Γ.Β Αριθμός 1589/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Λ. Μ. - Ι. του Λ., κατοίκου ………………. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μιστρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ" ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" και τον διακριτικό τίτλο "Ε.Φ.Κ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελευθερία Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεωργία Καπόρη κατέθεσε προτάσεις. Το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δερμιτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 6-12-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 11-5-2017 πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 947/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2097/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του πρώτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 558 εδ. α'Κ.Πολ.Δ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 80 και 81 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 680/2016). Πάντως αν η αίτηση αναίρεσης του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση για συζήτηση της αίτησης. Αν όμως η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή κηρύχθηκε (χωρίς να επαναληφθεί) απαράδεκτη η συζήτησή της, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις, η δε απεύθυνση κατ' αυτού της αίτησης αναίρεσης δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως κλήση για συζήτηση, αλλά αυτή (η αίτηση) απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 572/2022, ΑΠ 684/2018). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 1-11-2021 και με αριθ. κατάθεσης 9157/1127/22-11-2021 αίτηση της εκκαλούσας-ενάγουσας, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 2097/19-4-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αυτή στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου εναγομένου στην πρωτόδικη και εφεσίβλητου στην κατ' έφεση δίκη, ο οποίος ως διάδικος στην προσβαλλόμενη απόφαση νομιμοποιείται παθητικά για την παραδεκτή απεύθυνση κατ' αυτού της ένδικης αναίρεσης (άρθρα 558, 577 παρ.1 ΚΠολ), αλλά και κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου (ΕΦΚΑ) ο οποίος στον πρώτο βαθμό είχε την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του εναγομένου. Όπως, όμως, προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και στην κατ' έφεση δίκη η έφεση απευθύνθηκε κατ' αυτού, χωρίς να περιέχεται λόγος έφεσης σχετικός με την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει κάποια διάταξη για την πρόσθετη παρέμβαση. Επομένως, εφόσον το δεύτερο αναιρεσίβλητο δεν ήταν ούτε κατέστη κύριος διάδικος ούτε οι λόγοι αναίρεσης αφορούν και την παρέμβαση, η υπό κρίση αίτηση, η οποία κατά τα προεκτεθέντα δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως κλήση για συζήτηση, αφού η πρόσθετη παρέμβαση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου να συμψηφισθεί όμως στο σύνολο της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και του δευτέρου αναιρεσίβλητου διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, (άρθρα 179 περ. β' και 183 Κ.Πολ.Δ ). Ως προς τους λοιπούς διαδίκους η αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης απόφασης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-6-2019 και με αριθμό κατάθεσης 51071/4062/2019 έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε, έτσι, τη με αριθμό 947/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 10-1-2016 με αριθμό κατάθεσης 2967/85/2016 αγωγή κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 και 558 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 10-1-2016 με αριθμό κατάθεσης 2967/85/2016 αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι από τις 29-1-1980 προσλήφθηκε από