήθηκαν ως ενιαίο γεωτεμάχιο επιφάνειας 26.419,00 τ.μ., δια του, καταρτισθέντος-μεταξύ των απώτερων πωλητών ... και των νέων συνιδιοκτητών, ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Δήμου, νομίμως μεταγραμμένου, όπου προσαρτάται το οικείο από Απρίλιο 1965 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Φ. Κ.. Η τελικώς διαμορφωμένη κατάσταση αποτυπώνεται στο, εξηρτημένο από το κρατικό τριγωνομετρικό δίκτυο στην προβολή Ηatt, από 2.7.1981 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Σ., η ακρίβεια του οποίου διαπιστώθηκε και από τις δύο προκείμενες πραγματογνωμοσύνες (βλ. σελ. 33 και από 27.11.2008 τοπογραφικό της 65/2009, σελ. 53 και τοπογραφικό Σ3, Σ4 της 306/2013, όπου αγκίστρωση των επιδίκων και των περιγραμμάτων των αρχαίων μεγάλων κτημάτων του Γ. και Μ. επί του χάρτου του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου έτους 1875/1878). Τούτο εκπονήθηκε ενόψει της δωρεάς, αδιαίρετου ποσοστού συγκυριότητος 10/30 εφ' όλων των προεκτεθέντων επίμαχων ακινήτων, που έκανε ο Κ. Θ. από κοινού προς τους εγγονούς του - ενάγοντες ήδη εκκαλούντες Η. και Κ. Ρ. Α., Σε εφαρμογή, λοιπόν, αυτού, έλαβε χώρα, δια του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαγιαννόπουλου, όπου προσαρτάται, (τόμος 66 πράξη 165 βιβλίων μεταγραφών Δήμου Βύρωνος), η προτιθέμενη δωρεά και, επιπλέον περιγράφονται τα προεκτεθέντα επίδικα ακίνητα στις κρινόμενες αγωγές. Επειδή οι Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. τα χρησιμοποιούσαν εξ αρχής ενιαίως ως λατομεία τα επίμαχα γεωτεμάχια ομαδοποιήθηκαν σύμφωνα με το από 2.7.1981 διάγραμμα του Β. Σαριδάκη στα πέντε κατωτέρω μεγάλα γήπεδα ήτοι τα :1ο Α γήπεδο συγκροτούμενο από τα εναπομείναντα τμήματα ... (εμβαδού 2.513,33 τ.μ.), Κ3 (εμβαδού 3.392,61 τ.μ.), Κ4 (εμβαδού 3471,24 τ.μ.) Ρ3α (εμβαδού 4387,62 τ.μ.) και τα 11 (εμβαδού 11.800,00 τ.μ.), 12 (εμβαδού 453,00 τ.μ.). Έχει συνολικό εμβαδόν 26.017,80 τ.μ., οριοθετείται από τις κορυφές 15, 14, 13, 12', 12, δ, ε, 11, 16', 16, Κ και συνορεύει ανατολικώς επί πλευράς δ-12 (157 μ.) με ιδιοκτησία Ι. Α. Τ. και επί πλευράς 13-14 (60 μ.) με ιδιοκτησίες Ι. Α. Τ., Α. Κ. Π., Π. Π., κληρονόμων Β. Σ., Π. Γ. και Γ. Μ., βορείως επί πλευράς ε-74α-75α-76α-δ (24,40+28,10+27,50+31,13=111,13 μ.) με ιδιοκτησία Ο.Σ.Κ., επί πλευράς 16-16'-11(43,00Μ) με ιδιοκτησία Β. Κ., Λ. Κ., Μ. Κ. και κληρονόμων Α. Β. επί πλευράς 12-12'(12.00μ) με ιδιοκτησία Ι. Τ. και επί πλευράς 12-13 (7,50 μ) με ιδιοκτησίες Αρισ. Τ., Π. Γ. και κληρονόμων Β. Σ. δυτικώς επί πλευράς ε-11 (98,54μ) με ιδιοκτησίες Β. Κ., Λ. Κ., Μ. Κ. και κληρονόμων Α. Β., επί πλευράς 16-Κ (50,00 μ,) με ιδιοκτησία αγνώστων, επί πλευράς Κ-15 (10,00 μ.) με ιδιοκτησίες I. Τ., Α. Π., κληρονόμων Β. Σ., Γ. Γ., Γ. Μ. και νοτίως επί πλευράς 15-14 (200,00 μ.) με ιδιοκτησία των αυτών ως άνω ιδιοκτητών. 2ο Β γήπεδο, συγκροτούμενο από τα γεωτεμάχια Κ6 (εμβαδού 6.744,00 τ.μ.), Ρ4 (εμβαδού 10.790,00 τ.μ.), Κ7 (εμβαδού 6.744,00 τ.μ.), Κ8α (εμβαδού 843.00 τ.μ.) και 13 (εμβαδού 1.243,00 τ.μ.). Έχει συνολικό εμβαδόν 26.364.00 τ.μ., οριοθετείται από τις κορυφές 78-79-80-81-81'-95'-9-8-7-92-78 και συνορεύει βορείως επί πλευράς 78-79-80-81-81' (85,00 μ.) με έτερη ιδιοκτησία τους (καταργηθείσα ιδιωτική οδό), νοτίως επί πλευράς 7-8 (83,00 μ.) με ιδιοκτησίες I. Τ., Α.Κ. Π., κληρονόμων Β. Σ., Π. Γ., Γ. Μ., επί πλευράς 8-9 (20,00 μ.) με ιδιοκτησία "... ...", ανατολικώς επί πλευράς 81'-95-9 (338,00μ) με ιδιοκτησίες κληρονόμων Β. Κ. και Γ. Β. Κ.. και δυτικώς επί πλευράς 7-92-78 (296,00) Α. Τ., Π. Γ., κληρονόμων Β. Σ., 3ο Γ' γήπεδο συγκροτούμενο από τα γεωτεμάχια ΙΔ.13, ΙΔ.18, τα οποία - μετά τη διευθέτηση του ρέματος και την προς τον Ο.Σ.Κ. εκποίηση - έχουν ομού ολική επιφάνεια 734,37 τ.μ. και 40 (εμβαδού 858,76 τ.μ.). Έχει συνολικό εμβαδόν 1.593,13 τ.μ., οριοθετείται από τις κορυφές 3'-1'-38-78-79-80- 81-81'-36-37-6-5-4-3' και συνορεύει βορείως επί τεθλασμένης πλευράς 3'- 4 και 4-5 (27,00 μ. και 26,50 μ.) με οδό ..., επί πλευράς 36-37 (44,00 μ.) με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Κ., νοτίως 38'-38 (7,00 μ.) με ιδιοκτησίες Αρ. Τ., Π. Γ. και κληρονόμων Β. Σ., επί πλευράς 78-79-80-81-81'(85,00 μ.) με τα λαχίδια Κ-6, Ρ-4, Κ-7 και Κ-8 ιδιοκτησίας των ιδίων, ανατολικώς επί πλευράς 5-6-37 (36,00 μ.) με ιδιοκτησία κληρονόμων Βασ. Γ. Κ., επί πλευράς 36-81' (7,00 μ.), με ιδιοκτησία κληρονόμων Βασ. Γ. Κ. και Γ. Β. Κ.. και δυτικώς επί πλευράς 3'-1'-38'(16,50 μ.) με ιδιοκτησία Ο.Σ.Κ. και επί πλευράς 38-78 (7.00μ) με ιδιοκτησίες Αρ. Τ., Π. Γ., κληρονόμων Β. Σ.. 4ο Δ γήπεδο, συγκροτούμενο από τα γεωτεμάχια Ρ5 (εμβαδού 10.790,00 τ.μ.), 41 (εμβαδού 149,50 τ.μ.), 10 (εμβαδού 10.423,00 τ.μ.), 14 (εμβαδού 94,00 τ.μ.). Έχει συνολικό εμβαδόν 21.456,50 τ.μ., οριοθετείται από τις κορυφές 82-33-34-35-83-17-Λ-Γ-97-10-96-82 και συνορεύει βορείως επί πλευράς 33-34 και 35-83-17 (13,00 και 37,50 μ.) με ιδιοκτησία αγνώστων, νοτίως επί πλευράς 10-97-Γ (66,30 μ.) με ιδιοκτησία ".... ...", ανατολικώς επί πλευράς 34-35 (8,00 μ.) με τη συμβολή των οδών ..., επί πλευράς 17-Λ (152,00 μ.) ιδιοκτησίες διαφόρων, οδό ..., επί πλευράς Λ-Γ (197,00 μ.) με τεμάχιο 18 του ίδιου σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας κληρονόμων Π. Φ., Γ. Σ., Κ. Θ. και Κ. Κ. και δυτικώς επί πλευρών 33-82 και 82-96-10 (6,00 και 336,00 μ.) με ιδιοκτησίες Β. και Γ. Κ.. (5ο) Ε γήπεδο, συγκροτούμενο από τα γεωτεμάχια 18 (εμβαδού 26.464,00 τ.μ.), 19 (εμβαδού 1.488,50 τ.μ) 42 (εμβαδού 556,00 τ.μ). Έχει συνολικό εμβαδόν 28.464,00 τ.μ., οριοθετείται από τις κορυφές Λ-Κ-20-12-21-22-23-24-Ν-Ν'-Ψ-Χ-κορυφή λόφου ...-Υ-Τ-Γ'-Λ και συνορεύει βορείως επί πλευράς Λ-Κ-20 (76,00 μ.) με ιδιοκτησίες διαφόρων, επί πλευράς 20-21 (33,50 μ.) με τη συμβολή των οδών ..., Νοτίως επί τεθλασμένης πλευράς Γ'-Τ-Υ-κορυφή ... (55,74+24,32+12,20 μ.) με ιδιοκτησία "Ε.... ...", επί πλευράς Κορυφή ... Χ-Ψ-Ν' (14,21+21,00+27,50 μ.) με συρματόπλεγμα Υπουργείου Γεωργίας, ανατολικώς επί πλευράς 21-22-23- 24 (19,00+7,00 + 25,00 μ.) με οδούς ..., επί πλευράς 21-22-23- 24-Ν-Ν' (21,00 και 172,00 μ.) εν μέρει με ιδιοκτησία ιδίων, εν μέρει με ιδιοκτησία Δ.-Μ., εν μέρει με οδούς ... και ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ... και δυτικώς επί πλευράς Λ-Γ' (197,00 μ.) με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Φ., Γ. Σ., Κ. Θ.. Άρα, η όλη επίδικη περιοχή έχει επιφάνεια (Α γήπεδο + Β γήπεδο + Γ γήπεδο + Δ γήπεδο + Ε γήπεδο) κατά τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες 103,895,43 τ.μ., επιβεβαιωθείσα από την 65/2009 πραγματογνωμοσύνη ενόσω η διαφορά με την εμβαδομέτρηση, όπου ευρέθη 103.744,84 τ.μ., της 306/2013 πραγματογνωμοσύνης είναι αμελητέα. Τα όρια των γηπέδων ταυτίζονται με εκείνα των κρινόμενων αγωγών, επιτυγχάνεται δε χάριν των σταθερών σημείων τούτων, όπως είναι το τριγωνομετρικό ..., οι πέριξ κορυφές, το ρέμα, η περίφραξη με συρματόπλεγμα της δυτικής πλευράς του Υμηττού που έγινε από τη Δασική Υπηρεσία. Την ορθότητα του εντοπισμού και της καταμέτρησης των πέντε διεκδικούμενων γηπέδων αποδέχεται, με την από 12.12.2013 τεχνική έκθεσή του, και ο δασολόγος του ήδη εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, Α. Ρ., ο οποίος, συγχρόνως, ως προς τα λοιπά, ιδιοκτησιακά ζητήματα της υποθέσεως, περιορίζεται σε πιθανολογούμενες αρνήσεις (βλ. και ένορκη κατάθεσή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σελ. 42, 42 των 7346/2005 πρακτικών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Οποιαδήποτε εσφαλμένη αναγραφή στους άνω τίτλους των ορίων, πλευρικών διαστάσεων των επίδικων ακινήτων, της ακριβούς εκτάσεως αυτών, του καθ' όρια προσανατολισμού τους ή των κατονομαζόμενων ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, δεν καταλείπουν αμφιβολία για την ταυτότητά τους.... Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων περί αποκλίσεως της θέσης και των εμβαδών των επιδίκων, σε επέκταση του αρχικού τίτλου προς το βουνό, δεν επαληθεύονται και δεν είναι ορθοί (σελ. 70 της 306/2013 πραγματογνωμοσύνης). Οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων - Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. - αρχικώς μίσθωναν (βλ. μισθωτήριο συμβόλαιο ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Αναστασάκη του λαχιδίου Ρ3) και, σταδιακώς, απέκτησαν τα επιμέρους γεωτεμάχια, γιατί εκεί είχαν εγκαταστήσει, από το 1927, ατομική λατομική επιχείρηση, υπό το διακριτικό τίτλο "Ε.". Το έτος 1964, ούτοι συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία, αργότερα, μετετράπη σε ανώνυμη τοιαύτη, διατηρώντας το ίδιο επιχειρηματικό αντικείμενο και τον αυτό διακριτικό τίτλο. Τα προκείμενα, όμως, γήπεδα παρέμειναν στην ατομική περιουσία των άνω κοινωνών (Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ.) και, κατόπιν, περιήλθαν στους κληρονόμους τους, οι οποίοι τα εκμίσθωναν στην εταιρεία (ο.ε. ή α.ε., βλ. από 15.12,1969 μισθωτήριο). Μετά δε το 1953 - οπότε αγοράσθηκαν τα τελευταία γεωτεμάχια - λόγω της αδιάκοπης λατομικής εκμετάλλευσής των από την εμπορική επιχείρηση "Ε.", τα ενδιαφέροντα A, Β, Γ, Δ και Ε γήπεδα μεταχειρίζονταν από τους ιδιοκτήτες τους και, ταυτοχρόνως, αντιμετωπίζονταν από τους τρίτους ωσάν ένα σύνολο, το επονομαζόμενο κτήμα (λατομείο αδρανών υλικών) "Ε." (βλ. την, κατ' άρθρο 49 του Π.Δ, 341/1978, νομίμως ληφθείσα 15/2.005 ένορκη κατάθεση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, του μάρτυρος Β. Σ.). Το 1971 η Διοίκηση αποφάσισε τη διακοπή των εξορυκτικών εργασιών στην περιοχή, μεταξύ άλλων και, του ... (έγγραφα υπό πρωτόκολλα 63878/11992/3486/1971, 75189/14200/1971 Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας), για αυτό χωροθέτησε λατομείο στην απομακρυσμένη έκταση του ..., η οποία βρίσκεται σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από το ενδιαφέρον κτήμα. Έτσι, την 10.2.1972 η μισθώτρια Ε. έπαυσε την απόληψη κοιτασμάτων και περιορίσθηκε στην παραγωγή σκυροδέματος, με τα υλικά που προμηθευόταν από το λατομείο ..., μέχρι την 5.9.1975 που επιβλήθηκε οριστική διακοπή και της επεξεργασίας των λατομικών ορυκτών (αποφάσεις11246/2507/692/9,3.1972 Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, 42095/9552/2574/1975 Διευθυντού Υπουργείου Βιομηχανίας). Μετά ταύτα, έληξε η καταρτισθείσα εταιρική μίσθωση με την "Ε." και, πλέον, οι άνω ιδιώτες ιδιοκτήτες, ως κάτοχοι της πρώην λατομικής έκτασης,] υποχρεούνταν στην αποκατάσταση του τοπίου (γνωμοδότηση 336/1988 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αποδεκτή με την 79311/1304/21.7.1988 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας). Προς τούτο οι τελευταίοι επιχείρησαν την επιχωμάτωση των ανενεργών σκαμμάτων, βάσει της από Σεπτέμβριο 2005 ειδικής μελέτης αξιοποιήσεως που εκπόνησε, κατά εντολή τους, ο αρχιτέκτων μηχανικός Σ. Τ. και των οικοδομικών αδειών ... που, κατόπιν αιτήσεών τους, εξέδωσε η Πολεοδομία Αθηνών. Εν τέλει, το Δημοτικό Συμβούλιο Βύρωνα, με την 47/1977 απόφασή του, στηριζόμενο στην αμέσως ανωτέρω μελέτη και την ομόθυμη βούληση των δημοτών, κήρυξε, προς ικανοποίηση της δημόσιας ωφέλειας, την αναγκαστική απαλλοτρίωση του επίμαχου λατομικού χώρου, με σκοπό τη συνδυασμένη αποκατάσταση και μετάλλαξή του σε άλσος (άρθρα 206, 207 Π.