Αριθμός 1471/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη) Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Β. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γκιουγκή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 31427/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 762/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 §1 του Ν. 1882/1990 όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 §1 του Ν. 2523/1997 που ίσχυε πριν την νέα αντικατάστασή του από το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσία και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τουλάχιστον τεσσάρων (4) ετών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτομένους φόρους, εφ' όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφ' όσον το ποσό της οφειλής αυτής με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια δραχμές και γ)ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια ως άνω αιτία, εφ' όσον το ποσόν της οφειλής αυτής, με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμο στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) Η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που εβεβαιώθη, το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγομένη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ήδη κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου ήρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικατεστάθη η παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Περαιτέρω, κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών τα οποία εγεννήθησαν μετά την 1-1-2004 και ο οποίος πίνακας υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακος για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακος και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών. Τέλος με την παρ. 2 ίδιου άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω σε βαθμό πλημμελήματος διωκομένου ειδικού αδικήματος καθυστέρησης καταβολής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδ. α') και η υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδ. β'), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ.2 του Ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί έναρξης παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τέλεσης και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ, ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του Ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κ.λπ., διαλαμβάνει μόνο περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο (Ολ.ΑΠ 2/2011). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν το πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών 31427/2012 δικάσαντος κατ' έφεση τούτο, μετά από αναφορά των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθησαν τα εξής: "Η κατ/νη Α. Β. του Φ., υπήρξε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΕΡ Ανώνυμος Γενική Εργοληπτική Κατασκευαστική και Εμπορική Εταιρεία", με έδρα την Αθήνα, από την ίδρυσή της έως και την 16/9/2006, οπότε και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, ΤΑΕ, ΕΠΕ υπ. αρ. φ. 9534, η ανακοίνωση περί καταχωρήσεως στο Μ.Α.Ε. του με ημερ/νία 1/8/2006 πρακτικού του Δ.Σ. της παραπάνω εταιρείας, δυνάμει του οποίου παραιτήθηκε η κατ/νη από το Δ.Σ. και σ' αντικατάσταση αυτής ορίστηκε μέλος ο Η. Χ. του Λ.. Με το ίδιο πρακτικό χορηγήθηκαν δικ/τα εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας στον Πρόεδρο και Δ. Σύμβουλο αυτής Δ. Μ. του Ν. και της Ε. κάτοικο ... . Κατά το χρονικό διάστημα της θητείας της κατ/νης ως Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου της ανωτέρω εταιρείας, βεβαιώθηκαν σε βάρος της τελευταίας, από την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, όπως αυτά εξειδικεύονται κατ' είδος, ποσό, τρόπο καταβολής και χρόνο βεβαίωσης, στον πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ που διαλαμβάνεται παρακάτω, τα οποία ήταν καταβλητέα-ληξιπρόθεσμα, σε διάφορες ημερομηνίες, εντός του χρονικού διαστήματος από 30/6/2004 έως 30/10/2007, κατά τις σχετικές διακρίσεις του παρακάτω πίνακα χρεών. Δεδομένου ότι χρόνος τελέσεως του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (αρ. 25 ν. 1882/90) είναι ο χρόνος που αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κι όχι ο χρόνος βεβαίωσής τους από την αρμόδιο ΔΟΥ (Ολ.ΑΠ 2/2011 δημοσ. Στην Η.Τ.Ν.Π. "ΝΟΜΟΣ") οι διαδικασίες βεβαίωσής τους δεν συναρτώνται με τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, ούτε ο χρόνος βεβαίωσης λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής ισχυουσών των κοινών διατάξεων του ποινικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 2/11 ό.π.). Ακολούθως, εν προκειμένω, τα επίδικα χρέη άρχονται ληξιπρόθεσμα από 30/6/2004 και συνεπώς ο χρόνος τελέσεως της αποδιδόμενης στην κατ/νη πράξης οριοθετείται από 30/10/2004, από την ισχύ του ν. 3220/2004 (ως εκ του χρόνου του ληξιπρόθεσμου και όχι της βεβαίωσης). Επομένως, ο πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός, ως και ο δεύτερος τούτος, απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατ/νη, υπό την παραπάνω ιδιότητά της, εκ προθέσεως δεν προέβη στην εξόφληση των επίδικων οφειλών προς το Δημόσιο μόνο, όμως, για το χρονικό διάστημα που ήταν Πρόεδρος και Διευθ. Σύμβουλος της παραπάνω εταιρείας, μετά την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από το χρόνο που αυτά έπρεπε να καταβληθούν, εκ συνολικού ποσού 703.201,10 €. Αναλυτικά, τα οφειλόμενα χρέη εξειδικεύονται, κατ' είδος, ποσό, πράξη και χρόνο βεβαίωσης, χρόνο καταβολής στον ακόλουθο πίνακα: [ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ]. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο ως προαναφέρθη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27 §1, 98 Π.