το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΙΚΑ), καθολικός διάδοχος του οποίου για τον κλάδο υγείας είναι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ) με την ειδική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του Ν. 1204/1972, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα της γυναικολόγου- μαστολόγου στο "6° θεραπευτήριο ΙΚΑ Αθηνών, Αγία Μαρίνα", ότι στη συνέχεια με απόφαση του αρμοδίου Διευθυντή ανέλαβε από 13-10-1980 καθήκοντα υπευθύνου στο Διαγνωστικό Κέντρο Μαστού του ανωτέρω θεραπευτηρίου. Ότι, λόγω της κατ' εφαρμογή του ν. 1476/1984 τροποποίησης του καθεστώτος με το οποίο εργαζόταν, προσλήφθηκε εκ νέου από το ΙΚΑ και απασχολήθηκε δυνάμει των αναφερόμενων εξάμηνων συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στη θέση της Διευθύντριας του Κέντρου Μαστού του ανωτέρω θεραπευτηρίου από 10-12-1984 έως 9-6-1985 και από 10-6-1985 έως 9-12-1985. Ότι με τη με αριθμό Γ99/28.6.1985 απόφαση του Υποδιοικητή του ΙΚΑ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, κατατάχθηκε σε προσωρινή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην ίδια ως άνω θέση της διευθύντριας στο διαγνωστικό κέντρο μαστού του ως άνω θεραπευτηρίου. Ότι με την Φ05/20424/28.1.1986 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, κατά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της, όπως κρίθηκε με τη με αριθμό 1748/1987 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με τη με αριθμό 1431/3.8.1994 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετακινήθηκε στο περιφερειακό υποκατάστημα ΙΚΑ Αθηνών "κεντρικά ιατρεία" για να εργασθεί ως ιατρός γυναικολόγος. Ότι το ΙΚΑ ουδέποτε συμμορφώθηκε με τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, αλλά αντίθετα με τη με αριθμό Φ05/20424/13.2.1995 διαπιστωτική του πράξη αποφάσισε-διαπίστωσε την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας της αναδρομικά από την 8.4.1986 και ότι μετά την ακύρωση και αυτής της απόφασής του με τη 2242/1998 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με τις παρατιθέμενες στην αγωγή αποφάσεις του υποδιοικητή του, την τοποθέτησε διαδοχικά στις θέσεις που επίσης διαλαμβάνονται στην αγωγή, οι οποίες είτε ήσαν πολύ υποδεέστερες των προσόντων της^είτε ήσαν εκτός του γνωστικού της αντικειμένου. Ότι εν μέσω των ως άνω διαλαμβανόμενων στην αγωγή δικαστικών της αγώνων εξακολούθησε να απασχολείται στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχουσα προσωρινή θέση του ν. 1476/1984 και να αμείβεται από αυτό, μέχρι τις 27 Αυγούστου 2007, οπότε παραιτήθηκε, ενόψει της επικείμενης τότε για πρώτη φορά συμμετοχής της ως υποψήφιας βουλευτή στις εθνικές (βουλευτικές) εκλογές της 16.9.2007 και προκειμένου την 28.8.2007 να συμπεριληφθεί από το αρμόδιο Πρωτοδικείο Αθηνών στην ανακήρυξη των υποψηφίων βουλευτών του πολιτικού κόμματος που αναφέρει. Ότι μετά τη μη εκλογή της ως βουλευτή στις εν λόγω εκλογές, μέσα στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 18 παρ. 5 του ν. 1735/1987 υπέβαλε στη Διεύθυνση Υγειονομικού Προσωπικού του ΙΚΑ την από 12.10.2007 και με αριθμό πρωτ. 46120/15.10.2007 αίτησή της ζητώντας την επαναπρόσληψη και την αποκατάστασή της στη θέση που κατείχε πριν από την παραίτηση της, αιτούμενη, εναλλακτικά να θεωρηθεί ως μηδέποτε γενομένη η παραίτησή της, άλλως να ακυρωθεί λόγω ουσιώδους νομικής της πλάνης. Ότι, επειδή δεν έλαβε απάντηση επί της ως άνω αίτησής της, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της ως άνω παραίτησής της λόγω πλάνης. Ότι μετά την έκδοση της με αριθμό 1408/2010 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία ουδέποτε προσβλήθηκε από το ΙΚΑ και με την οποία κρίθηκε ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα δεν τελούσε σε πλάνη και ορθώς παραιτήθηκε, με τη με αριθμό πρωτ. 41374/13.10.2010 αίτησή