Δ. 933/1975). Η απαλλοτριωτική, υπέρ και με δαπάνες του εναγόμενου ήδη εφεσίβλητου Δήμου Βύρωνος, απόφαση, νομίμως μεταγραφείσα, εγκρίθηκε με την ...-Νομαρχιακή ομοία (τόμος 139 πράξη 324 βιβλίων μεταγραφών Δήμου. Βύρωνος, Φ.Ε.Κ. τεύχος τέταρτο 456/4.9.1979), όπου σαφώς αναφέρεται ότι το απαλλοτριούμενο πρόκειται περί ιδιωτικού ακινήτου "ιδιοκτησίας Π. Σ. Φ., Γ. Λ., Σ., Κ. Θ.". Αλλά η απαλλοτρίωση αύτη δεν υλοποιήθηκε και με τη, νομίμως δημοσιευθείσα, 617/1998 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Βύρωνος ανακλήθηκε, ένεκα παρόδου 20ετίας χωρίς προσδιορισμό της αποζημιώσεως και, εν τω μεταξύ, διεκδικήσεως του Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, σχετικά με τη γεωμορφολογία των πέντε διεκδικούμενων γηπέδων, από τις, ενσωματούμενες στις πραγματογνωμοσύνες, μελέτες φωτοερμηνείας, αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη περιοχή ουδέποτε υπήρξε δάσος ή δασική έκταση αλλά ήταν ανέκαθεν γεωργούμενη τοιαύτη, καλλιεργήσιμη ή χέρσα, χωρίς άγρια δασική βλάστηση. Οι διορισθέντες πραγματογνώμονες, ερμηνεύοντας - επιτοπίως με στερεοσκοπική παρατήρηση - τις αεροφωτογραφίες που ελήφθησαν τα έτη 1937, 1939,1945, 1960 και εκτελώντας το διάγραμμα πόλεως της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.), εντόπισαν το λόφο ..., ύψους 260,90μ. τα ορύγματα του επίδικου λατομείου και τα επιμέρους Α, Β, Γ, Δ και Ε γήπεδα. Το έτος 1937 η επιφάνειά τους είναι ως επί το πλείστον βραχώδης, καλυπτόμενη από χαμηλή βλάστηση, όπως ασφάκες, θυμάρια ή αγριόχορτα, αποτελούσα χορτολιβαδική έκταση, ιδίως δε στην πλευρά του Ε γηπέδου φύονται χαμηλοί, αραιοί πρίνοι, των οποίων η συγκόμωση δεν υπερβαίνει το 15% (σελ. 59 της 306/2013 πραγματογνωμοσύνης). Ώστε, κατά εκείνο το χρόνο τα επίδικα δεν είχαν μορφή δάσους ή δασικής έκτασης. Τα ίδια συμπεράσματα αντλούνται και από τα αδιαμφισβήτητα πραγματικά στοιχεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1939. Επίσης, τα έτη 1945 και 1960 τα επίμαχα ακίνητα στερούνται δασικής βλαστήσεως, δηλαδή των βασικών δασοπονικών δένδρων της ελάτης, της πεύκης, του πλατάνου, της οξιάς, της καστανιάς, της δρυός και του σκλήθρου ενόσω δεν περικλείονται από δασικές εκτάσεις, αλλά σε επαφή με αυτά αναπτύσσεται ο οικιστικός ιστός των Δήμων Βύρωνος, Υμηττού και Ηλιουπόλεως. Επιπροσθέτως, από την τοπογραφική ερμηνεία του ιστορικού χάρτη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, ο οποίος εκπονήθηκε-εγγύς του αρχαίου τίτλου ... - τα έτη 1875-1877 από τον Κaupert, διαπιστώθηκε ότι στις θέσεις των επιδίκων και πέριξ αυτών δεν υπάρχουν τα τοπογραφικά σύμβολα του δάσους, της λόχμης, του λειμώνος και του- καλαμώνος. Συμπεραίνεται (ταυτοσήμως και από τις δύο πραγματογνωμοσύνες) ότι τούτα είχαν έκτοτε το χαρακτήρα των γεωργούμενων ή βραχωδών εκτάσεων. Μόνη η χορτολειβαδική βλάστηση (ασφάκες, θυμάρια ή αγριόχορτα) δεν μπορεί, εν όψει των ανωτέρω, να τους προσδώσει δασική μορφή, εφόσον δεν περικλείονται από δάσος ή δασική έκταση, οπότε θα υπάγονταν στη δασική νομοθεσία, ως χορτολιβαδική έκταση, σύμφωνα με την § 3 (4) του άρθρου 3 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Ν. 998/1979 ούτε η ύπαρξη ισχνής δασικής βλάστησης (αραιών πρίνων) μπορεί να στοιχειοθετήσει δασικό οικοσύστημα ....Από τη συνδυαστική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών και των τοπογραφικών χαρτών του Κaupert, και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.) διαπιστώνεται ότι ο λόφος ...ς δεν αποτελεί συνέχεια προς δυσμάς του όρους Υμηττός αλλά ανέκαθεν αποτελούσε ανεξάρτητο λόφο, μεταξύ τους δε παρεμβάλλονται το ρέμα και οι οικισμοί Καρέα, Ζωοδόχου Πηγής, Αναπηρικά Ζωοδόχου Πηγής και λαϊκός τομέας του Δήμου Ηλιουπόλεως (σελ. 62 της πραγματογνωμοσύνης). Τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων επιβεβαιώνονται από το διάγραμμα της δημόσιας αναδασωτέας εκτάσεως της δυτικής πλευράς του Υμηττού και το επί αυτού από 30.3.1956 υπόμνημα του Επιθεωρητή I. Δημάκη, όπου τονίζεται ότι "Το διάγραμμα τούτο θα είναι κατατοπιστικόν, δια την επίλυσιν δε παντός θέματος σχέσιν έχοντος προς τας Δημόσιας εκτάσεις εις τας θέσεις ταύτας" (σχετικό εκκαλούντων 133). Σε αυτό έχουν τοποθετηθεί, βάσει τεχνικών στοιχείων, οι εκτάσεις του Δημοσίου και ευκρινώς διακρίνεται, ο λόφος ...ς να κείται πέραν των τεθέντων ορίων, οπότε - κατ' ανάγκη - έχει διαφορετικό χαρακτήρα από εκείνο της περιγραμμένης δημόσιας περιοχής. Επίσης, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσυνών επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα του αρμοδίου Δασαρχείου Πεντέλης υπό πρωτόκολλα: α) 5918/17.10.1977, με το οποίο πληροφορείται το Δασονομείο Αγίας Παρασκευής ότι δεν μπορεί να εμποδιστεί η, προμνημονευόμενη, επιχωμάτωση των ορυγμάτων του λατομείου Ε., γιατί τούτο βρίσκεται "έξω από τη δημόσια δασική αναδασωτέα έκταση της Δυτικής πλευράς του Υμηττού", β) 4191/1987, με το οποίο ενημερώνεται το Υπουργείο Γεωργίας ότι -μέχρι το έτος 1981 τα διεκδικούμενα γήπεδα διαχειρίζονταν ως ιδιωτική έκταση, χωρίς ουδέποτε το Δημόσιο να ασκήσει επί αυτών κυριαρχικά δικαιώματα ενόσω εκεί λειτουργούσαν από το 1927 λατομεία αδρανών υλικών οι Φ., Σ. και Θ. ή οι δικαιοδόχοι τους υπό την επωνυμία Ε. και γ) 3564/10.7.1991, με το οποίο ο Δασάρχης αποφαίνεται ότι, μετά από αυτοψία που διενήργησε αρμόδιος δασικός υπάλληλος της εν λόγω δημόσιας υπηρεσίας και μελέτη της αλληλουχίας των, και νυν, επικαλούμενων τίτλων, δεν είναι δασική και ως εκ τούτου δεν διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις των Ν.Δ. 96/1969 και Ν. 998/1979. Η κρίση του Δασάρχη επλήγη μετά από 11 χρόνια δια των υπό πρωτόκολλο 3486/14.6.2002 αντιρρήσεων του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, η οποία στηρίχθηκε στην εσφαλμένη, όπως αποδεικνύεται, εισήγηση του δασολόγου Κ., υπό πρωτόκολλο 3201/5.6.2002 του Δασαρχείου Πεντέλης, ότι τα επίδικα είναι έκταση δασική, εφόσον στις αεροφωτογραφίες των ετών 1937, 1960 παρουσιάζουν φρυγανώδη βλάστηση, και άτομα αείφυλλων - πλατύφυλλων, και αναδασωτέα κατά την Υ.Α. 108424/1234. Οι ασκηθείσες αντιρρήσεις δεν έχουν, εισέτι (μετά 8 έτη έγγραφο 221/15.5.2009 της Περιφέρειας Αττικής), συζητηθεί, οπότε η ορθότητα της άνω εκπεφρασμένης θέσεως δεν έχει κλονισθεί. Η από 22.1.1987 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Τ. δεν δύναται να αναιρέσει τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων, αφού εκφέρεται η γνώμη ότι τα εν λόγω γήπεδα "Πρόκειται περί καθαρώς δασικών εκτάσεων, τις οποίες προφανώς έχουν καταπατήσει και διεκδικούν" εμφαινόμενα στις "Σχετικές αεροφωτογραφίες των ετών 1937, 1945, 1960, 1967 Δασική έκταση, άγονος, βραχώδης" δίχως ανάπτυξη ή, έστω, έκθεση ειδικών επιστημονικών δεδομένων που να τη θεμελιώνουν. Μήτε ασκούν επιρροή τα έγγραφα του Δασαρχείου Πεντέλης (ι) 387/23.1.1987, όπου ο Δασάρχης, μόνο, μνημονεύει έγγραφα που υποβλήθηκαν σε άλλη, μεταξύ των διαδίκων, δίκη και ουδεμία προσωπική άποψη παρουσιάζει, (ιι) 3424/11.6.1986, όπου ζητείται η ανάκληση της άδειας λειτουργίας λατομείων στην προαναφερόμενη, αναμφισβητήτως, δημόσια λατομική περιοχή του ..., (ιιι) 5873/1993 και την από 19.11.1996 τεχνική έκθεση του δασολόγου Σ. Σ., καθόσον δεν εισφέρουν στοιχεία για τα νυν επίμαχα γήπεδα αλλά αφορούν έτερη υπόθεση, ήτοι ακίνητο, απλώς, κείμενο εγγύς των επιδίκων και σχετιζόμενο με τον αρχαίο τίτλο 36000/1981, επί του οποίου προέβαλε δικαιώματα η Μ. συζ. Χ. Σ.. Τέλος, η έκθεση του, τεχνικού συμβούλου των εναγόμενων ήδη εφεσίβλητων Δήμων, αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Γ.Β. Κ., δια της οποίας ούτος διαφωνεί με τις τεχνικές εφαρμογές και διαπιστώσεις της 65/2009 πραγματογνωμοσύνης, δεν κρίνεται αξιόπιστη, δεδομένου ότι και οι δύο επόμενοι πραγματογνώμονες, με την 306/2013 έκθεσή τους, επαλήθευσαν καθ' ολοκληρίαν την πρώτη ομοία. Το κυρίως παρεμβάν και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ως υπερασπιστικό της κυριότητάς του επιχείρημα ότι η επίδικη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (Φ.Ε.Κ. Β' 134), η οποία δεν έχει ανακληθεί με πράξη της Διοίκησης ή ακυρωθεί, μέχρι σήμερα, με δικαστική απόφαση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αλυσιτελής, καθότι η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας δεν συναρτάται με τον ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα αυτής (άρθρα 117 § 3 του Σ, 38 § 1, 41 §§ 1 και 3 του Ν. 998/1979,...). Πέραν τούτου, η σύνολη έκταση των επίμαχων γηπέδων ως ανήκουσα σε ιδιώτες και έχουσα επί αυτής βιομηχανικές (λατομικές) εγκαταστάσεις εξαιρείται της αναδασώσεως, κατά τα ρητώς προβλεπόμενα στην άνω Υ.Α.. Άλλωστε, όπως έχει κριθεί από το Ε.Δ.Δ.Α. ....και το Συμβούλιο της Επικρατείας....., η κήρυξη της αναδάσωσης, δια της Υ.Α. 108424/1934, δεν συνεπάγεται τον αυτόματο χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως αναδασωτέας, διότι, ενόψει του εξαιρετικά παρωχημένου χρόνου της κήρυξης και του γεγονότος ότι αυτή αφορά γενικώς την περιοχή όλου του Λεκανοπεδίου Αττικής, που ορίζεται ευρύτατα και χωρίς διάγραμμα - εξαιρούμενων, μάλιστα, σημαντικών κατηγοριών εκτάσεων - προαπαιτείται επανεκτίμηση της κατάστασης, η οποία, εν προκειμένω, δεν έχει γίνει. Εντούτοις, όταν το 1981 συντάχθηκαν οι προσωρινοί κτηματικοί χάρτες μετά των οικείων μητρώων ιδιοκτησίας (Ν. 248/1976) των περιοχών Βύρωνος, Υμηττού και Ηλιουπόλεως, συμπεριελήφθη, εν μέρει στην κτηματική μονάδα Βύρωνος εν μέρει στην ομοία Υμηττού, και ο επίδικος λατομικός χώρος χαρακτηριζόμενος ως δημόσια δασική έκταση, μολονότι έως τότε διαχειριζόταν ως ιδιωτική βραχώδης (βλ. άνω 4191/1987 Δασαρχείο Πεντέλης). Οι εκ κληρονομιάς των Π. Φ. και Γ. Σ. - τότε, συνιδιοκτήτες (και νυν διάδικοι ή δικαιοπάροχοί τους) Λ.. Π. Φ., Σ. Π. Φ., Α. Π. (Φ., Α. χήρα Π. Φ. και Λ.