Κ. και άρθρο 25 §1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 §1 Ν. 2523/1997 και ακολούθως με άρθρο 34 §1 ν. 3220/2004 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζεται στην απόφαση, σύμφωνα και με τους συνημμένους παρατιθέμενους στο σκεπτικό και στο διατακτικό πίνακες χρεών της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος των χρεών (φόροι, πρόστιμο επιβολής διοικητικών προστίμων, πρόστιμο Κ.Β.Σ., πρόστιμο Φ.Π.Α.) και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά εφάπαξ και σε μηνιαίες δόσεις και προσδιορίζονται κατά ημερομηνίες λήξεως, αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλ. ο χρόνος κατά τον οποίον αυτά ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαιώσεώς τους έπρεπε να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο σε δόσεις και εφάπαξ, αντίστοιχα. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το δικάσαν δικαστήριο έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη ως προς τα υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17 λόγω παραγραφής, διότι κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως "τα επίδικα χρέη με αύξοντα αριθμό 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17 ... βεβαιώθηκαν την 9-12-2003 και χρόνος τέλεσης ... μετά την παρέλευση τετραμήνου δηλ. υπό την ισχύν του Ν. 3220/2004 είναι η 9-4-2004 και έτσι, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το αδίκημα για τα χρέη του ως άνω πίνακα είχε παραγραφεί", είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως δεν είναι ο χρόνος βεβαιώσεώς των από την αρμόδια ΔΟΥ, όπως εσφαλμένως εκλαμβάνει η αναιρεσείουσα κατά τ' άνω εκτεθέντα, αλλά ο χρόνος συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από της (υποχρεώσεως) καταβολής του ληξιπροθέσμου χρέους, τα περί ων ο λόγος εδώ χρέη αρχίζουν ληξιπρόθεσμα από 30-6-2004 και συνεπώς ο χρόνος συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών τοποθετείται από 30-10-2004 ο οποίος είναι και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Συνεπώς δεν είχε παρέλθει οκταετία μέχρι της συζητήσεως στο δεύτερο βαθμό την 30-5-2012 και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως εξής τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής "(τα χρέη) τα οποία ήταν καταβλητέα-ληξιπρόθεσμα, σε διάφορες ημερομηνίες εντός του χρονικού διαστήματος από 30-6-2004 έως 30-10-2007 κατά τις σχετικές διακρίσεις του πίνακα χρεών ... Δεδομένου ότι χρόνος τελέσεως του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (αρ. 25 Ν. 1882/90) είναι ο χρόνος που αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και όχι ο χρόνος βεβαίωσής τους από την αρμόδια ΔΟΥ, οι διαδικασίες βεβαίωσής τους δεν συναρτώνται με τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, ούτε ο χρόνος βεβαιώσεως λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής ... και συνεπώς ο χρόνος τελέσεως της αποδιδομένης στην κατηγορουμένη πράξης οριοθετείται από 30-10-2004 ...", δηλαδή με πλήρη και επαρκή αιτιολογία. Επίσης ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών στο δημόσιο, γιατί ήταν μη νόμιμη η βεβαίωση αυτών το έτος 2003, αφού αυτά ήταν χρέη των ετών 1993 έως 1999 και συνεπώς βεβαιώθηκαν μετά την παρέλευση τριετίας από την ημερομηνία κατά την οποία αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαιώσεώς τους (αρ. 71 §1 του Ν. 542/1977) ορθώς απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση διότι η διαδικασία βεβαιώσεως ενός χρέους ως δημόσιου χρέους δεν συναρτάται με τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1999. Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και διατακτικού, η οποία καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 είναι αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της αποφάσεως προκύπτει, ότι τα χρέη υπό αύξοντες αριθμούς 1 έως 24 για τα οποία και μόνο το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη βεβαιώθηκαν όλα κατά το χρονικό διάστημα από 4-12-2003 μέχρι 2-11-2005 σε χρόνο δηλ. κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε την ιδιότητα της Προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας ΓΕΝΕΡ Ανώνυμη Εργοληπτική και κατά συνέπεια η ίδια κατέχει την ευθύνη για την καταβολή τους, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990. Επίσης η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι στην προκειμένη υπόθεση το Δικαστήριο δεν έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις του Ν. 3220/2004 που ισχύει από 1-1-2004, αλλά του προγενέστερου νόμου, εφόσον τα χρέη βεβαιώθηκαν το έτος 2003 είναι αβάσιμη, αφού χρόνος τελέσεως του αδικήματος που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα είναι εκείνος κατά τον οποίο το χρέος κατέστη απαιτητό και ληξιπρόθεσμο ως προαναφέρθη δηλ. στη προκειμένη περίπτωση το χρονικό διάστημα από 30-10-2004 και μετέπειτα. Τέλος η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι υπάρχει ασάφεια μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως διότι ενώ στο σκεπτικό αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα είναι αθώα για τα χρέη που βεβαιώθηκαν από 18-10-2006 έως 21-2-2008 εν τούτοις στο διατακτικό την κηρύσσει ένοχη για όλο το χρονικό διάστημα ήτοι μέχρι 21-8-2008. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι τούτο οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπάρχει απαλλακτική διάταξη για τα χρέη που βεβαιώθηκαν μετά την 18-10-2006 και κατά συνέπεια δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού, ως προς το χρονικό διάστημα που η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας από την απόφαση σχετικά με την ενοχή της και με την επικαλούμενη παραγραφή, καθώς και την μη εφαρμογή του Ν. 3220/2004 είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος, ετέρου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 §1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-6-2012 αίτηση της Α. Β. του Φ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 31427/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