της ζήτησε από το ΙΚΑ να αποκατασταθεί στη θέση της αναδρομικά από τις 15.10.2007, χωρίς να λάβει απάντηση, οπότε μετά την πάροδο τριμήνου άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αίτηση ακύρωσης, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 1000/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Ότι ένα έτος αργότερα με τη με αριθμό πρωτ. Γ05/33/9.9.2011 επιστολή του το ΙΚΑ απέρριψε την από 13.10.2010 αίτησή της ως εκπρόθεσμη και μετά από επανειλημμένες της οχλήσεις και αιτήσεις το Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.Ο.Π.Υ.Υ κατά τη με νόμιμη απαρτία συνεδρίαση No 52 της 1.8.2012, με την με αριθμό 537/1.8.2012 απόφασή του αποφάσισε ομόφωνα και ενέκρινε την άμεση επαναπρόσληψή της στο ΙΚΑ με αναδρομική ισχύ από το έτος 2007, πλην όμως, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ουδέν έπραξε για την ολοκλήρωση της επανατοποθέτησής της και την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας της. Με βάση το ιστορικό ζήτησε, όπως περιόρισε πρωτοδίκως το καταψηφιστικό αίτημα της ως άνω αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 129.471 ευρώ, άλλως το ποσό των 122.612 ευρώ, άλλως το ποσό των 128.576 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, για μισθούς υπερημερίας και μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012, που υπολόγισε σύμφωνα με την νομοθεσία που επικαλείται. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθμό 947/2019, απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 10-6-2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 51071/4062/2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση, επικυρωθείσας έτσι της πρωτόδικης απόφασης. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), κατά λέξη τα ακόλουθα: : "Η ενάγουσα προσλήφθηκε από το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ), καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ) με ειδική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του Ν. 1204/1972, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα της γυναικολόγου - μαστολόγου στο "6° θεραπευτήριο ΙΚΑ Αθηνών, Αγία Μαρίνα", ενώ ακολούθως με την υπ' αριθμ. 13499/13.10.1980 απόφαση του αρμοδίου Διοικητή του ΙΚΑ ανέλαβε από 13.10.1980 καθήκοντα υπευθύνου στο Διαγνωστικό Κέντρο Μαστού του ανωτέρω θεραπευτηρίου. Περαιτέρω σύμφωνα με τις υπ' αριθμ.Φ.06/20424/24.5.1984 και Φ.06/20424/247-1985 αποφάσεις του Διοικητή του ΙΚΑ, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1057/1980, προσλήφθηκε εκ νέου από το ΙΚΑ, λόγω τροποποίησης του καθεστώτος με το οποίο εργαζόταν και απασχολήθηκε δυνάμει εξάμηνων συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στη θέση της Διευθύντριας του Κέντρου Μαστού του ανωτέρω θεραπευτηρίου από 10.12.1984 έως 9.6.1985 και από 10-6-1985 έως 9.12.1985. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. Γ99/28.6.1985 απόφαση του Υποδιοικητή του ΙΚΑ και σε εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1476/1984 "Διορισμός σε μόνιμες θέσεις του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ και άλλες διατάξεις", εντάχθηκε από 4.7.1985 σε προσωρινή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσφέροντας τις υπηρεσίες της ως Διευθύντρια του ανωτέρω διαγνωστικού κέντρου έως την 28.1.1986, οπότε με την υπ' αριθμ. Φ05/20424/28.1.1986 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, μετακινήθηκε στα κεντρικά γραφεία του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αθηνών. Ακολούθως στις 27.8.2007 και ενώ η ενάγουσα εξακολουθούσε να συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, επιθυμώντας να συμμετέχει ως υποψήφια βουλευτής στις βουλευτικές εκλογές της 16-9-2007, κοινοποίησε στον Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών την από 24.8.2007 εξώδικη