Γ. Σ. προέβαλαν, δια ισάριθμων αυτοτελών δικογράφων, αντιρρήσεις εναντίον της εν λόγω καταγραφής του Δήμου Βύρωνος (άρθρα 12, 13 του Ν. 248/1976), οι οποίες έγιναν δεκτές με τις αντίστοιχες οριστικές αποφάσεις 318, 319, 320, 321 και 322/1987 του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Το Δικαστήριο, δικάσαν κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, έκρινε με κοινή αιτιολογία, ότι, βάσει της αλληλουχίας των, και νυν, προϊστορούμενων τίτλων, έκαστος των αντιλεξάντων ήταν συγκύριος, κατά το επικληθέν ποσοστό, της επίδικης έκτασης. Τούτη εσφαλμένως καταγράφηκε στον προσωρινό χάρτη και πίνακα του Δήμου Βύρωνος ως δασική τοιαύτη, καθόσον πρόκειται περί απόκρημνου και συμπαγούς βράχου, κατάλληλου μόνο για λατόμευση. Ουδέποτε φύετο εκεί βλάστηση και, λόγω της γεωμορφολογίας της, δεν υπάρχει δυνατότητα τέτοιας δημιουργίας. Απόρριψαν την, προσκομισθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο, έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Τ. ως μη συγκεκριμένη, θεμελίωσε επιπροσθέτως, την κρίση του στο γεγονός ότι το Υπουργείο Γεωργίας είχε τοποθετήσει συρματόπλεγμα στο όριο της επίδικης εκτάσεως και προέβη σε αναδάσωση πέραν του συγκεκριμένου ορίου. Συνακολούθως, το Ειρηνοδικείο Αθηνών διέταξε τη διόρθωση του προσωρινού κτηματικού χάρτη της περιοχής του Δήμου Βύρωνος ως προς τα τεμάχια με σειρά καταγραφής 30, 31 και κωδικούς 1169109307 και 1169109439. Βέβαια, με το άρθρο 10 § 1 του Ν. 3208/2003 (Φ.Ε.Κ. 289 τεύχος Α') "προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπράγματων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις, που: I) Αναγνωρίστηκαν: α)...... θ) με τις διατάξεις του Ν. 248/1976, σε ό,τι αφορά τις εκτάσεις που κρίθηκαν ότι δεν ανήκουν στο Δημόσιο. Ο χαρακτηρισμός των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη ως μη δασικές, καθώς και των εκτάσεων που κρίθηκε με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις κατά την διαδικασία των άρθρων 12 επ. του Ν. 248/1976 ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση παραμένει ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις κατά το άρθρο 10 § 3 του Ν. 998/1979 Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Με την § 10 του, μεταβατικού χαρακτήρα, άρθρου 21 του ιδίου νόμου (όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 29 § 5 Μ. 3937/2011), ορίστηκε ότι ο χαρακτήρας των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό ή οριστικό κτηματικό χάρτη που καταρτίστηκε με τις διατάξεις του Ν. 248/1976 ως μη δασικές, καθώς και ο χαρακτήρας των εκτάσεων που κρίθηκε με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά τη διαδικασία των άρθρων 12 επ. του ίδιου νόμου ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση, παραμένει έγκυρος και ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις, κατά το άρθρο 10 § 3 του Ν. 998/1979, Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Το Δημόσιο δεν δικαιούται να προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων, που με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου κρίθηκε ότι δεν ανήκουν στην κυριότητα του. Οι εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς τους διατείνονται ότι, εφόσον οι προρρηθέντες δικαιοπάροχοί τους πέτυχαν την έκδοση των αμέσως ανωτέρω Ειρηνοδικειακών αποφάσεων που κατέστησαν αμετάκλητες, δεν μπορεί, πλέον, το ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να αντιτάξει δικαίωμα κυριότητας επί αυτών (επιδίκων) προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Ν. 3208/ 2003. Ο ισχυρισμός αυτός στερείται νομιμότητος και πρέπει να απορριφθεί, αφού τέτοια δικαιώματα δεν εξετάστηκαν και ούτε θα μπορούσαν να εξεταστούν στο πλαίσιο των δικών επί των αντιρρήσεων. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εκείνου εξαντλείτο στην επίλυση των αμφισβητήσεων ως προς την ύπαρξη των ιδιωτικών δικαιωμάτων που προέβαλαν οι αντιλέξαντες στις περιληφθείσες στο οικείο φύλλο καταγραφής επίδικες εκτάσεις, προκειμένου να περατωθεί η διοικητική διαδικασία, χωρίς να επεκτείνεται στη διάγνωση της ορθότητας του χαρακτηρισμού τους ως δασικών ή μη, ούτε στην αναγνώριση εμπράγματων δικαιωμάτων, που υπάγονται στην τακτική διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων. Δεν μπορούν δε να τύχουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση: οι προαναφερόμενες διατάξεις-των άρθρων 10 και 21 § 10 του Ν. 3208/2003, ο οποίος ίσχυε ήδη κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης, εφόσον τα εμπράγματα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου προβάλλονται στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας των πολιτικών δικαστηρίων που είναι αρμόδια να αναγνωρίζουν τέτοια δικαιώματα.... Στη συνέχεια, αποδεικνύεται ότι την 29.8.1964 απεβίωσε ο, εκ των αρχικών συνιδιοκτητών της όλης επίδικης έκτασης, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες τίτλους, Γ. Λ. Σ., ο οποίος κατέλιπε ισομερώς δια διαθήκης, το επί αυτής ποσοστό συγκυριότητάς του (1/3 ή 64/192 επί των γηπέδων Α, Β, Γ και Δ και 1/6 ή 32/192 επί του Ε γηπέδου) στους υιούς του Λ. και Σ. (νομίμως δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μανωλόπουλου, πράξεις αποδοχής ... συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Λαζαράτου, νομίμως μεταγραφείσες). Το περιελθόν στο Λ. Γ. Σ., μερίδιο απέκτησε, μετά τον επισυμβάντα την 21.12.1998 θάνατό του, η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του ενάγουσα της Β' αγωγής ήδη 8η εκκαλούσα Μ. χήρα Λ. Σ., το γένος Γ. Ι. (νομίμως δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη ... συμβολαιογράφου Αθηνών Κίμωνος Χλαπανίδη, αποδοχή ... συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κλωνάρη - Χατζησταύρου, νομίμως μεταγραφείσα), η οποία πλέον είναι συγκυρία κατά αδιαίρετο ποσοστό 32/192 επί των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και 16/192 επί του Ε γηπέδου. Το περιελθόν στο Σ. Γ. Σ. μερίδιο απέκτησε μετά τον επισυμβάντα την 6.8.1996 θάνατό του, ο, εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, υιός του ενάγων της Β' αγωγής, ήδη 9ος εκκαλών, Γ. Σ. του Σ., διότι οι λοιποί εγγύτεροι συγγενείς του θανόντος, δηλονότι σύζυγος Ε. και Μ. και Α., αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά του (αποδοχή ... συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κλωνάρη Χατζησταύρου, νομίμως μεταγραφείσα, εκθέσεις αποποιήσεως 2880, 2908/1996 Γραμματέως Πρωτοδικείου Αθηνών). Ούτος, πλέον, μετέχει της κοινωνίας (συγκυριότητος) κατά αδιαίρετο ποσοστό 32/192 επί των γηπέδων Α, Β, Γ και Δ και 16/192 επί του Ε γηπέδου. Τη 13.8.1965 απεβίωσε, χωρίς διαθήκη, ο Π. Σ. Φ.. Το ενδιαφέρον, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες τίτλους, ποσοστό συγκυριότητάς του (1/3 ή 64/192 επί των γηπέδων Α, Β, Γ και Δ και 1/6 ή 32/192 επί του Ε γηπέδου) περιήλθε στη σύζυγό του Α. και τους υιούς του Σ., Λ. και Α. (κληρονομητήριο 13/1965 του Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδοχή ... συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Χατζή, νομίμως μεταγραφείσα), γιατί η θυγατέρα του Ζ. αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά του (έκθεση αποποιήσεως ...). Μετά το θάνατο της Α. χήρας Π. Φ., την 6.2.2001, το μερίδιό της απέκτησαν (νομίμως δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη ... και αποδοχή ... συμβολαιογράφου Πειραιώς Αλεξάνδρας Αποστολάτου, νομίμως μεταγραφείσα) ισομερώς οι (ι) εγγονός της ενάγων της Β' αγωγής ήδη 7ος εκκαλών Π. Φ., υιός του προαποβιώσαντος, την 4.9.1999, υιού της Σ. (νομίμως δημοσιευθείσα από 7.2.1990 ιδιόγραφη διαθήκη, έκθεση αποποίησης της μόνης έτερης συγκληρονόμου μητρός του Κ. 671/2003 Γραμματέως Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδοχή ... συμβολαιογράφου Πειραιώς Αλ. Αποστολάτου νομίμως μεταγραφείσα), (ιι) υιός της ενάγων της Β αγωγής Λ. που απεβίωσε την 7.9.2014 κληρονομηθείς από τη σύζυγό του Α. και τα τέκνα του Π. και Μ. ήδη 1η, 2° και 3η εκκαλούντες, (ιιι) υιός της ενάγων της Β' αγωγής Α., που απεβίωσε την 20.5.2006 κληρονομηθείς από τα τέκνα του Ν. και Α. ήδη 4η και 5η εκκαλούσες και (ιν) ενάγουσα της Β' αγωγής ήδη 6η εκκαλούσα Ζ. Φ. του Π.. Έτσι, οι, εκκαλούντες (1η) Α. χήρα Λ. Φ., (2ος) Π. Φ. του Λ., και (3η) Μ. Φ. του Λ., καταλαβόντες τη δικονομική θέση του αρχικού ενάγοντος της Β' αγωγής Λ. Φ. του Παναγιώτη είναι από κοινού συγκύριοι κατά αδιαίρετο ποσοστό 20/192 των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και 10/192 του Ε γηπέδου, οι εκκαλούσες (4η) Ν. Φ. του Α. και (5η) Α. Φ. του Α., καταλαβούσες τη δικονομική θέση του αρχικού ενάγοντος της Β αγωγής Α. Φ. του Παναγιώτη είναι από κοινού συγκυρίες κατά αδιαίρετο ποσοστό 20/192 των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και 10/192 του Ε γηπέδου. Η ενάγουσα της Β' αγωγής ήδη 6η εκκαλούσα Ζ. Φ. του Π. είναι συγκυρία κατά αδιαίρετο ποσοστό 4/192 των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και 2/192 του Ε γηπέδου. Ο ενάγων της Β' αγωγής, ήδη 7ος εκκαλών Π. Φ. του Σ., είναι συγκύριος κατά αδιαίρετο ποσοστό 20/192 των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και 10/192 του Ε γηπέδου. Ο Κ. Β. Θ., επίσης συγκύριος, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες τίτλους, κατά 1/3 ή 64/192 των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και 1/6 ή 32/192 του Ε γηπέδου, απεβίωσε την 23.7.1981. Προ του θανάτου του, είχε δωρίσει - όπως προαναφέρεται (συμβόλαιο ...) - εκ του ανήκοντος σε εκείνον αδιαίρετου ποσοστού συγκυριότητος (ι) στον ενάγοντα και των δύο αγωγών ήδη 11ο εκκαλούντα Η. Α. του Ρ. τα 3,2/192 των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και το 1,6/192 του Ε γηπέδου και (ιι ) στον ενάγοντα και των δύο αγωγών ήδη 12° εκκαλούντα Κ. Α. του Ρ. τα 3,2/192 των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και το 1,6/192 του Ε γηπέδου. Μετά δε το θάνατό του, κατά το νυν ενδιαφέρον μέρος, κατέλιπε, δια διαθήκης, στη θυγατέρα του ενάγουσα και των δύο αγωγών ήδη 10η εκκαλούσα Β. χήρα Ρ. Α., τα 21,6/192 των γηπέδων Α, Β, Γ, Δ και τα 10,8/192 του Ε γηπέδου (2 ιδιόγραφες διαθήκες δημοσιευθείσες δια των 2390 και 2509/1981 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδοχή ... συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Ιουλίας Καρυωτάκη, νομίμως μεταγραφείσα). Ο Π. Ε. Κ., συγκύριος, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες τίτλους, του Ε γηπέδου κατά το αδιαίρετο ποσοστό των 48/192 (1/2 του 1/2), απεβίωσε χωρίς διαθήκη τη 19.7.1969, κληρονομηθείς από τη μεταποβιώσασα, την 25.2.1996, σύζυγό του Μ. και τον υιό τους ενάγοντα και των δύο αγωγών ήδη 13° εκκαλούντα Ε. Κ. - Γ., ο οποίος ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητρός του κατέστη. συγκύριος του συγκεκριμένου Ε γηπέδου κατά 48/192 (αποδοχές ... συμβολαιογράφων Αθηνών Αναστασίας Μαλάμη και Μαγδαληνής Παπακωνσταντίνου, αντιστοίχως, νομίμως μεταγραφείσες). Ο Κ. Ε. Κ. ή Γ. συγκύριος, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες τίτλους, του Ε γηπέδου κατά το υπόλοιπο αδιαίρετο ποσοστό των 48/192 (1/2 του 1/2), είχε μεταβιβάσει δια του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευάγγελου Γρηγορίου (τόμος 24 πράξη 468 των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Βύρωνος) στον υιό του Ε. Κ. του Κ.