Αριθμός 1645/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Ξ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματία Σωτηροπούλου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ξ. του Χ. και 2) Α. Ξ. του Χ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δανάη Αντωνοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 332/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 70/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) κατά της υπ' αριθμ. 332/2018 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο την απόδοση δανείου που, όπως ισχυρίστηκε, παρείχε σε ένα έκαστο εξ αυτών για την εξαγορά από μέρους τους των εταιρικών μεριδίων της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν.. Ξ. & Σία Ε.Ε., ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (OλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1088/2019). Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν το επιτρέπει και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1047/1992). Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν, αρχικώς με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το ν. 4842/2021, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013). Με τις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παράγραφο 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από την 01.01.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση" (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων"(άρθρο 424). Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ένατου άρθρου του ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογήν της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδάφ. β' και 24§1 εδάφ. α' του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενέργειας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας. Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 και 424 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με τον ν. 4335/2015 (από την 01.01.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος, που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 1980/2022, Α.Π.977/2020, Α.Π. 1208/2019). Επακολούθησε ο ν. 4842/2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1/1/2022 και ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα, ειδικότερα δε με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, και με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ ως ακολούθως: " Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν: α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421. Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με την διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β', όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10-12-2021, όρισε ότι οι διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις. Η ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 424 έγινε γιατί, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4842/2021 "η ισχύουσα ρύθμιση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ασφάλειας... με αποτέλεσμα οι διάδικοι να στερούνται ενός σημαντικού αποδεικτικού μέσου για κάποιο επουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα, όταν το δικαστήριο θεωρεί (ενν. λόγω αυτού) ότι η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη. Με την τροποποίηση δηλαδή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις, που κρίνονται ως επουσιώδεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η παράλειψη αναφοράς, στην επιδιδόμενη στον αντίδικό του προσκομίσαντος την ένορκη βεβαίωση κλήση, του επαγγέλματος του μέλλοντος να εξετασθεί μάρτυρα, ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή (ΑΠ 1905/2022). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 11 ν. 1157/1981: Ημέραι αργίας και ημιαργίας των δημοσίων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ορίζονται αι εξής: α) Ημέραι αργίας: Η Εθνική εορτή, η 28η Οκτωβρίου, η πρώτη του έτους, τα Θεοφάνεια, η των Τριών Ιεραρχών διά τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς, η Καθαρά Δευτέρα, η Μεγάλη Παρασκευή, το Μέγα Σάββατον, η Δευτέρα του Πάσχα, η 1η Μαΐου, η του Αγίου Πνεύματος (Δευτέρα της Πεντηκοστής), η της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η 17η Νοεμβρίου διά τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και τας Ανωτέρας Σχολάς, η πρώτη και δευτέρα ημέρα των Χριστουγέννων και άπασαι αι Κυριακαί." Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η Μεγάλη Παρασκευή συγκαταλέγεται στις ημέρες αργίας και, επομένως, δεν συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό των δύο εργασίμων που ο νόμος κατά τα όσα αναλύθηκαν απαιτεί για την έγκυρη λήψη ένορκης βεβαίωσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα τις υπ' αριθμόν ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Π. Ζ. και Π. Κ., οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Α. Σ., χωρίς να παρίσταται κατά τη λήψη αυτών ο αναιρεσείων, και τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, όπως και πρωτοδίκως, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ανταποδεικτικά προς απόκρουση της αγωγής του, μολονότι ο αναιρεσείων τόσο πρωτοδίκως, με την αντίκρουση των προτάσεων, όσο και ενώπιον του εφετείου, με σχετικό λόγο έφεσης ζήτησε να αναγνωριστεί το ανυπόστατο αυτών και να μην ληφθούν υπόψη για το σχηματισμό της ελάσσονος πρότασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού από την επικληθείσα και προσκομισθείσα από τους αναιρεσιβλήτους υπ' αριθμόν ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Χ. Σ., προέκυπτε ότι η επίδοση της κλήσης και γνωστοποίησης των μαρτύρων, για τη λήψη των βεβαιώσεων την 10.4.2018, ημέρα Τρίτη μετά το Πάσχα, έγινε την 4.4.2018, ημέρα Μεγάλη Τετάρτη προ του Πάσχα. Από την επισκόπηση της ως άνω έκθεσης επιδόσεως προκύπτει ότι η κλήση προς τον αναιρεσείοντα επιδόθηκε πράγματι την Μεγάλη Τετάρτη, ενώ οι πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Α. Σ., την 10.4.2018, ημέρα Τρίτη μετά το Πάσχα, δηλαδή χωρίς να μεσολαβούν δυο εργάσιμες ημέρες, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ενώ κατά τη λήψη αυτών δεν παρέστη ο αναιρεσείων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο έλαβε υπόψη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και τις πιο πάνω δύο ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητά μνημονεύει, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αναφέροντας "Από τις με αρ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Π. Ζ. και Π. Κ. ενώπιον της συμβ/φου Γιαννιτσών Α. Σ.-Ψ., οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων, κατόπιν σχετικής προς τούτο νομότυπης κλήτευσης του ενάγοντα (βλ. την με αρ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών Χ. Σ.) εντός της νόμιμης προσθεσμίας των δύο (2) εργασίμων ημερών κατ' άρθρο 422 παρ. ΚΠολΔ, απορριπτομένου του λόγου έφεσης ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη προθεσμία κλήτευσης 2 εργασίμων ημερών πριν την προσδιορισμένη ημερομηνία λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων καθόσον η Μεγάλη Παρασκευή είναι εργάσιμη ημέρα και προσμετράται στην προθεσμία, εφόσον και οι δημόσιες υπηρεσίες και τα εμπορικά καταστήματα λειτουργούν έστω και με μειωμένο ωράριο...". Επομένως, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, συνεκτιμώντας με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, με τη ρητή αναφορά μάλιστα στο σκεπτικό της μιας από αυτές. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη η επικαλούμενη κατά το δικόγραφο της αγωγής προφορική σύμβαση δανείου με δανειστή τον ενάγοντα και δανειζόμενους τους εναγόμενους. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται σε όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και ιδίως στην προαναφερθείσα προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εναγομένους ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Ζ., υπαλλήλου της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας ήδη από το έτος 2008 του οποίου η κατάθεση κρίνεται σαφής και αξιόπιστη. Σύμφωνα δε με την ως άνω ένορκη βεβαίωση "... Ούτε ένα ευρώ δεν δανείστηκαν από τον Π. Ξ. ο Ν. και ο Α. και αυτό μπορώ να το επιβεβαιώσω με ασφάλεια γιατί μπροστά μου στο μαγαζί όπου έχει έδρα η εταιρία και όπου ο ίδιος εργαζόμουν, έδωσαν τα χρήματα της προκαταβολής για να τα πάει ο Π. στον Π. και στον Κ., ενώ πολλές φορές έτυχε να είμαι μπροστά στις συνεννοήσεις για την καταβολή του ποσού που αναλογούσε στον καθένα όταν πλησίαζε η ημερομηνία που έπρεπε να πληρώσουν τις δόσεις για το υπόλοιπο ποσό της αγοράς..." Σε αντίθετη κρίση ουδόλως μπορεί να αχθεί το Δικαστήριο...". Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δέχθηκε ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο τις δύο αυτές ένορκες βεβαιώσεις, παρότι δεν είχε επιδοθεί η σχετική προς τον αναιρεσείοντα κλήση πριν από δύο εργάσιμες ημέρες, προσμετρώντας εσφαλμένα ως εργάσιμη ημέρα και την Μεγάλη Παρασκευή, η οποία όμως κατά το νόμο είναι αργία και, συνεπώς, θα έπρεπε να μη τις λάβει καθόλου υπόψη. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αρ.11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου μη επιτρεπομένου από το νόμο και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 70/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