δήλωση, υποβάλλοντας την παραίτησή της από τη θέση της ως ιατρού- Διευθύντριας του Κέντρου Μαστού του ΙΚΑ, ενώ εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. Φ05/20424/14.9.2007 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Υγειονομικού Προσωπικού του ΙΚΑ καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας από την ανωτέρω ημερομηνία υποβολής της. Ακολούθως η ενάγουσα, η οποία δεν εξελέγη βουλευτής, υπέβαλε στις 15.10.2007 στη Διεύθυνση Υγειονομικού Προσωπικού του ΙΚΑ την από 12.10.2007 αίτηση- ανάκληση παραίτησης, δηλώνοντας ότι επιθυμεί την ανάκληση της παραίτησής της,επισημαίνοντας ότι η από 24.8.2007 εξώδικη δήλωση παραίτησής της υπεβλήθη συνεπεία ουσιώδους νομικής πλάνης, καθόσον δεν επεβάλλετο από την εκλογική νομοθεσία η παραίτησή της [...] και συνεπώς η δήλωση παραίτησής της δεν εμπεριείχε ουδεμία γνήσια βούληση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, αιτούμενη περαιτέρω να θεωρηθεί ως μηδέποτε γενομένη, άλλως ζητώντας την ακύρωσή της λόγω ουσιώδους πλάνης. Με την ανωτέρω όμως αίτησή της, η οποία υποβλήθηκε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριών μηνών από την ανακήρυξη των βουλευτών, που πραγματοποιήθηκε στις 24.9.2007, (ήτοι εντός του χρονικού διαστήματος από 25.9.2007 έως 27.12.2007), η ενάγουσα δεν επανήλθε αυτοδικαίως στην υπηρεσία της, όπως ισχυρίζεται, δοθέντος ότι με την αίτησή της αυτή δεν ζήτησε την επαναπρόσληψή της. Ακολούθως και κατόπιν ασκήσεως αγωγής της ενάγουσας κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με την οποία ζητούσε αφενός να ακυρωθεί λόγω πλάνης η ανωτέρω από 27.8.2007 δήλωση παραίτησής της και αφετέρου να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, εκδόθηκε η υττ' αριθμ 1408/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, αφού έκρινε ότι η δήλωση παραίτησης της ενάγουσας δεν μπορούσε να ακυρωθεί λόγω πλάνης, διότι κατά την υποβολή της η ενάγουσα δεν είχε εσφαλμένη γνώση της πραγματικής κατάστασης/ αφού η παραίτησή της από την θέση εργασίας της ήταν απαραίτητη για τη συμμετοχή της στις βουλευτικές εκλογές στις 16.9.2007. Περαιτέρω και ενώ το εναγόμενο δεν απάντησε επί της αρχικής από 12.10.2007 αιτήσεως της ενάγουσας, αφού δεν ζήτησε την επαναπρόσληψή της, η τελευταία υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. 41374/13.10.2010 αίτησή της στη Διεύθυνση Υγειονομικού Προσωπικού του ΙΚΑ, αιτούμενη την επαναπρόσληψή της στη θέση της ως ιατρού του IKA-ETAM, θεωρώντας ότι έχει επανέλθει αυτοδικαίως στην υπηρεσία της από το χρόνο υποβολής της πρώτης αίτησή της. ήτοι από 15.10.2007. Ακολούθως με την με αριθμ. πρωτ. Γ05/ 33/ 9. 9. 2011 επιστολή του ΙΚΑ, απορρίφθηκε η ανωτέρω αίτηση της ενάγουσας ως εκπρόθεσμη. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι η ανωτέρω αίτηση της ενάγουσας νομίμως απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, δοθέντος ότι δεν υποβλήθηκε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριών μηνών από την ανακήρυξη των βουλευτών, που πραγματοποιήθηκε στις 24-9-2007, ήτοι από 25.9.2007 έως 27.12.2007, απορριπτομένων των σχετικών λόγων εφέσεως ως αβάσιμων". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή ποό εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι έχει τις αντιφατικές παραδοχές που παρατίθενται στο συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης. Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν η ουσιαστικού δικαίου διάταξη, η οποία κατά την αναιρεσείουσα εκ πλαγίου παραβιάσθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 και 2 του Π.Δ 96/2007 με τίτλο "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για εκλογή βουλευτών" "1. Η παραίτηση από την υπηρεσία και από τις θέσεις που σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 56 του Συντάγματος αποτελούν κώλυμα για την εκλογή στο αξίωμα του βουλευτή, είναι γραπτή και η επίδοσή της γίνεται με δικαστικό επιμελητή στον πρόεδρο του αρμοδίου για την ανακήρυξη των υποψηφίων δικαστηρίου, πριν από την ημέρα της ανακήρυξης αυτών. 