ΑΡΙΘΜΟΣ 260/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Χατζηδάκη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 5763/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Π. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 779/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να μνημονεύει, μεταξύ άλλων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης και το άρθρο του ποινικού νόμου, το οποίο προβλέπει την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Αντίθετα, η κλήση, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, δεν απαιτείται να περιέχει τα ανωτέρω, αλλά αρκεί να παραπέμπει στο παραπεμπτικό βούλευμα, στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία αυτά. Κατά τα λοιπά, η κλήση πρέπει να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα. Αν η κλήση δεν περιέχει και τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως, αυτή είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική, σε τελευταίο βαθμό απόφαση, αλλιώς καλύπτεται. Περαιτέρω, κατά την παρ.5 του άνω άρθρου η έλλειψη στοιχείου του κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης αποδεικνύεται από το κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπό τους και σε έλλειψή τους από το αποδεικτικό επιδόσεως. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, ότι επήλθε σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, συνισταμένη στο ότι αν και το κοινοποιηθέν στον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 63/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί, έχει λειψές σελίδες και ειδικότερα λείπουν οι σελίδες 26, 27, 38, 39, 58 και 59 αυτού, με αποτέλεσμα η περιγραφή της κατηγορίας να καθίσταται ακατανόητη, πράγμα που ισοδυναμεί με έλλειψη ακριβούς καθορισμού της πράξης και το Δικαστήριο απέρριψε τη σχετική αυτή ένστασή του χωρίς αιτιολογία. Η ένσταση αυτή του κατηγορουμένου, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και απορρίφθηκε και στη συνέχεια διελήφθη στην έφεσή του ως λόγος έφεσης, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 5763/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο προβληθείς διά του συνηγόρου υπεράσπισης τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας της επίδοσης του υπ' αριθμ. 63/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί ως υπαίτιος των πράξεων της υπεξαγωγής εγγράφων, της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της απάτης στο Δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι το αντίγραφο του ανωτέρω βουλεύματος που επιδόθηκε σ' αυτόν ήταν ελλιπές και ότι ειδικότερα έλειπαν οι σελίδες 26, 27, 38, 39, 58 και 59 αυτού, ώστε να τίθεται θέμα μη ακριβούς καθορισμού των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και συνακόλουθα ακύρωσης της επίδοσης του βουλεύματος. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο σκεπτικό του όσον αφορά την ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, αφού δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε ότι έλλειπαν οι σελίδες 26, 27, 38, 39, 58 και 59 αυτού, ώστε να τίθεται θέμα μη ακριβούς καθορισμού των πράξεων για τις οποίες ο ήδη αναιρεσείων κατηγορείτο. Αλλά και αν ακόμη έλλειπαν οι πιο πάνω σελίδες, από την επιτρεπτή επισκόπηση του βουλεύματος προκύπτει ότι ο ακριβής καθορισμός των πράξεων για τις οποίες αυτός κατηγορείται περιγράφονται στο διατακτικό του βουλεύματος στις σελίδες 68 έως 75 που δεν συμπεριλαμβάνονται στις σελίδες που έλλειπαν, ενώ τα άρθρα του ποινικού νόμου που τις προβλέπουν αναφέρονται στη σελίδα 60 του άνω βουλεύματος, που επίσης, δεν συμπεριλαμβάνονται στις σελίδες που έλλειπαν, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι για το νομότυπο της επίδοσης του βουλεύματος αρκεί και η επίδοση αποσπάσματος αυτού. Όθεν οι εκ του άρθρου 510 παρ.1Β' και Δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, για σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε και έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του, ενώ είναι σε απόπειρα, όταν, παρά την προσκόμιση των απατηλών στοιχείων, το δικαστήριο δεν εκδίδει τέτοια απόφαση. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεώς της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας και εκείνες που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ. 682 επ. Κ.Πολ.Δ.) και στις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει κατά πιθανολόγηση των προβαλλομένων ισχυρισμών, συντελούμενη με οποιαδήποτε πρόσφορα αποδεικτικά μέσα. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης συνισταμένης στο ότι η πληττόμενη απόφαση δέχτηκε στο σκεπτικό της (στις σελίδες 13 στο τέλος αυτής και 14 στην αρχή) αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το σκοπό παραπλάνησης του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ως και ότι η πληττόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε καθόλου πώς προκλήθηκε η ιδιαίτερα μεγάλη ζημία στη μηνύτρια από τις συναλλαγματικές για τις οποίες δεν υφίσταντο οικονομικές αξιώσεις για τα ποσά που ενσωμάτωναν. Από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται το Δικαστήριο με την άνω απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "Με το υπ' αριθμ. .../30-11-1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Ορφανάκου - Αριστοτέλους, που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών, ο Ι. Δ. (εξετασθείς μάρτυς στην πρωτοβάθμια και στην παρούσα δίκη) μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στην πολιτικώς ενάγουσα Σ. Π. μία αυτοτελή, ανεξάρτητη και διηρημένη κατοικία, (μεζονέτα), αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πάνω από το ισόγειο όροφο, η οποία ανεγέρθηκε επί ακινήτου κείμενου εντός της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... στη θέση "Ανεμόμυλος", αντί συμφωνηθέντος τιμήματος, ύψους 17.000.000 δραχμών. Το εν λόγω τίμημα πιστώθηκε εξ ολοκλήρου κατά την κατάρτιση του συμβολαίου, συμφωνήθηκε δε να καταβληθεί τμηματικά σε τέσσερις δόσεις, ποσού 4.250.000 δραχμών εκάστη, καταβλητέες στις 5-2-1996 η πρώτη, στις 5-5-1996 η δεύτερη, στις 5-8-1996 η τρίτη και στις 5-11-1996 η τέταρτη. Για το εν λόγω τίμημα ο πωλητής του ακινήτου Ι. Δ. εξέδωσε την ημέρα κατάρτισης του συμβολαίου, δηλαδή στις 30-11-1995 δεκατέσσερις (14) συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν η αγοράστρια του ακινήτου Σ. Π. (βλ. το υπ' αριθμ. .../30-11-1995 συμβόλαιο). Την ίδια ημέρα και ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου ο κατηγορούμενος, Δ. Κ., σύζυγος τότε της πολιτικώς ενάγουσας, και ιατρός στο επάγγελμα, δήλωσε ότι το ανωτέρω τίμημα για την αγορά της κατοικίας προέρχεται εξ ολοκλήρου από χρήματα των γονέων της συζύγου του, χωρίς καμία οικονομική συμβολή από μέρους του και ότι δεν έχει καμία απαίτηση ή αξίωση κατά του ακινήτου αυτού, η εν λόγω δε δήλωση περιελήφθη στην υπ' αριθμ. .../30-11-1995 Πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και υπεγράφη από τον κατηγορούμενο (βλ. την υπ' αριθμ. .../30-11-1995 δήλωση). Η δήλωση αυτή ανταποκρινόταν στην αλήθεια, αφού πράγματι η οικία αγοράστηκε αποκλειστικά με χρήματα των γονέων της πολιτικώς ενάγουσας, υπογράφηκε δε από τον κατηγορούμενο με τη βούλησή του, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε ελάττωμα, και δεν αποτελούσε προϊόν εκβίασης. Όλες οι ανωτέρω συναλλαγματικές πληρώθηκαν κατά το χρόνο λήξεώς τους από την πολιτικώς ενάγουσα (βλ. αντίγραφα των συναλλαγματικών με την επ' αυτών βεβαίωση εξόφλησης του εκδότη τους Ι. Δ.), με χρήματα που της κατέβαλαν οι γονείς της, μετά δε και την αποπληρωμή του τιμήματος συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../17-3-1999 πράξη εξόφλησης και άρση διαλυτικής αίρεσης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Η έγγαμη συμβίωση του κατηγορουμένου και της πολιτικώς ενάγουσας εισήλθε σε περίοδο κρίσης και διασπάστηκε το Σεπτέμβριο του έτους 2005 με την αποχώρηση του κατηγορουμένου από τη συζυγική οικία, από την οποία διατάχθηκε και η μετοίκηση του με την υπ' αριθμ. 