-τα 5/72 ή 13,33/192 του εν λόγω γηπέδου. Θανών, την 28.2.1996, ο Κ. Ε. Κ. ή Γ. κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του σύζυγό του Β. και τα τέσσερα τέκνα τους Ε., Χ., Π. και Α.. Μετά το θάνατο, την 3.11.1995, της Β. χήρας Κ. Κ. το μερίδιο αυτής περιήλθε ισομερώς στους εξ αδιαθέτου μοναδικούς κληρονόμους της άνω τέκνα Ε., Χ., Π. και Α. Κ. Κ. (αποδοχή και για τους δύο γονείς ... συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ρουτζούνη - Κουρνέτα, νομίμως μεταγραφείσα). Έτσι, ο ενάγων και των δύο αγωγών ήδη 14ος εκκαλών Ε. Κ. του Κ. κατέστη συγκύριος του Ε γηπέδου κατά το αδιαίρετο ποσοστό των 22/192. Ο ενάγων και των δύο αγωγών Χ. Κ. του Κ. ήταν συγκύριος του εν λόγω γηπέδου κατά τα 8,66/192, αποβιώσας δε τη 18.9.2009 κληρονομήθηκε από τις καταλαβούσες τη δικονομική θέση αυτού ήδη 15η εκκαλούσα, Μ. Κ. του Χ., και 16° εκκαλούσα, Β. Κ. του Χ., οι οποίες έχουν από κοινού το άνω ποσοστό. Ο ενάγων και των δύο αγωγών ήδη 17ος εκκαλών Παναγιώτης Κωνσταντινίδης του Κωνσταντίνου, είναι συγκύριος τούτου κατά τα 8,66/192 και η ενάγουσα και των δύο αγωγών ήδη 18η εκκαλούσα Α. χήρα Σ. Π., το γένος Κ. Κ. - Γ. είναι συγκυρία κατά τα 8,66/192 του Ε γηπέδου. Για τα συγκεκριμένα περιουσιακά δικαιώματα οι άνω διάδοχοι υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις ακίνητης περιουσίας (Ν. 11/1975) και κατέβαλαν τον εκάστοτε επιβαλλόμενο φόρο. Κατά την εκτίμηση της αξίας του φορολογητέου ακινήτου οι αρμόδιοι υπάλληλοι περιγράφουν τα επίδικα συνενωμένα γήπεδα ως επικλινή και βραχώδη ακανόνιστη έκταση που χρησιμοποιείτο ως λατομείο (βλ. εκθέσεις ΙΖ' Οικονομικής Εφορίας Αθηνών για δήλωση 133 έτους φορολογίας 1979 του Αντωνίου Π. Φ., ΑΚ 553/84 για τον αυτό φορολογούμενο, ΑΚ 13843/84 για το φορολογούμενο Λ. Π. Φ.., 57/84 για το φορολογούμενο Λ. Γ. Σ.). Το Ελληνικό Δημόσιο παρίστατο στα διοικητικά δικαστήρια, απαιτώντας τον άνω επιβληθέντα φόρο, χωρίς αμφισβήτηση του άνω ιδιοκτησιακού καθεστώτος (αποφάσεις Διοικητικού Εφετείου Αθηνών 1136/1993, 5230 και 5231/1995 επί προσφυγών του φορολογούμενου κοινωνού Λ. Τ. Σ.). Ακόμη, μεταξύ πολλών άλλων, α) με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Χατζή οι Α. χήρα Π. Φ. και αδελφοί Σ., Λ. και Α. χορήγησαν στο Ελληνικό Δημόσιο το δικαίωμα να εγγράψει υπέρ αυτού, και προς εξασφάλιση απαιτήσεών του για καταβολή φόρου κληρονομιάς του Π. Σ. Φ., υποθήκη (άρθρα 1260 και 1261 του Α.Κ.) επί του αδιαίρετου ποσοστού του 1/3 επί των κληρονομηθέντων λαχιδίων Ρ3, Ρ4 και 11 γεωτεμαχίου, β) την 2.12.1998, κατόπιν παραγγελίας του προϊσταμένου της ΙΖ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, επιβλήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Κ.Ε.Δ.Ε., αναγκαστική κατάσχεση επί του "Αγρού Βραχώδους μη καλλιεργήσιμου που βρίσκεται στη θέση ..." και είχε αγορασθεί δυνάμει του προμνημονευόμενου ... συμβολαίου (γεωτεμάχιο 11), για απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου (τέλη κυκλοφορία ετών 1983 έως 1991) εναντίον του Σ. Γ. Σ., γ) σύμφωνα με την 153/1966 πράξη του βιβλίου κατασχέσεων του Δήμου, επιβλήθηκε από το Ταμείο Παγκρατίου ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική κατάσχεση στο κληρονομηθέν από τον Π. Σ. Φ. ποσοστό του 1/3 του, κτηθέντος με το ... συμβόλαιο, γεωτεμαχίου 10 για οφειλές των Α. χήρας Π. Φ. και Σ., Λ., Α. Π. Φ.. Σε συνέχεια των προεκτεθέντων, οι Π. Σ. Φ., Γ. Λ. Σ. και Κ. Β. Θ. απέκτησαν ισομερώς, κατά αδιαίρετο ποσοστό του 1/3 έκαστος, με παραγωγό τρόπο και δη αιτία πωλήσεως από τους αληθείς απώτερους κυρίους, δια των ανωτέρω αλληλοδιάδοχων τίτλων, την κυριότητα των γεωτεμαχίων ..., Ρ3α, Ρ4, Ρ5, Κ3, Κ4, Κ6, Κ7, Κ8α, 10, 11, 18, 19, ΙΔ.13, ΙΔ.18, όπως και των 12, 13 και 14 που προέκυψαν από το δικαστικό ανακαθορισμό της κορυφογραμμής. Εξάλλου, και στα τρία μεγάλα κτήματα απ' όπου προέρχονται τα επίδικα γήπεδα, δηλονότι των Ρ. - Κ. (συμβόλαιο ...), Μ. (συμβόλαια ..., ..., ...) και του συμβολαίου ... του συμβολαιογράφου Κοσμά Κοκίδκη που αφορά το 11 γεωτεμάχιο (σελ. 40 της 306/2013 πραγματογνωμοσύνης) και - κατά επέκταση - τα 12, 13, 14 όμοια, τόσο οι αρχαίοι προκτήτορες όσο και οι εκάστοτε επακολουθήσαντες, είτε υπεισελθόντες κληρονόμοι είτε ειδικοί διάδοχοι, τοιούτοι ασκούσαν αδιάκοπα και αδιατάρακτα φυσική εξουσία, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη περισσότερο από τριάντα έτη έως το 1915. Διενεργούσαν επί αυτών τις προσιδιάζουσες, στη φύση και τον προορισμό τους, εμφανείς υλικές ενέργειες, με τις οποίες εκδήλωναν τη βούλησή τους να έχουν τούτα δικό τους με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής τους δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου ......Έτσι, τα συντηρούσαν, τα επισκέπτονταν, τα επόπτευαν, τα οριοθετούσαν, τα καταμετρούσαν και τα μεταβίβαζαν .....δίχως οποιαδήποτε ενόχληση ή επιφύλαξη τρίτου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου. Μετά τη σταδιακή, ολοκληρωθείσα το έτος 1953, απόκτηση των επίμαχων γεωτεμαχίων από τους Π. Σ. Φ., Γ. Λ. Σ. και Κ. Β. Θ., τα επίμαχα ακίνητα εξουσιάζονταν ενοποιημένα αποκλειστικά από τους τελευταίους, εν συνεχεία δε, τους - διατηρήσαντες τα ίδια προσόντα - ανωτέρω, καθολικούς ή ειδικούς, διαδόχους τους ενάγοντες ήδη εκκαλούντες. Ούτοι εξακολούθησαν με τους ίδιους όρους να τα εκμεταλλεύονται, ασκώντας σε αυτά, με την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητα και ήταν μοναδικοί συγκύριοι, όλες τις εκδηλούσες την πεποίθησή τους, πράξεις που ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία της λατομικής τους επιχείρησης. Περιέφραξαν για λόγους ασφαλείας το χώρο, τοποθέτησαν φύλακα, εγκατέστησαν μηχανολογικό εξοπλισμό, εκμίσθωναν την έκταση στην εταιρεία Ε.. Το ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε μέχρι το 1984 κατέλαβε τη νομή τους ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτά (ή έστω σε μέρος τους). Απεναντίας, εκείνο (εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο) αναγνωρίζοντας επανειλημμένως και αναμφισβητήτως, ρητώς ή σιωπηρώς, την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων ήδη εκκαλούντων χορήγησε σε αυτούς τις απαραίτητες για την επιχωμάτωση ανωτέρω οικοδομικές άδειες και προς εξασφάλιση διαφόρων απαιτήσεών του εναντίον τους, επέβαλε επί των επιδίκων κατασχέσεις ή ενέγραψε υποθήκες, επιπλέον δε, με το ... μεταβιβαστικό συμβόλαιο αγόρασε, δια του ΟΣΚ, μέρη των λαχιδίων και με την ΚΥΑ 1051411/3398/0010/17.5.1996 απαλλοτρίωσε αποτιμηθέν τεμάχιο του ... λαχιδίου υπέρ και με δαπάνες του ΟΣΚ, όπως προεκτίθεται ....Τα ως άνω γήπεδα δεν είχαν ποτέ το εδαφομορφολογικό χαρακτήρα του δάσους, δια τούτο δεν τυγχάνουν εφαρμογής, οι διατεινόμενες υπό του Ελληνικού Δημοσίου, διατάξεις του Β.Δ. της 17/29.11.1836, που επέβαλαν την προσκομιδή των τίτλων ιδικτησίας τους ..... Αυτά δεν αποτελούν ούτε αποτελούσαν δασική έκταση ή δημόσιο κτήμα. Καθ' όλη την παραπάνω χρονική περίοδο είχαν διαμορφωμένο πετρώδη χαρακτήρα και οι δικαιοπάροχοι (άμεσοι και απώτεροι) των εναγόντων ήδη εκκαλούντων ουδέποτε είχαν απωλέσει τη νομή τους επί αυτών μέχρι και το έτος 1984. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του κυρίως παρεμβάντος - εναγόμενου ήδη εφεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του α) δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλιώς β) ως δασικά τμήματα κατά τις διατάξεις του Β.Δ. της 17/29.11.1836, αλλιώς γ) ως βοσκότοπος ή λιβάδι δυνάμει του β.δ. 3/15-12-1833, αλλιώς δ) ως αδέσποτο (άρθρο 16 β.δ. από 10-7-1837), αλλιώς ε) με τακτική χρησικτησία, αλλιώς στ) με έκτακτη χρησικτησία. Πρωτίστως, το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκομίζει μετ' επικλήσεως κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι τα επίδικα ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή δημεύτηκαν, ούτε ότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδια ή αδέσποτα, ούτε ότι τα νεμήθηκε, με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας, από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το 1984. Η καταγραφή και ο χαρακτηρισμός, από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, της όλης επίδικης έκτασης ως δημόσιας δασικής δεν περιποιεί, για μόνο το λόγο τούτο, κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο ενόσω οι ιδιοκτήτες τους εξακολουθούσαν να τη νέμονται.... Ώστε, οι επιχειρούμενοι να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητος αυτοτελείς ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου καταδεικνύονται αβάσιμοι. Έχοντας, λοιπόν, τα επίδικα την παραπάνω γεωμορφολογική διάπλαση, οι ενάγοντες ήδη εκκαλούντες απέκτησαν την κυριότητα τους και-με πρωτότυπο τρόπο δι' εκτάκτου και τακτικής χρησικτησίας, δεδομένου ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν τούτα με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως, για περισσότερο από τριάκοντα έτη έως την 11.9.1915 και εξακολούθησαν να τα νέμονται με τα αυτά προσόντα - προσμετρώντας και το διαδραμόντα χρόνο των ανωτέρω - έως και το 1984.... Ειδικά, όσον αφορά τα επιμήκη εδαφικό τμήματα που είχαν αφεθεί για να σχηματισθούν ιδιωτικές οδοί, και δη (ι) τα κείμενα ανάμεσα στα οικόπεδα ΙΔ.13, ΙΔ.18 (κτητικό συμβόλαιο ...) και τα λαχίδια Ρ4 (κτητικό συμβόλαιο ...), Κ6 (κτητικό συμβόλαιο ...), Κ7 (κτητικά συμβόλαιο ..., ...), Κ8α (κτητικό συμβόλαιο ...) που συναπαρτίζουν το γεωτεμάχιο 40, (ιι) το προς βορρά όριο του λαχιδίου Ρ5 (κτητικό συμβόλαιο ...) διακρινόμενο ως γεωτεμάχιο 41 και (ιιι) τα κείμενα ανάμεσα στα γεωτεμάχια 19 και 18 (κτητικά συμβόλαια 6845, ... και 7295, ...) που συναπαρτίζουν το όμοιο 42, οι ενάγοντες ήδη εκκαλούντες απέκτησαν την επί τούτων κυριότητα πρωτοτύπως, δι' εκτάκτου χρησικτησίας. Από το 1953, οπότε όλα τα νυν ενδιαφέροντα ακίνητα ενοποιήθηκαν από τους Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ., οι μεταξύ τούτων ιδιωτικοί οδοί (γεωτεμάχια 40, 41, 42) παρέμειναν αδιαμόρφωτες και ενσωματώθηκαν στα κτηθέντα γεωτεμάχια, νεμόμενες αδιαλείπτως, ήτοι κατεχόμενες διανοία κυρίων από εκείνους και τους μετέπειτα διαδόχους τους. Έτσι, μετά την πάροδο είκοσι ετών (άρθρα 1045, 1051 του Α.