2. Η παραίτηση που επιδόθηκε δεν ανακαλείται. Αυτή θεωρείται ότι έγινε αυτοδικαίως αποδεκτή με την επίδοσή της". Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 5 και 8 του Ν. 1735/1987, όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3231/2004 και η παρ. 8 αναριθμήθηκε σε 7 με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 12 του Ν. 3231/2004, "5. Δημόσιοι πολιτικοί υπάλληλοι, που παραιτούνται υποχρεωτικά σύμφωνα με την ισχύουσα εκλογική νομοθεσία, για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε οποιεσδήποτε εκλογές, εάν δεν εκλεγούν, επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία μετά την περάτωση της διαδικασίας ανακήρυξης των εκλεγομένων ή, εάν εκλεγούν, από τη λήξη της θητείας τους για οποιονδήποτε λόγο. Η επάνοδος συντελείται, αυτοδικαίως, με μόνη την υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στην υπηρεσία και στη θέση από την οποία είχε παραιτηθεί. Αν η υπηρεσία αυτή δεν υφίσταται κατά το χρόνο της επανόδου, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία (όπου έχουν μεταφερθεί οι υπάλληλοι της υπηρεσίας εκείνης. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών από την ανακήρυξη των βουλευτών ή από τη λήξη, για οποιονδήποτε λόγο, της θητείας τους. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο υπάλληλος επανέρχεται ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του. Τα παραπάνω πρόσωπα, μέχρι να εκλεγούν ή, εφόσον δεν εκλεγούν, μέχρι να επανέλθουν στην υπηρεσία τους, ασφαλίζονται για υγειονομική περίθαλψη στο φορέα ασφάλισης που ήσαν ασφαλισμένοι πριν την παραίτησή τους, καταβάλλοντος οι ίδιοι τις προβλεπόμενες εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη επί των αποδοχών που είχαν κατά το χρόνο της παραίτησής τους....8 (7). Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στους τακτικούς υπαλλήλους των ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α. καθώς και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α. που κατέχει οργανικές θέσεις.". Από των συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 30 παρ. 1 και 2 του π.δ. 96/2007 και 18 παρ. 5 και 8(7) του ν. 1735/1987 σαφώς συνάγεται ότι ο δημόσιος πολιτικός υπάλληλος, καθώς και ο υπάλληλος που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ και σε Ο.ΤΑ., ο οποίος παραιτείται υποχρεωτικά από την υπηρεσία του προκειμένου να λάβει μέρος σε βουλευτικές εκλογές, εφόσον δεν εκλεγεί, επανέρχεται στην ενεργό υπηρεσία μετά την περάτωση της διαδικασίας ανακήρυξης των εκλεγόμενων, η δε επάνοδος του συντελείται αυτοδικαίως με μόνη την υποβολή της σχετικής του αίτησης περί επανόδου του στην υπηρεσία και στη θέση από την οποία είχε παραιτηθεί, υπό την αναγκαία, όμως, προϋπόθεση η αίτησή του αυτή να υποβληθεί στην Υπηρεσία και στη θέση από την οποία παραιτήθηκε μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των τριών μηνών από την ανακήρυξη των βουλευτών (σχ. ΣτΕ 3983/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠοΛΔ του αναιρετικού ελέγχου ( ΑΠ 726/2020, ΑΠ 1321/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 20 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, επικαλούμενη τα εξής. Ότι ενώ από το κείμενο της από 12.10.2007 αίτησης - ανάκλησης παραίτησής της, το οποίο και κατά λέξη παραθέτει στο αναιρετήριο, καταφαίνεται η σαφής δήλωσή της για επαναφορά της στην υπηρεσιακή της θέση και ειδικότερα προκύπτει και αποδεικνύεται ότι με την ως άνω αίτησή της: α) ζήτησε ουσιαστικά και κύρια την επαναφορά της στην θέση εργασίας, την οποία κατείχε πριν από την παραίτησή της, β) διευκρίνισε ότι η παραίτησή της έγινε μόνο και μόνο προκειμένου να συμμετάσχει ως υποψήφια βουλευτής στις εκλογές της 16.9.2007 και γ) από την αίτησή της αυτή επαρκέστατα διευκρινίζονται και φαίνονται τα παραγωγικά της βούλησής της αίτια, ότι δηλαδή αυτή συντάχθηκε από το φόβο και την εσφαλμένη νομικά πεποίθησή της ότι εργαζόμενη στον αντίδικο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δεν καταλαμβανόταν από το άρθρο 30 του π.