7255/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αντίθετων αιτήσεων των συζύγων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Στα πλαίσια της αντιδικίας που ανέκυψε μετά τη διάσπαση της συμβίωσης ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήγειρε αξίωση, κατ' άρθρο 1400 του ΑΚ, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. κατάθεσης 37502/2005 αίτησή του περί παροχής ασφάλειας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1402 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι για την αγορά της οικίας, η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την πολιτικώς ενάγουσα, είχε συνεισφέρει οικονομικά, τη δε συμμετοχή του προσδιόριζε σε ποσοστό 50,7% επί της αξίας της εν λόγω οικίας, ανερχόμενης, κατά το χρόνο γέννησης της περί αποκτημάτων αξίωσης, στο ποσό των 102.750,00 ευρώ. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής την 17-11-2005, επικαλέστηκε και προσκόμισε πέντε (5) συναλλαγματικές από τις δεκατέσσερις (14) που είχε εκδώσει στις 30-11-1995 ο πωλητής της οικίας Ι. Δ. και είχε αποδεχθεί αυθημερόν η πολιτικώς ενάγουσα, στις οποίες είχε συμπληρώσει εκ των υστέρων, μετά δηλαδή την πληρωμή τους, τα στοιχεία του στη θέση του τριτεγγυητή, θέτοντας επιπλέον και την υπογραφή του, ώστε να φαίνεται ότι τριτεγγυήθηκε υπέρ της αποδέκτριας, ενώ ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία με τους λοιπούς υπογραφείς των συναλλαγματικών και ούτε ο εκδότης αυτών είχε αξιώσει εγγύηση για την πληρωμή τους. Τούτο, αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα από το ίδιο το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, στο οποίο περιγράφονται οι συναλλαγματικές καθ' όλα τα στοιχεία τους και στο οποίο ουδεμία μνεία περί τριτεγγύησης υπέρ της αποδέκτριας γίνεται, από την πειστική κατάθεση του πωλητή της οικίας, Ι. Δ., ο οποίος ανέφερε ότι δεν υπήρχε τριτεγγύηση σε καμία από τις δεκατέσσερις (14) συναλλαγματικές που εξέδωσε στις 30-11-1995 και αποδέχθηκε αυθημερόν η πολιτικώς ενάγουσα, αλλά και από την ίδια την υπ' αριθμ. .../30-11-1995 προαναφερόμενη δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Ορφανάκου - Αριστοτέλους, η οποία δεν θα συντασσόταν με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο, αν πράγματι ο κατηγορούμενος είχε τριτεγγυηθεί υπέρ της αποδέκτριας και είχε με τον τρόπο αυτό αναλάβει ευθύνη για την πληρωμή του τιμήματος της οικίας. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε και προσκόμισε πέντε (5) συναλλαγματικές, ποσού 3.000.000 δραχμών η πρώτη, 1.000.000 δραχμών κάθε μία από τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη και 1.250.000 δραχμών η πέμπτη, που εξέδωσε στις 30-11-1995 ο Ι. Δ. εις διαταγήν του ιδίου και αποδέχθηκε αυθημερόν η πολιτικώς ενάγουσα, λήξεως την 30-12-1995 η πρώτη και την 5-2-1996 οι λοιπές. Έτσι, χρησιμοποιώντας τις ανωτέρω πέντε (5) νοθευμένες συναλλαγματικές, δια της προσκομίσεώς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, παρέστησε ψευδώς με την κατοχή τους αλλά και με την αναγραφή των στοιχείων του ως τριτεγγυητή και την υπογραφή του στην αντίστοιχη θέση ότι είχε αναλάβει εγκύρως υποχρέωση από τις συναλλαγματικές ως τριτεγγυητής και ότι με την ιδιότητα αυτή τις είχε εξοφλήσει, με σκοπό να ενισχύσει τον ισχυρισμό του ότι είχε συνεισφέρει οικονομικά στην απόκτηση της οικίας, ενώ το αληθές ήταν ότι ουδέν συνεισέφερε, αφού αυτή αγοράσθηκε αποκλειστικά με την οικονομική συμβολή των γονέων της πολιτικώς ενάγουσας. Τις