Κ.....), συνυπολογίζοντας στο χρόνο της δικής τους, ανεπίληπτης και ανενόχλητης, νομής και το χρόνο της τοιαύτης νομής των ανωτέρω, το 1973 περιήλθαν στην κυριότητα των εναγόντων ή των άμεσων δικαιοπαρόχων τους. Παρά ταύτα το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουάριου του 1984 ο εναγόμενος ήδη εφεσίβλητος Δήμος Υμηττού (ήδη Δήμος Δάφνης - Υμηττού), εισήλθε αυθαιρέτως στην επίδικη έκταση και, καταλαμβάνοντας τμήματα των Α και Β γηπέδων, διενήργησε επί αυτών παράνομες διακατοχικές πράξεις, αποβάλλοντας τους νόμιμους συγκυρίους. Με τη χρήση συνεργείου εργατών, μηχανημάτων τεχνικών έργων και αυτοκινήτων, τα ισοπέδωσε, διάνοιξε οδούς, φύτεψε διάφορα δένδρα σε κάποια μέρη και διαμόρφωσε το έδαφος για τη δημιουργία γηπέδου ποδοσφαίρου (απόφαση Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών 82/84). Οι ενάγοντες συνιδιοκτήτες των καταληφθέντων γηπέδων ζήτησαν τη λήψη ρυθμιστικών μέτρων. Δια της 23/84 αποφάσεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, αφού έγινε δεκτή η σχετική αίτηση και αναγνωρίσθηκαν οι αιτούντες νόμιμοι διακάτοχοι, διατάχθηκε η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της αποβολής κατάσταση. Η απόφαση αύτη επικυρώθηκε με την, απορρίψασα τις ανακοπές των Δήμου Υμηττού και Ελληνικού Δημοσίου, 82/84 απόφαση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, Ωστόσο, ο εισβολεύς Δήμος δεν σεβάστηκε τα επιτασσόμενα, δια τούτο ο Δήμαρχος, Αντιδήμαρχος και φύλακας αυτού καταδικάσθηκαν με την 34069/1986 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών έκαστος. Την 20 Απριλίου 1986 εισήλθε στη επίδικη περιοχή και ο εναγόμενος ήδη εφεσίβλητος Δήμος Βύρωνος, ο οποίος με δικά του μηχανήματα και εργάτες προέβη στην ισοπέδωση τμημάτων των λοιπών γηπέδων (Γ, Δ και Ε) αποβαλών, τοιουτοτρόπως, τους ανωτέρω προαναφερόμενους ιδιοκτήτες καθ' ολοκληρία. Οι τελευταίοι άσκησαν εναντίον του αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία έγινε δεκτή με την 57/1986 απόφαση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Μολονότι και η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 23/1987 απόφαση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, ούτε ο Δήμος Βύρωνος πειθάρχησε στη διαταχθείσα επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Τη 15.12.1988, μάλιστα, ο Δήμος Υμηττού χρησιμοποιώντας, πάλι, εκσκαπτικό μηχάνημα διάνοιξε στα επίδικα οδό μήκους 120,00 μ. καταλαμβάνοντας περίπου 1440 τ.μ.. Μετά από νέα αίτηση των εναγόντων ήδη εκκαλούντων, με την 28/1989 απόφαση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, διατάχθηκε η βίαια αποβολή του επεμβάντος Δήμου Υμηττού από το νυν επίδικο χώρο. Η πλήττουσα την απόφαση ανακοπή του εν λόγω Δήμου απερρίφθη, με την 33/89 ομοία του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, πλην εκείνος ενέμεινε να αδιαφορεί. Οι εναγόμενοι ήδη εφεσίβλητοι Ο.Τ.Α. ομολογούν τις προσβλητικές της συγκυριότητος των εναγόντων ήδη εκκαλούντων, ενδιαφέρουσες πράξεις τους, υποστηρίζουν, όμως, ότι τις διενήργησαν νομίμως, κατόπιν παραχωρήσεως του χώρου από το έχον την κυριότητα αυτού Ελληνικού Δημοσίου. Προς απόδειξη του κοινού ισχυρισμού τους δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο. Υπό τα ανωτέρω νομικά και πραγματικά δεδομένα, το κυρίως παρεμβαίνον - εναγόμενο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο μηδέποτε ήταν αληθής κύριος των επιδίκων. Εφόσον στο μεταβίβασαν δεν υπήρχε, πράγματι, κανένα δικαίωμα, σε εφαρμογή του κανόνα "ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος", ούτε οι επικαλούμενοι, προς ους η παραχώρηση, Δήμοι, απέκτησαν κάποιο δικαίωμα, δυνάμενο να αντιταχθεί έναντι της συγκυριότητας των εναγόντων ήδη εκκαλούντων..... Τούτο επιρρωνύεται από το γεγονός ότι μετά από αυτοψία που διενήργησαν, την 29.8.2000, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πολεοδομίας Αθηνών διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω Δήμοι έχουν κατασκευάσει εκεί αμφιθέατρο (κερκίδες θεατών) χωρίς την απαιτούμενη, για ιδιοκτησίες μη ανήκουσες στη δημόσια περιουσία, οικοδομική άδεια και διατάχθηκαν να διακόψουν τις εκτελούμενες οικοδομικές εργασίες. Από το χρόνο ακόμη και της πρώτης των ανωτέρω διαδοχικών καταλήψεων (Ιανουάριος του 1984) μέχρι την άσκηση, της ένδικης Α' αγωγής την 30.12.2003 (έκθεση καταθέσεως 188219/11886/30.12.2003, εκθέσεις επιδόσεως 7140 και 7141/30,12.2003 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μποτίνη), οπότε άρχισε η παραγραφή της αντίστοιχης αξιώσεως αποδόσεως του επίδικου δεν έχει παρέλθει 20ετία, για την συμπλήρωση παραγραφής της αξιώσεως αποδόσεως των επιδίκων, που θα καθιστούσε την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής απαράδεκτη ως στερουμένης εννόμου συμφέροντος. Επομένως, οι προταθείσες ενστάσεις των εναγόμενων ήδη εφεσίβλητων Ο.Τ.Α. αποβαίνουν απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες. Το Ελληνικό Δημόσιο διατείνεται (από 30.8.2005 και 1.9.2005 πρωτόδικες προτάσεις) ότι η αξίωση που ασκούν οι ενάγοντες ήδη εκκαλούντες τόσο με την Α, από 27.12.2003 ένδικη αγωγή όσο και εναντίον του με τη Β. από 12.5.2005, αγωγή έχει παραγραφεί, αφού έχει παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών το μεν - και ως προς τις δύο αγωγές - από το 1917 που, το πρώτον, κηρύχθηκε αναδασωτέα η επίδικη έκταση, το δε από την άσκηση και εναντίον του της 1.7.1990 προγενέστερης αγωγής των ιδίων, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, γιατί δεν διεξήχθησαν οι επιβληθείσες αποδείξεις, μέχρι την άσκηση της Β' αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός, και υπό τις δύο βάσεις του, στερείται νομιμότητος, καθότι η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής που επιφέρει και την έλλειψη του έννομου συμφέροντος της αντίστοιχης αναγνωριστικής, προϋποθέτει και αρχίζει από την κατάληψη του επίδικου ακινήτου. Εν προκειμένω, μήτε η επικαλούμενη κήρυξη αναδάσωσης μήτε η προσβλητική της κυριότητος ενέργεια που θεμελιώνει τη Β' των ένδικων αγωγών αφορά επεμβατική ενέργεια του Ελληνικού Δημοσίου, Ειδικά η Β' αγωγή ερείδεται στη δια της ένδικης κυρίας παρεμβάσεως εκείνου αμφισβήτηση του δικαιώματος συγκυριότητος των εναγόντων ήδη εκκαλούντων. Τέλος, ουσία αβάσιμη αποβαίνει η, εκ του άρθρου 281 του Α.Κ., ένσταση των εναγόμενων ήδη εφεσίβλητων Ο.Τ.Α., οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η μετά τόσα έτη άσκηση της σε βάρος τους αγωγής καθίσταται καταχρηστική, εφόσον ούτοι έχουν κατασκευάσει, στα παραχωρηθέντα μέρη των επιδίκων, τα θέατρα "Μελίνας Μερκούρη" και "Άννας Συνοδινού" (Θέατρα Βράχων Βύρωνος και Υμηττού), δαπανώντας μεγάλα χρηματικά ποσό. Τούτο διότι, όπως αποδεικνύεται, ουδεμία παραχώρηση έχει λάβει χώρα από τους, κατά νόμο, δικαιούχους ενάγοντες ήδη εκκαλούντες. Οι προτάσσοντες Δήμοι γνώριζαν ότι υποχρεούνταν, σύμφωνα με τις ανωτέρω Εισαγγελικές αποφάσεις, να αποδώσουν τα και νυν επίδικα εδαφικά γεωτεμάχια στους ενάγοντες ήδη εκκαλούντες, εν τούτοις όχι μόνο δεν συμμορφώθηκαν στα νόμιμα αλλά αυθαιρέτως κατασκεύασαν τα συγκεκριμένα έργα. Κατόπιν όσων προεκτίθενται, έπρεπε να απορριφθούν η ένδικη κυρία παρέμβαση, οι αυτοτελείς περί ιδίας κυριότητος ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και οι περί παραγραφής και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος προβληθείσες ενστάσεις και να γίνουν δεκτές οι ασκηθείσες αγωγές των ήδη εκκαλούντων ως προς όλες τις, αντικειμενικώς σωρρευόμενες, βάσεις τους, ήτοι της παραγώγου και της πρωτοτύπου, δι' εκτάκτου και τακτικής χρησικτησίας, κτήσεως της κυριότητος στο σύνολό τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, με την εκκαλούμενη απόφαση, ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί είναι αναληθείς, απέρριψε τις αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες και έκανε δεκτή την κυρία παρέμβαση, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά τους βάσιμους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης. Εντεύθεν πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει τύποις και ουσία δεκτή. Να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο (άρθρα 522,535 παρ.1, του Κ.Πολ.Δ.). Να απορριφθεί η από 12-1-2005 (3912/2005) κυρία παρέμβαση παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη .... Να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 27.12.2003 (188219/11886/2003) αγωγή, να αναγνωρισθούν οι ασκήσαντες ενάγοντες συγκύριοι των επιδίκων, κατά τα δι' αυτής καταχθέντα προς κρίση ποσοστά, έναντι των εναγόμενων Δήμων ...... Να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 12.5.2005 (69615/4274/2005) αγωγή και να αναγνωρισθούν οι ασκήσαντες ενάγοντες συγκύριοι των επιδίκων, κατά τα δι' αυτής καταχθέντα προς κρίση ποσοστά, έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου .......". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη την από 12-10-2017 έφεση των εκκαλούντων, εξαφάνισε την 715/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί των από 27-12-2003 αγωγής, από 12-1-2005 κύριας παρέμβασης και από 12-5-2005 αγωγής και, αφού απέρριψε την ως άνω κυρία παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, την ένσταση αυτού περί παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων των ένδικων αγωγών ως μη νόμιμη, την ένσταση του ιδίου αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Δήμων περί καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγών ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμες τις αναγνωριστικές συγκυριότητας αγωγές των αρχικώς εναγόντων στη δικονομική θέση των οποίων υπεισήλθαν μετά των θάνατο ορισμένων εξ αυτών οι νόμιμοι κληρονόμοι τους οι οποίοι συνεχίζουν την δίκη. Ειδικότερα δε, το Εφετείο δέχθηκε ότι η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα επίδικα γεωτεμάχια ήταν ανέκαθεν γεωργούμενη, καλλιεργήσιμη ή χέρσα, χωρίς άγρια δασική βλάστηση, ότι τα επίδικα έφεραν το χαρακτήρα των γεωργούμενων ή βραχωδών εκτάσεων και ουδέποτε υπήρξαν δημόσια κτήματα, περιελθόντα στο Ελληνικό Δημόσιο με τις Συνθήκες από 9-7-1932 της Κων/πόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλιώς ως δάσος ή δασική έκταση, ή ως βοσκότοποι ή λιβάδια ή με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ότι στους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, Α. Ρ. και Β. Κ., μεταβιβάστηκε δυνάμει του ... νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου η κυριότητα ενός αγρού, κειμένου εκτός του σχεδίου της πόλεως των Αθηνών στη θέση "...", "εκ στρεμμάτων πεντήκοντα πλέον ή έλλατον καλλιεργήσιμον και ακαλλιέργητον με βουνό όσον τρέχουν τα νερά" στους Α. Ρ. και Β. Κ., ισομερώς και εξ αδιαιρέτου. Ότι το πραγματικό εμβαδόν του ως άνω ακινήτου ήταν 51 παλαιά στρέμματα καλλιεργήσιμης γης και 86 παλαιά στρέμματα βουνού, δηλονότι λοφώδους εδάφους. Ότι τα επίδικα γήπεδα προέρχονται από την πιο πάνω έκταση των Ρ. - Κ. (συμβόλαιο ...) καθώς και από τα κτήματα του Σ. Μ. (συμβόλαια ..., ..., ...) και το αναφερόμενο στο συμβολαίο ... που αφορά το 11 γεωτεμάχιο και - κατά επέκταση - τα 12, 13, 14 όμοια. Ότι σ'αυτά τόσο οι αρχαίοι προκτήτορες όσο και οι εκάστοτε επακολουθήσαντες, είτε υπεισελθόντες ως κληρονόμοι είτε ειδικοί διάδοχοι, ασκούσαν αδιάκοπα και αδιατάρακτα φυσική εξουσία, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη περισσότερο από τριάντα έτη έως το 1915, αλλά και μετά το 1915 διενεργώντας επί αυτών τις προσιδιάζουσες, στη φύση και τον προορισμό τους, εμφανείς υλικές πράξεις, με τις οποίες εκδήλωναν τη βούλησή τους να έχουν τα επίδικα δικά τους με την ειλικρινή- πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής τους δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου ούτε και του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι, μετά τη σταδιακή, ολοκληρωθείσα το έτος 1953, απόκτηση των επίμαχων γεωτεμαχίων από τους άμεσους δικαιοπαρόχους των εναγόντων Π. Σ. Φ., Γ. Λ. Σ. και Κ. Β. Θ., τα επίμαχα ακίνητα εξουσιάζονταν ενοποιημένα αποκλειστικά από τους τελευταίους, εν συνεχεία δε, από τους - διατηρήσαντες τα ίδια προσόντα - ανωτέρω, καθολικούς ή ειδικούς, διαδόχους τους ενάγοντες, οι οποίοι εξακολούθησαν με τους ίδιους όρους να τα εκμεταλλεύονται, ασκώντας σε αυτά, με την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητα και ήταν μοναδικοί συγκύριοι, όλες τις, εκδηλούσες την πεποίθησή τους, πράξεις που ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία της λατομικής τους επιχείρησης, όπως αναφέρονται, χωρίς μέχρι το 1984 να ενοχληθούν από κανένα ούτε και το Ελληνικό Δημόσιο. Ότι οι ενάγοντες με τον προαναφερόμενο τρόπο έγιναν συγκύριοι των επιδίκων κατά τ' αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, τα οποία ως ιδιωτική ιδιοκτησία κατέστησαν και μετά την 11/9/1915 δεκτικά μεταβίβασης με παράγωγο τρόπο, αλλά και χρησικτησίας μετά την ανωτέρω ημερομηνία, με την άσκηση από τους δικαιοπαρόχους τους επ'αυτών πράξεων νομής με καλή πίστη και διάνοια (συγ)κυρίων, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) όσο και μετά κατά τον Α.Κ με την άσκηση πράξεων νομής με διάνοια συγκυρίων επί είκοσι και πλέον έτη των αμέσων δικαιοπαρόχων τους συνυπολογίζοντας στο χρόνο της δικής τους ανεπίληπτης και ανενόχλητης νομής και τον χρόνο νομής των προαναφερόμενων άμεσων και απότερων δικαιοπαρόχων τους, μέχρι τον Ιανουάριο 1984 που ο Δήμος Υμηττού (ήδη Δάφνης- Υμηττού) και στις 20-4-1986 ο Δήμος Βύρωνα, εισήλθαν στις επίδικες εκτάσεις, διενεργώντας σ'αυτές παράνομες διακατοχικές πράξεις αποβάλλοντας τους ενάγοντες κατά τα αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας από αυτές. Ι. Επί της από 17-4-2021 αιτήσεως αναιρέσεως του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΑΦΝΗΣ -ΥΜΗΤΤΟΥ". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι ως προς το ουσιαστικό ζήτημα της κτήσεως από τους ενάγοντες συγκυριότητας των επιδίκων γεωτεμαχίων με παράγωγο τρόπο και αδιάκοπη σειρά τίτλων η προσβαλλομένη απόφαση Α) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το εμβαδόν της μεταβιβασθείσας έκτασης, διότι αφενός δέχθηκε ότι η μη αναφορά του εμβαδού του ακαλλιέργητου τμήματος της μεταβιβασθείσας έκτασης με το αρχικό υπ'αριθμ.... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο οφειλόταν στην έλλειψη της εμβαδομέτρησης του τμήματος αυτού "όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη" και στο ότι οι μεταβιβάζοντες δεν είχαν αντίληψη των μονάδων μέτρησης και γι'αυτό δεν έδιναν βαρύτητα στην έκταση των ακινήτων και αφετέρου δέχθηκε ότι στο προειρημένο συμβόλαιο οι συμβαλλόμενοι προσδιόρισαν το εμβαδόν του καλλιεργήσιμου τμήματος σε πενήντα (50) παλαιά στρέμματα και επομένως είχαν αντίληψη των μονάδων μέτρησης αφού ήταν σε θέση να προσδιορίσουν το εμβαδόν του καλλιεργήσιμου αγρού. Περαιτέρω, δε με το ίδιο σκέλος του λόγου αυτού, αιτιάται ο αναιρεσείων Δήμος, ότι με την αιτιολογία του το Εφετείο ότι ο κατά όρια προσδιορισμός είναι επικρατέστερος του κατά μέτρα προσδιορισμού, υπολαμβάνει ότι στο ως άνω αρχικό συμβόλαιο, η αναφερόμενη εμβαδομέτρηση αφορά ολόκληρη την μεταβιβασθείσα έκταση, Β) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως των επιδίκων εκτάσεων από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, διότι, ενώ δέχεται ότι οι επίδικες εκτάσεις δεν υπήρξαν δασικές ή δημόσιες, στη συνέχεια δέχεται ότι οι δικαιοπάροχοι αυτοί των εναγόντων ενέμοντο τις επίδικες εκτάσεις με διάνοια (συγ)κυρίων πέραν των τριάντα ετών πριν τις 11-9-1915, χρησικτησία που ισχύει στην περίπτωση κατάλυσης του δικαιώματος του δημοσίου επί δημοσίων εκτάσεων και όχι επί εκτάσεων μη δασικών, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο για τα επίδικα με την προσβαλλόμενη απόφασή του και Γ) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της συγκυριότητας των επιδίκων με παράγωγο τρόπο από τους αναφερόμενους στο υπ'αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο συμβληθέντες, ως καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των Α. Ρ. και Β. Κ., χωρίς να προκύπτει αναμφιβόλως ο τρόπος με τον οποίο αυτοί απέκτησαν συγκυριότητα επί του διανεμομένου ακινήτου. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι οι συμβαλλόμενοι στο προαναφερόμενο υπ'αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο είναι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του Α. Ρ. και Β. Κ.. Οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και του τέταρτου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέες, προεχόντως ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι, κατά τα επικαλούμενα στους λόγους αυτούς, πλήττεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του αναφερόμενου κτήματος, ενώ δεν πλήττεται η ως άνω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί κτήσεως της κυριότητας από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους των επιδίκων, τα οποία δεν ήταν δημόσια κτήματα, κατά το ΒΡΔ μετά το 1915 και κατά τον Α.Κ. με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά τα λοιπά με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού με το πρόσχημα των κατά τα ως άνω επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα όσα διαλαμβάνονται, για την θεμελίωσή του, συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτού εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτόν πορίσματος. Οι αιτιάσεις του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου είναι επίσης απορριπτέες προεχόντως ως αλυσιτελείς, στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η πλεοναστική αιτιολογία του Εφετείου περί κτήσεως της (συγ)κυριότητας επί των επιδίκων με χρησικτησία 30ετή μέχρι 11-9-1915 κατά το ΒΡΔ δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης, ενόψει της παραδοχής της, ότι τα επίδικα δεν συνιστούν δημόσια κτήματα, με συνέπεια την μη εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση των διατάξεων περί της καταλύσεως της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των επιδίκων με χρησικτησία 30ετή μέχρι 11-9-1915 κατά το ΒΡΔ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των διατάξεων του β.ρ.δ των ν. 45 και 69 παρ. 11 Πανδ. (21.2), ν. 42,65 παρ. 6 Βασ. (19.11), διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, αν και δέχθηκε ότι μεταξύ του κατά μέτρα προσδιορισμού και κατά όρια προσδιορισμού υφίσταται στον ειρημένο τίτλο (... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) διαφορά ως προς την έκταση, ώστε η κατά όρια περιγραφή του μεταβιβασθέντος με το συμβόλαιο αυτό ακινήτου να περιλαμβάνει έκταση μεγαλύτερης εκείνης που προσδιορίζεται σε μέτρα, στη συνέχεια έκρινε ότι υπερισχύει άνευ άλλου ο κατά όρια προσδιορισμός, χωρίς να εξετάσει αν συνάγεται από την επισκόπηση του συμβολαίου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στον κατά μέτρα προσδιορισμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι κατά τα επικαλούμενα πλήττεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του αναφερόμενου κτήματος, ενώ δεν πλήττεται η ως άνω στηρίζουσα επαρκώς το διατακτικό επάλληλη αιτιολογία περί κτήσεως της κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), σύμφωνα με όσα αναφέρονται αμέσως παραπάνω κατά την απόρριψη του πρώτου και τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου και του τέταρτου λόγου αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι η καλλιεργήσιμη έκταση που μεταβιβάσθηκε, ήταν όση περίπου και στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφεται και ότι η ακαλλιέργητη έκταση που μεταβιβάστηκε με το συμβόλαιο αυτό, δεν προσδιοριζόταν σε μέτρα αλλά προσδιοριζόταν τα όριά της. Περαιτέρω δε, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι συντάξαντες το από 5-6-1926 τοπογραφικό διάγραμμα υπολόγισαν το εμβαδόν της ακαλλιέργητης έκτασης, βάσει των ορίων που προσδιοριζόταν στο ως άνω συμβόλαιο και προσδιόρισαν την έκταση αυτή (ακαλλιέργητη) σε 86 παλαιά στρέμματα. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως προς το εμβαδόν της εκτάσεως που μεταβιβάσθηκε με αυτό για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η μεταβιβασθείσα έκταση με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στους δικαιοπαρόχους των συμβληθέντων στο 13978/9-7-1927 διανεμητήριο συμβόλαιο, από την οποία προέκυψαν οι επίδικες εκτάσεις, ανήρχετο σε 136 παλαιά στρέμματα. Όμως, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες διαλαμβάνεται το περιεχόμενο του πιο πάνω συμβολαίου (...), το Εφετείο στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, στις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει, στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναφέρονται ότι εκπονήθηκαν από τους νομίμως διορισθέντες πραγματογνώμονες και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το ως άνω συμβόλαιο, που κατά την κρίση του οδηγούσε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα μετά από ερμηνεία του αληθινού περιεχομένου του και όχι μετά από διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση αυτού. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος, το Εφετείο στα πλαίσια έρευνας του ισχυρισμού των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων Δήμων περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγών, διότι οι τελευταίοι είχαν κατασκευάσει στα επίδικα τμήματα που κατέλαβαν, τα θέατρα "Μελίνας Μερκούρη" και "Άννας Συνοδινού" δαπανώντας μεγάλα χρηματικά ποσά, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι "....όπως αποδεικνύεται ουδεμία παραχώρηση έχει λάβει χώρα από τους, κατά νόμο, δικαιούχους ενάγοντες ήδη εκκαλούντες. Οι προτάσσοντες Δήμοι γνώριζαν ότι υποχρεούνταν σύμφωνα με τις ανωτέρω Εισαγγελικές αποφάσεις να αποδώσουν τα και νυν επίδικα εδαφικά γεωτεμάχια στους ενάγοντες ήδη εκκαλούντες, εν τούτοις, όχι μόνο δεν συμμορφώθηκαν στα νόμιμα αλλά αυθαιρέτως κατασκεύασαν τα συγκεκριμένα έργα". Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι οι τυχόν επαχθείς συνέπειες εις βάρος των αναιρεσειόντων Δήμων που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, δεν οφείλονται σε προηγηθείσα παραχώρηση των επιδίκων από τους ενάγοντες, οι οποίοι αντιθέτως αντιτάχθηκαν στην αποβολή τους από τα επίδικα και προκάλεσαν τις ειρημένες εισαγγελικές αποφάσεις που διέτασσαν την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της αποβολής τους κατάσταση. Συνεπώς όσα αντίθετα επικαλείται ο αναιρεσείων Δήμος με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης του πρέπει να απορριφούν ως αβάσιμα. Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει η άνω από 17-4-2021 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Η αναίρεση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως προς το δέκατο ένατο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι δεν παρατίθεται σ'αυτήν κανένας λόγος που να το αφορά. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων πλην του δεκάτου εβδόμου (Π. Κ.), ο οποίος απολείπεται και δεν υπεβλήθη σε δικαστικά έξοδα, βαρύνει τον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, μειωμένη όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 σε συνδ. με άρθρο 285 του ν. 3852/2010 (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΙΙ. Επί της από 26-4-2021 αιτήσεως αναιρέσεως του Οργανισμού τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Βύρωνα". Με τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε Α) αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, ενώ δέχεται ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία υπεισελθόντες στη θέση των απώτερων δικαιοπαρόχων τους οι οποίοι είχαν αποκτήσει την κυριότητα επί της επίδικης αυτής έκτασης πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα έως τις 11-9-1915, χρησικτησία που ισχύει επί δημοσίων κτημάτων, στη συνέχεια δέχεται ότι τα επίδικα ακίνητα δεν αποτελούσαν ποτέ δημόσια κτήματα. Β) ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες α) ως προς τις εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί των επιδίκων τις οποίες ενεργούσαν αδιαλείπτως μέχρι τις 11-9-1915 οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, οι οποίες δεν προσδιορίζονται επακριβώς και β) ως προς τις μεταβιβαστικές πράξεις που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ανάγονται στην προ του 1915 χρονική περίοδο, οι οποίες καταλαμβάνουν τμήματα μόνο της επίδικης έκτασης. Γ) δεν στοιχειοθετείται αναμφίβολο πόρισμα ως προς το ότι τα γεωτεμάχια 40,41,42 (των ιδιωτικών οδών), αποτελούσαν τμήμα της επίδικης έκτασης, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η κυριότητα αυτών αποκτήθηκε το έτος 1973 και όχι όπως η υπόλοιπη επίδικη έκταση με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι τις 11-9-1915. Οι πρώτος ως προς το πρώτο σκέλος του και δεύτερος λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται παραπάνω κατά την απόρριψη του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης του Δήμου Δάφνης-Υμηττού. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται κατά την απόρριψη του πρώτου λόγου κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και κατά τον τέταρτο λόγο αναίρεσης του "Δήμου Δάφνης- Υμηττού". Ο τρίτος λόγος είναι επίσης απορριπτέος προεχόντως, ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί, είναι πλεοναστικές οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές, σχετικές με την κτήση κυριότητας επί των επιδίκων με χρησικτησία 30ετή μέχρι τις 11-9-1915, ενώ δεν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και συνίσταται στο ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Π. Φ., Γ. Σ. και Κ. Θ. ενέμοντο επί χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας τα προσδιοριζόμενα τμήματα της επίδικης έκτασης, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά αδιαλείπτως κατέχοντας αυτά με διάνοια κυρίων από το έτος 1953 και έτσι έγιναν κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το Α.Κ.. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι παραβίασε τις διατάξεις του του β.ρ.δ των ν. 45 και 69 παρ. 11 Πανδ. (21.2), ν. 42,65 παρ. 6 Βασ. (19.11), διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, αν και δέχθηκε ότι μεταξύ του κατά μέτρα προσδιορισμού και κατά όρια προσδιορισμού υφίσταται στον ειρημένο τίτλο (... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) διαφορά ως προς την έκταση ώστε η κατά όρια περιγραφή του μεταβιβασθέντος με το συμβόλαιο αυτό ακινήτου να περιλαμβάνει έκταση μεγαλύτερης εκείνης που προσδιορίζεται σε μέτρα, στη συνέχεια έκρινε ότι υπερισχύει άνευ άλλου ο κατά όρια προσδιορισμός, χωρίς να εξετάσει αν συνάγεται από την επισκόπηση του συμβολαίου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στον κατά μέτρα προσδιορισμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, σύμφωνα με αιτιολογία που παραπάνω αναφέρεται ως προς την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης του "Δήμου Δάφνης - Υμηττού", ο οποίος είναι ταυτόσημος με τον λόγο αυτό, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 369,1033,1192, 1194 και 1198 Α.Κ. ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με παράγωγο τρόπο, διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το εμβαδόν της μεταβιβασθείσας εκτάσεως, με το αρχικό υπ'αριθμ.... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο μεταβιβάστηκε έκταση "εκ στρεμμάτων πεντήκοντα πλέον ή έλλαττον καλλιεργήσιμον και ακαλλιέργητον..... τον αγρόν τούτον καλλιεργήσιμον και ακαλλιέργητον με βουνόν όσο τρέχουν τα νερά επώλησεν...". Ειδικότερα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε αφενός ότι η μη αναφορά του εμβαδού του ακαλλιέργητου τμήματος του ως άνω γεωτεμαχίου που μεταβιβάσθηκε με το πιο πάνω συμβόλαιο, οφειλόταν και στο ότι οι μεταβιβάζοντες δεν είχαν αντίληψη των μονάδων μέτρησης και αφετέρου στο προειρημένο συμβόλαιο οι συμβαλλόμενοι προσδιόρισαν το εμβαδόν του καλλιεργήσιμου τμήματος σε πενήντα στρέμματα. Επίσης, ότι η προσβαλλόμενη ενώ αρχικά δέχθηκε ότι το εμβαδόν του καλλιεργήσιμου τμήματος του ως άνω μεταβιβασθέντος γεωτεμαχίου με το ως άνω συμβόλαιο ήταν 50 στρέμματα, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η εμβαδομέτρηση των 50 παλαιών στρεμμάτων αφορά την καλλιεργήσιμη και ακαλλιέργητη έκταση. Ο λόγος αυτός ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν διέλαβε τέτοια παραδοχή ότι δηλαδή τα πενήντα παλαιά στρέμματα που αναφέρονται στο υπ'αριθμ.... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αφορούσαν την καλλιεργήσιμη και ακαλλιέργητη έκταση που μεταβιβάσθηκε με αυτό. Ως προς το πρώτο δε σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι κατά τα επικαλούμενα πλήττεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του αναφερόμενου κτήματος, ενώ δεν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία κατά το ΒΡΔ μετά το 1915 και κατά τον Α.Κ., που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως προς το εμβαδόν της εκτάσεως που μεταβιβάσθηκε με αυτό, για να καταλήξει ότι η μεταβιβασθείσα έκταση με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στους δικαιοπαρόχους των συμβληθέντων στο 13978/9-7-1927 διανεμητήριο συμβόλαιο, από την οποία προέκυψαν οι επίδικες εκτάσεις ανήρχετο σε 136 παλαιά στρέμματα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος σύμφωνα με τις αιτιολογίες που αναφέρονται πιο πάνω κατά την απόρριψη του τρίτου ταυτόσημου λόγου αναιρέσεως του "Δήμου Δάφνης -Υμητού". Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβαλλόμενοι στο 139/9-7-1927 διανεμητήριο συμβόλαιο είναι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι των Α. Ρ. Κ. και Β. Κ., χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής δεδομένου ότι με τα επικαλούμενα στο λόγο αυτό πλήττεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των επιδίκων γεωτεμαχίων, ενώ δεν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί κτήσεως της κυριότητας αυτών με έκτακτη χρησικτησία μετά το 1915 κατά το ΒΡΔ και τον Α.Κ., που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται κατά την απόρριψη του πρώτου και τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου και τέταρτου λόγου αναίρεσης του "Δήμου Δάφνης -Υμηττού". Τέλος, το Εφετείο στα πλαίσια έρευνας του ισχυρισμού των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων Δήμων περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγών, διότι οι τελευταίοι είχαν κατασκευάσει στα επίδικα τμήματα, τα θέατρα "Μελίνας Μερκούρη" και "Άννας Συνοδινού" δαπανώντας μεγάλα χρηματικά ποσά και περαιτέρω ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την εκ μέρους τους προσβολή του δικαιώματος των εναγόντων δημιουργώντας σ'αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν τα δικαιώματά τους, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι "....όπως αποδεικνύεται ουδεμία παραχώρηση έχει λάβει χώρα από τους, κατά νόμο, δικαιούχους ενάγοντες ήδη εκκαλούντες. Οι προτάσσοντες Δήμοι γνώριζαν ότι υποχρεούνταν σύμφωνα με τις ανωτέρω Εισαγγελικές αποφάσεις να αποδώσουν τα και νυν επίδικα εδαφικά γεωτεμάχια στους ενάγοντες ήδη εκκαλούντες, εν τούτοις, όχι μόνο δεν συμμορφώθηκαν στα νόμιμα αλλά αυθαιρέτως κατασκεύασαν τα συγκεκριμένα έργα". Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ., διότι μόνο η παρέλευση του αναφερόμενου χρονικού διαστήματος μέχρι την άσκηση από τους ενάγοντες της ένδικης αγωγής δεν καθιστά καταχρηστική την άσκησή της ενώ οι τυχόν επαχθείς συνέπειες εις βάρος των αναιρεσειόντων Δήμων που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, δεν οφείλονται σε προηγηθείσα παραχώρηση των επιδίκων από τους ενάγοντες, οι οποίοι αντιθέτως αντιτάχθηκαν στην αποβολή τους από τα επίδικα και προκάλεσαν τις ειρημένες εισαγγελικές αποφάσεις που διέτασσαν την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της αποβολής τους κατάσταση. Συνεπώς, ο σχετικός όγδοος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει η άνω από 26-4-2021 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς το δέκατο ένατο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον κανένας από τους προειρημένους λόγους αναίρεσης δεν αναφέρεται σ'αυτό. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, πλην του δεκάτου εβδόμου (Π. Κ.), ο οποίος απολείπεται και δεν υπεβλήθη σε δικαστικά έξοδα, βαρύνει τον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, μειωμένη όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 σε συνδ. με άρθρο 285 του ν. 3852/2010 και κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΙΙΙ. Επί της από 28-4-2021 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, α) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων από τους ενάγοντες τόσο παραγώγως με αδιάκοπη σειρά αλληλοδιαδόχων τίτλων όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία μέχρι το 1915 κατά το ΒΡΔ, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο τρόπος διαδοχής των Α. Ρ. και Β. Κ. από τα πρόσωπα που μετείχαν στην διανομή το έτος 1927 της εκτάσεως στην οποία εμπίπτουν και τα επίδικα γεωτεμάχια και κατέστησαν νόμιμοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ήδη δεκαοκτώ πρώτων αναιρεσιβλήτων και β) δεν διαλαμβάνονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά περί της συνδρομής στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων Δημητρίου Γεωργαντή, Α. Ρ. και Β. Κ. του στοιχείου της καλής πίστεως. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο, ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρως ορισμένη, ενέχουσα καθ' ευαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση την έννοια της καλής πίστης, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις με τους λόγους αυτούς είναι προεχόντως αλυσιτελείς. Τούτο δε διότι με τους λόγους αυτούς πλήττεται η πλεοναστική και μη στηρίζουσα το διατακτικό αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την επικαλουμένη κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων επί των επιδίκων γεωτεμαχίων με βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσεως με τριακονταετή χρησικτησία μέχρι 11-9-1915 κατά το ΒΡΔ, χωρίς όμως να πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί κτήσεως της κυριότητας από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τους ενάγοντες επί των επιδίκων ακινήτων, τα οποία δεν συνιστούν δημόσια κτήματα, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ΒΡΔ μετά το 1915 και κατά τον Α.Κ., που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 12-10-2013 τεχνική έκθεση του Δασολόγου Αλέξανδρου Ρήγα, σύμφωνα με την οποία οι επίδικες εκτάσεις φέρουν δασικό χαρακτήρα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι σ' αυτήν ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "... όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων οι εκατέρωθεν εισφερόμενες τεχνικές εκθέσεις...". Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση στην σελ. 30 αυτής, γίνεται ειδική μνεία της συγκεκριμένης από 12-10-2013 τεχνικής έκθεσης του Δασολόγου Αλέξανδρου Ρήγα. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την πιο πάνω τεχνική έκθεση, την οποία το αναιρεσείον επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως. Με τον τέταρτο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 998/1979. Η προσβαλλομένη απόφαση σχετικά με τον δασικό ή μη χαρακτήρα του επιδίκου δέχθηκε ότι τα επίδικα δεν είχαν ποτέ τον εδαφομορφολογικό χαρακτήρα του δάσους και ειδικότερα ότι, η συγκεκριμένη περιοχή ουδέποτε υπήρξε δάσος ή δασική έκταση, αλλά ήταν ανέκαθεν γεωργούμενη τοιαύτη, καλλιεργήσιμη ή χέρσα, χωρίς άγρια δασική βλάστηση. Κατά το χρονικό διάστημα 1937 έως 1960 τα επίδικα δεν είχαν μορφή δάσους ή δασικής έκτασης ούτε περικλείονται από δασικές εκτάσεις, αλλά σε επαφή με αυτά αναπτύσσεται ο οικιστικός ιστός των Δήμων Βύρωνος, Υμηττού και Ηλιουπόλεως. Ότι από το έτος 1875 τούτα είχαν το χαρακτήρα των γεωργούμενων ή βραχωδών εκτάσεων. Μόνη η χορτολειβαδική βλάστηση (ασφάκες, θυμάρια ή αγριόχορτα) δεν μπορεί, εν όψει των ανωτέρω, να τους προσδώσει δασική μορφή, εφόσον δεν περικλείονται από δάσος ή δασική έκταση, οπότε θα υπάγονταν στη δασική νομοθεσία, ως χορτολιβαδική έκταση, σύμφωνα με την § 3 (4) του άρθρου 3 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Ν. 998/1979 ούτε η ύπαρξη ισχνής δασικής βλάστησης (αραιών πρίνων) μπορεί να στοιχειοθετήσει δασικό οικοσύστημα. Από το 1927 στα επίδικα λειτουργούν λατομεία αδρανών υλικών οι Φ., Σ. και Θ. ή οι δικαιοδόχοι τους υπό την επωνυμία "Ε.". Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας των επιδίκων, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον εδαφικό χαρακτήρα αυτών, καθόσον αφενός δέχεται ότι οι επίδικες εκτάσεις δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθαν σ'αυτό ως βοσκότοποι ή λιβάδια, αφετέρου δε δέχεται ότι οι επίδικες εκτάσεις έφεραν χορτολιβαδική βλάστηση. Οι ως άνω αιτιολογίες όμως δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους ούτε συγκρούονται ούτε αλληλοαναιρούνται και τούτο διότι αναφέρονται σε διαφορετικά χρονικά σημεία και διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, κατά την πρώτη αιτιολογία δεν αποδείχθηκε ο χορτολιβαδικός χαρακτήρας των επιδίκων κατά τον χρόνο έναρξη ισχύος του πιο πάνω β. δ. 2/2-12-1833 και ως εκ τούτου δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως λιβάδι ή βοσκότοπος, ενώ με την δεύτερη αιτιολογία διευκρινίζεται ότι μόνη η χορτολιβαδική βλάστηση κατά το έτος 1937 (ασφάκες, θυμάρια, αγριόχορτα), δεν μπορεί να τους προσδώσει δασική μορφή, εφόσον δεν περικλείονται από δάσος ή δασική έκταση, οπότε θα υπάγονταν στη δασική νομοθεσία ως χορτολιβαδική έκταση κατ'άρθ. 3 παρ. 3 του ν. 998/1979. Με τον έκτο λόγο αναίρεση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβιάσης των διατάξεων της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και στο Πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", καθώς και στα Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 του Λονδίνου, σχετικά με τον ισχυρισμό ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του δυνάμει των ως άνω συνθηκών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Ελληνικό Δημόσιο με το πρόσχημα της κατά τα ως άνω επικαλούμενης παράβασης πλήττει, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για την θεμελίωσή του λόγου αυτού, συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτού εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτό πορίσματος. Με τον έβδομο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη φύση των επιδίκων επί των οποίων οι αρχικοί δικαιοπάροχοι των εναγόντων ενεργούσαν τις αναφερόμενες εμφανείς υλικές πράξεις νομής αδιαλείπτως μέχρι τις 11-9-1915, ώστε να διακριβωθεί εάν οι διαλαμβανόμενες πράξεις νομής προσιδιάζουν σ'αυτές και ήταν ικανές να προσπορίσουν στους εν λόγω δικαιοπαρόχους κυριότητα. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι τα επίδικα δεν συνιστούν δημόσια κτήματα μη συντρεχόντων εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση των διατάξεων περί της καταλύσεως της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των επιδίκων με χρησικτησία 30ετή μέχρι 11-9-1915 κατά το ΒΡΔ, είναι, δε, πλεοναστικές παραδοχές και δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης, οι διαλαμβανόμενες σ' αυτήν, σχετικές με την κτήση κυριότητας επί των επιδίκων, με χρησικτησία 30ετή μέχρι τις 11-9-1915. Με τον όγδοο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων από τους ενάγοντες, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε ενδοιαστικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ώστε να μην προκύπτει σαφώς εάν οι ενάγοντες απέκτησαν κυριότητα παραγώγως και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Α.Κ. λόγω του μη δημόσιου χαρακτήρα των επιδίκων εκτάσεων ή εάν απέκτησαν την κυριότητα αυτών με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες επιτρέπουν την κτήση κυριότητας και επί δημοσίων κτημάτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα επίδικα δεν ήταν δημόσια κτήματα και οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και οι ενάγοντες έγιναν κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία κατά το ΒΡΔ μετά το 1915 και κατά τον Α.Κ., παραδοχές που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι πλεοναστικές και δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης, οι διαλαμβανόμενες σ' αυτήν, σχετικές με την κτήση κυριότητας επί των επιδίκων, από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με τριακονταετή χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 28-4-2021 ως άνω αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου. Τέλος, στο αναιρεσείον που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: Α) την από 17-4-2021 αίτηση αναίρεσης του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΑΦΝΗΣ- ΥΜΗΤΤΟΥ", Β) την από 26-4-2021 αίτηση αναίρεσης του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΥΡΩΝΑ" και Γ) την από 28-4-2021 αίτηση αναίρεσης του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ κατά της υπ'αριθμ. 4891/2020 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις αυτές. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πλην του δεκάτου εβδόμου (Π. Κ.) της από 17-4-2021 αίτησης αναίρεσης, εις βάρος του αναιρεσείοντος "Δήμου Δάφνης -Υμηττού", τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το δέκατο ένατο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τους υπόλοιπους. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πλην του δεκάτου εβδόμου (Π. Κ.) της από 26-4-2021 αίτησης αναίρεσης, εις βάρος του αναιρεσείοντος " Δήμου Βύρωνα", τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το δέκατο ένατο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τους υπόλοιπους. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πλην του δεκάτου εβδόμου (Π. Κ.) της από 28-4-2021 αίτησης αναίρεσης, εις βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