δ. 96/2007 και ότι, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση παραίτησής της και παραιτούμενη εξ αυτής δεν θα ήταν εφικτή η επαναφορά της στη θέση εργασίας της και δ) εξαιτίας του υποκειμενικού της αυτού αισθήματος φόβου, από το οποίο διακατεχόταν, ζήτησε επικουρικά την επαναφορά της στη θέση εργασίας της και την ακύρωση της ως άνω δήλωσης της βούλησής της, η προσβαλλόμενη απόφαση (α) παραβίασε το "οντολογικό περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου", το οποίο, αν και έπρεπε να δεχθεί ότι αποτελεί αίτηση επανόδου της αναιρεσείουσας στην Υπηρεσία λόγω της προηγηθείσας παραίτησής της, προκειμένου να εκτεθεί ως υποψήφια βουλευτής στις εκλογές της 16.9.2007, το παραμόρφωσε σε τέτοιο σημείο, ώστε να δεχθεί εξ αυτού τα τελείως αντίθετα με το περιεχόμενο του και ειδικότερα να δεχθεί ότι με την ως άνω αίτησή της η αναιρεσείουσα δεν ζήτησε την επαναπρόσληψή της και (β) έκρινε κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 18 του ν. 1735/1987, ότι η αίτησή της αυτή δεν υπάγεται στην έννοια της αίτησης επανόδου της αναιρεσείουσας στην Υπηρεσία και στη θέση εργασίας, την οποία κατείχε πριν από την παραίτησή της. Υπό το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος αυτού είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα δεν προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος^αναγόμενο στην ανάγνωση της ως άνω από 12.10.2007 αίτησης -ανάκλησης παραίτησης (σφάλμα ανάγνωσης) με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο κείμενο του ως άνω εγγράφου, αλλά προσάπτει το σφάλμα ότι το Εφετείο από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που κατ' αυτήν είναι ορθό. Επομένως, με τα ως άνω εκτιθέμενα στο πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, αλλά προσβάλλεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Περαιτέρω, υπό τις ήδη κατά λέξη εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και με το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 5 και 8(7) του ν. 1735/1987, όπως ισχύουν κατά τον ένδικο χρόνο, οι οποίες (διατάξεις) αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Τούτο διότι τα πραγματικά περιστατικά που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ότι, δηλαδή η ενάγουσα, η οποία συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου: (α) επιθυμώντας να συμμετάσχει ως υποψήφια βουλευτής στις βουλευτικές εκλογές της 16.9.2007, υπέβαλε νομότυπα την από 24.8.2007 εξώδικη δήλωση παραίτησής της από τη θέση της ως ιατρού -Διευθύντριας του Κέντρου Μαστού του ΙΚΑ, την οποία τότε κατείχε, (β) εν συνεχεία με τη με αριθμό Φ05/20424/14.9.2007 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Υγειονομικού Προσωπικού του ΙΚΑ η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου καταγγέλθηκε από την ημέρα της υποβολής της ως άνω παραίτησης, (γ) η ενάγουσα, η οποία δεν εκλέχθηκε βουλευτής, στις 15.10.2007 υπέβαλε στη Διεύθυνση Υγειονομικού του Προσωπικού του ΙΚΑ την από 12.10.2007 αίτηση -ανάκληση παραίτησης, με την οποία δήλωσε ότι επιθυμούσε την ανάκληση της παραίτησής της, επεσήμανε ότι η από 24.8.2007 εξώδικη δήλωση παραίτησής της δεν εμπεριείχε γνήσια βούληση καταγγελίας της σύμβασής της, καθόσον τούτο δεν επιβαλλόταν από την εκλογική νομοθεσία και ζήτησε η ως άνω παραίτησή της να θεωρηθεί ως μηδέποτε γενομένη, υπάγονται στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 5 και 8 (7) του ν. ν. 1735/1987, οι οποίες, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ρητά ορίζουν τις προϋποθέσεις επανόδου στην υπηρεσία και στη θέση που κατείχε του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ΝΠΔΔ, ο οποίος παραιτήθηκε προκειμένου να εκλεγεί βουλευτής, αλλά δεν εκλέχθηκε. Συνεπώς το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμο. Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ωστόσο, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλομΑΠ 2/2013, ΑΠ 240/2022, ΑΠ 416/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά τη διαπίστωσή του αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην πρώτη παραπάνω περίπτωση ή ότι προσέφυγε σ' αυτές, παρότι έκρινε τη δικαιοπραξία σαφή και πλήρη στη δεύτερη περίπτωση ή ότι εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις αρχές τις πραγματικές διαπιστώσεις του στην τρίτη περίπτωση (ΑΠ1575/2022, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1286/2021, ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 1350/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, αν ήθελε θεωρηθεί ότι ασαφώς δηλώθηκε εκ μέρους της η βούλησή της για την επαναφορά της στη θέση εργασίας που κατείχε πριν την παραίτησή της για τη συμμετοχή της στις εθνικές εκλογές ως βουλευτής, τότε είναι βέβαιο και δεδομένο ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 173 ΑΚ και η δήλωση της βούλησής της που απορρέει από την από 12.10.2007 αίτηση-ανάκληση παραίτησης, που κατέθεσε στις 15.10.2007 στο ΙΚΑ, ήταν η καθαρή διατύπωση της βούλησής της να επιστρέψει στη θέση εργασίας της, την οποία κατείχε πριν την ως άνω παραίτησή της, με συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα αντίθετα, να έχει προβεί σε εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του άρθρου 173 ΑΚ. Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, έχοντας το ως άνω περιεχόμενο ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα κενό ή αμφιβολία στη δήλωση βούλησης της αναιρεσείουσας, όπως αυτή εκφράζεται στην από 12.10.2007 αίτηση -ανάκληση παραίτησής της. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, καθότι, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με την από 12.10.2007 αίτηση -ανάκληση παραίτησης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν επανήλθε αυτοδικαίως στην υπηρεσία της, όπως ισχυρίζεται, δοθέντος ότι με την αίτησή της αυτή δεν ζήτησε την επαναπρόσληψή της (βλ. 6η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), εναργώς προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην αληθινή βούληση της ενάγουσας- αναιρεσείουσας, όπως αυτή διατυπώθηκε στην ως άνω από 12.10.2007 έγγραφη αίτηση -ανάκληση παραίτησής της και, επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά δεν προσέφυγε στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (και τελευταίο) αληθώς από τον αριθμό 8 (και όχι και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν απάντησε στους λόγους έφεσής της, με τους οποίους παραπονείτο ότι η πρωτόδικη απόφαση: α) δεν είχε λάβει υπόψη της ότι στο αντίδικο της είχε περιέλθει η δήλωση βούλησής της, όπως ορίζεται στο άρθρο 18 του ν. 1735/1987, σύμφωνα με τη με αριθμό 537/1.8.2012 απόφαση τούτου, την οποία "παρείδε" και δεν την αξιολόγησε σύμφωνα με το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, αν και με την ως άνω απόφαση έγινε απολύτως αποδεκτή η δήλωση βούλησής της για επάνοδο της στην Υπηρεσία του και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αντιδίκου της για την καταβολή σε αυτήν όλων των αναδρομικώς οφειλομένων της αποδοχών και β) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 873 ΑΚ και κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν δέχθηκε την ένδικη αγωγή