συναλλαγματικές δε αυτές, των οποίων δεν ήταν κύριος, και τις οποίες νόθευσε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν αποδείχθηκε ότι είχε αφαιρέσει λάθρα από την κατοχή της πολιτικώς ενάγουσας, σε μη εξακριβωθείσα ημέρα του χρονικού διαστήματος από αρχές Μαΐου 2005 έως 27-9-2005, κατά το οποίο είχε δυνατότητα πρόσβασης στην οικία, με σκοπό να βλάψει την πολιτικώς ενάγουσα, η οποία έχοντας πληρώσει τις συναλλαγματικές είχε καταστεί κυρία τους. Μόλις η τελευταία, με αφορμή την προαναφερόμενη δίκη, αντιλήφθηκε την αφαίρεση των ανωτέρω πέντε (5) νοθευμένων συναλλαγματικών, άσκησε σε βάρος του κατηγορουμένου την υπ' αριθμ. κατάθεσης 6793/18-4-2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής των πέντε (5) συναλλαγματικών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, την 16-6-2006, ο κατηγορούμενος, προσκόμισε μετ' επικλήσεως τις συναλλαγματικές αυτές, συνολικού ποσού 7.250.000 δραχμών και ήδη 21.276,60 ευρώ, με σκοπό να αποδείξει τους ισχυρισμούς του ότι υπέγραψε αυτές ως τριτεγγυητής και όχι να παραπλανήσει το Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου και να αποκομίσει ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο ότι νομίμως βρίσκονται στην κατοχή του, με δε την υπ' αριθμ. 4729/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του, έγινε δεκτή η αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας και διατάχθηκε η παράδοση σ' αυτήν των επίμαχων συναλλαγματικών. Το ίδιο δε έπραξε και στη δίκη περί αναστολής εκτέλεσης της ανωτέρω απόφασης, που ανοίχθηκε επί της αριθμ. κατάθεσης 10608/2006 αιτήσεώς του, όπου, συζητήσεως γενομένης την 7-7-2006, προσκόμισε μετ' επικλήσεως τις νοθευμένες συναλλαγματικές προκειμένου να παραπλανήσει τον Ειρηνοδίκη ως προς το ότι οι συναλλαγματικές βρίσκονται νομίμως στην κατοχή του και ότι είχε αναλάβει εγκύρως υποχρέωση υπογράφοντας ως τριτεγγυητής υπέρ της αποδέκτριας, παραπλάνησε δε το Δικαστή και τον έπεισε για την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η αίτησή του με την υπ' αριθμ. 5572/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και έτσι να προκληθεί ιδιαίτερα μεγάλη ζημία στην πολιτικώς ενάγουσα, η οποία δεν μπόρεσε να εκτελέσει την σε βάρος του εκδοθείσα υπ' αριθμ. 4729/2006 απόφαση. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων της υπεξαγωγής εγγράφων και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, ένοχος δε των αδικημάτων της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της τετελεσμένης απάτης στο Δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, κατ' εξακολούθηση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας." Στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της απάτης στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ανωτέρω κατηγορούμενο ένοχο του ότι : Στον κατωτέρω αναφερόμενο χρόνο με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Συγκεκριμένα σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από αρχές Μαΐου 2005 έως 27 Σεπτεμβρίου του έτους 2005, αλλά πάντως πριν την 17-11-2005 νόθευσε τις κατωτέρω αναφερόμενες, πέντε τον αριθμό, συναλλαγματικές, εκδόσεως του Ι. Δ., σε διαταγή του ιδίου, με αποδέκτρια την Σ. Π., συμπληρώνοντας, εκ των υστέρων, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο από τότε που πληρώθηκαν οι συναλλαγματικές, τα στοιχεία του στη θέση του τριτεγγυητή και θέτοντας την υπογραφή του, φερόμενος δήθεν ως τριτεγγυητής της αποδέκτριας, ενώ ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία με τους λοιπούς υπογραφείς των συναλλαγματικών, ούτε αξιώθηκε από τον εκδότη αυτών εγγύηση για την πληρωμή τους, ήτοι νόθευσε: α) συναλλαγματική, ποσού 3.000.000 δραχμών, που εξέδωσε την 30.11.1995, ο Ι. Δ., σε διαταγή του ιδίου και αποδέχθηκε αυθημερόν η Σ. Π., με ημερομηνία λήξεως την 30-12-1995 β) συναλλαγματική ποσού 1.000.000 δραχμών, που εξέδωσε την 30-11-1995, ο Ι. Δ. σε διαταγή του ιδίου και αποδέχθηκε αυθημερόν η Σ. Π., με ημερομηνία λήξεως την 5-2-1996, γ) συναλλαγματική, ποσού 1.000.000δρχ. που εξέδωσε την 30-11-1995 ο Ι. Δ., σε διαταγή του ιδίου και αποδέχθηκε αυθημερόν η Σ. Π., με ημερομηνία λήξεως την 5-2-1996, δ) συναλλαγματική ποσού 1.000.000 δραχμών, που εξέδωσε την 30-11-1995 ο Ι. Δ., σε διαταγή του ιδίου και αποδέχθηκε αυθημερόν η Σ. Π. με ημερομηνία λήξεως την 05.02.1996 και (ε)συναλλαγματική, ποσού 1.250.000 δραχμών, που εξέδωσε την 30.11.1995, ο Ι. Δ., σε διαταγή του ιδίου και αποδέχθηκε αυθημερόν η Σ. Π., με ημερομηνία λήξεως την 05.02.1996. Προέβη δε στη νόθευση των ανωτέρω συναλλαγματικών, που αφορούσαν μέρος του τιμήματος για την αγορά διώροφης οικίας στον ... από την πρώην σύζυγο του Σ. Π., κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, με σκοπό να παραπλανήσει τα αρμόδια δικαστήρια σχετικά με το ότι συνεισέφερε οικονομικά με τα ποσά των ανωτέρω συναλλαγματικών για την αγορά της εν λόγω οικίας, η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ούτως ώστε να θεμελιώσει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Στη συνέχεια, έκανε χρήση των νοθευμένων συναλλαγματικών, προσκομίζοντας αυτές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο της 17ης-11-2005, κατά την οποία συζητήθηκε αίτησή του για την παροχή ασφάλειας κατ' άρθρο 1402 ΑΚ, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο της 16ης.06.2006, κατά την οποία συζητήθηκε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής της Σ. Π. σε βάρος του καθώς επίσης και κατά τη δικάσιμο της 7ης-7-2006, οπότε συζητήθηκε αίτησή του για αναστολή εκτέλεσης αποφάσεως, σύμφωνα με τα κατωτέρω εκτιθέμενα. 3) Στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών. Η δε ζημία που προξενήθηκε από την ολοκληρωμένη πράξη του, είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα, στις 7-7-2006, σε δίκη ανοιγείσα κατόπιν ασκήσεως της με αριθμό εκθ. καταθ. 10608/2006 αιτήσεώς του αναστολής εκτελέσεως της με αριθμό 4729/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να παραπλανήσει τη δικαστή το Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς το οι ανωτέρω συναλλαγματικές νομίμως βρίσκονται στη νομή του και ότι θα ευδοκιμήσει η έφεση κατά της με αριθμό 4729/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε δεχθεί τα αντίθετα και είχε διατάξει την αφαίρεση των ανωτέρω συναλλαγματικών από τον ίδιο και την παράδοσή τους στην αντίδικό του, Σ. Π., κατά τη συζήτηση της αιτήσεως προσκόμισε μετ' επικλήσεως τις ανωτέρω νοθευμένες συναλλαγματικές, παριστάνοντας ψευδώς διά της κατοχής αυτών αλλά και βάσει της αναγραφής του ονόματός του επί των σωμάτων ως τριτεγγυητού, ότι είχε αναλάβει εγκύρως υποχρέωση- υπογράφοντας τις ανωτέρω συναλλαγματικές ως τριτεγγυητής υπέρ της αποδέκτριας, Σ. Π. και, ότι ως τριτεγγυητής τις είχε εξοφλήσει. Έπεισε δε με αυτόν τον τρόπο την Ειρηνοδίκη για την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του, και για το ότι θα ευδοκιμήσει η έφεση κατά της με αριθμό 4729/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα να κάνει δεκτή την προαναφερόμενη αίτησή του, με τη με αριθμό 5572/2006 απόφασή του και έτσι να προκληθεί ιδιαίτερα μεγάλη ζημία στην μηνύτρια, η οποία δεν μπόρεσε να εκτελέσει την σε βάρος του δικαστική απόφαση για να ανακτήσει τις επίμαχες συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 7.250.000 δρχ. ή 21.276,6 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές της άνω απόφασης, το δικαστήριο διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αντιφατικών αιτιολογιών από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι η φράση "το ίδιο δε έπραξε και στη δίκη περί αναστολής εκτέλεσης της ανωτέρω απόφασης που ανοίχτηκε επί της υπ' αριθ. καταθ. 