της ως ερειδόμενη στο άρθρο 873 ΑΚ και δεν της επιδίκασε τους αιτηθέντες μισθούς υπερημερίας. Ως προς τις ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη με αριθμό 537/2012 απόφαση του πρώτου αναιρεσίβλητου την οποία, ως έγγραφο που περιέχει εξώδικη ομολογία (άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ), εκτίμησε ελεύθερα και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Δέχθηκε, όμως, ότι αποδείχθηκαν τα αντίθετα γεγονότα: (α) ότι η ενάγουσα -αναιρεσείουσα δεν επανήλθε αυτοδικαίως στην υπηρεσία της, δοθέντος ότι με την από 12.10.2007 αίτησή της δεν ζήτησε την επαναπρόσληψή της και (β) ότι η με αριθμό πρωτ. 41374/13.10.2010 αίτηση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας στη Διεύθυνση Υγειονομικού Προσωπικού του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, με την οποία ζητούσε την επαναπρόσληψή της στη θέση της ως ιατρού του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, απορρίφθηκε και ορθά ως εκπρόθεσμη με τη με αριθμ. πρωτ. Γ05/33/9.9.2011 επιστολή του ΙΚΑ. Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντιμετώπισε τον υπό το γράμμα (α) λόγο έφεσης και απέρριψε στην ουσία εκ του πράγματος τον διαλαμβανόμενο σε αυτόν ισχυρισμό της ενάγουσας-εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο (ισχυρισμό) μετά την έκδοση της ως άνω με αριθμό 537/1.8.2012 απόφασης του πρώτου εναγομένου - πρώτου εφεσίβλητου - πρώτου αναιρεσίβλητου επήλθαν οι από το άρθρο 18 παρ. 5 του ν. 1735/1987 τασσόμενες συνέπειες της αυτοδίκαιης επανόδου της στη θέση που κατείχε στην Υπηρεσία τούτου από το χρόνο που υπέβαλε την από 24.8.2007 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία παραιτήθηκε προκειμένου να συμμετάσχει ως υποψήφια βουλευτής στις βουλευτικές εκλογές της 16.9.2007. Περαιτέρω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της από 10.6.2019 και με αριθμό κατάθεσης 51071/4062/2019 έφεσης, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της δεν διαλαμβάνεται λόγος έφεσης κατά της εκκαλουμένης, με αριθμό 947/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που να αναφέρεται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 873 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, δεν είναι εφαρμοστέο στην ένδικη υπόθεση σύμφωνα με την ιστορική βάση της από 10.1.2016 αγωγής, που επίσης αναλυτικά εκτέθηκε κατά την επισκόπηση του δικογράφου της. Ως εκ τούτου, το Εφετείο, το οποίο δεν απάντησε σε μη διαλαμβανόμενο στο δικόγραφο της από 10.6.2019 έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας- αναιρεσίβλητης λόγο έφεσης, δεν έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ενόψει αυτών, ο τέταρτος (και τελευταίος) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι συνολικά αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 1.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 9157/1127/22.11.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2097/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου. Η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού του αιτήματος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία θα καθορισθούν μειωμένα, διότι το πρώτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 και ΚΥΑ 134423/1993). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 1.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 9157/1127/22.11.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 2097/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αναιρεσείουσας και του δεύτερου αναιρεσίβλητου. Απορρίπτει την από 1.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 9157/1127/22.11.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 2097/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 20323. Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