10608/06 αιτήσεώς του ..." αναφέρεται στην επίκληση των νοθευμένων συναλλαγματικών και όχι ότι δεν είχε σκοπό να παραπλανήσει το δικαστή, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Εξάλλου η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το διατακτικό της απόφασης, αλλά και από το ίδιο το σκεπτικό όπου στη συνέχεια της ανωτέρω φράσεως αναφέρει ότι σκοπός του ήταν να παραπλανήσει τον ειρηνοδίκη κλπ. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές στην δίκη περί νομής προσκόμισε και αρκέστηκε στην επίδειξη των νοθευμένων συναλλαγματικών ως εναγόμενος ενώ στη δίκη περί αναστολής εκτελέσεως της επί της νομής απόφασης επικαλέστηκε και παραπλάνησε την ειρηνοδίκη ότι δήθεν είχε τριτεγγυηθεί την πληρωμή αυτών με την υπογραφή του και έτσι δεν υπάρχει κατά τούτο αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Ακόμη το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε αιτιολογία και για την ιδιαίτερα μεγάλη ζημιά που προκλήθηκε στη μηνύτρια, αφού ρητά αναφέρεται ότι με την έκδοση της 5572/ 2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δε μπόρεσε η μηνύτρια να εκτελέσει την σε βάρος του δικαστική απόφαση για να ανακτήσει τις επίμαχες συναλλαγματικές συνολικού ποσού 7.250.000 δραχμών ή 21.276,6 ευρώ, που ήταν αναμφισβήτητα ιδιαίτερα μεγάλο δοθέντος ότι περιουσιακή βλάβη νοείται και κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεώς της ως και η εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες ή η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου (ΑΠ 2051/2010). Όθεν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ' τρίτος λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου υπάρχει και όταν γίνεται παραβίαση αυτού εκ πλαγίου. Στην προκειμένη περίπτωση όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη στήριξε το δόλο για την πλαστογραφία στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1400 του ΑΚ, αφού η συμβολή του αναιρεσείοντος στην αύξηση της περιουσίας της μηνυτρίας τεκμαίρεται στο ένα τρίτο και επομένως δεν χρειαζόταν να πλαστογραφήσει τις επίδικες συναλλαγματικές, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το τεκμήριο εκ του άρθρου αυτού είναι μαχητό, ο δε υπόχρεος σύζυγος μπορεί να ανταποδείξει, ότι δεν υπήρχε καθόλου συμβολή ή ότι η συμβολή είναι μικρότερη του τεκμαιρομένου 1/3. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος είχε λόγο να προβεί στη νόθευση των επίδικων συναλλαγματικών και ορθώς το Δικαστήριο στήριξε το δόλο του και στη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, αλλά κυρίως στην κατάθεση του εκδότη των συναλλαγματικών Ι. Δ., ο οποίος κατέθεσε ρητώς ότι δεν υπήρχε τριτεγγύηση του κατηγορουμένου σε καμιά από τις επίδικες συναλλαγματικές, τις οποίες ο ίδιος εξέδωσε και αποδέχτηκε αυθημερόν η πολιτικώς ενάγουσα. Συνεπώς, ορθώς το Δικαστήριο ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1400 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΠΚ τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με αντιφατικές αιτιολογίες. Περαιτέρω, όσον αφορά την αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 98 ΠΚ, για το αδίκημα της απάτης καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ότι το αδίκημα αυτό τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, ενώ τον κατεδίκασε μόνο για μια πράξη που τελέστηκε στις 7-7-2006, τούτο οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Όθεν και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ τελευταίος λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παραστάσης ως πολιτικώς ενάγουσας και να επιβληθούν εις αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-5-2012 αίτηση του Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 5763/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παραστάσης ως πολιτικώς ενάγουσας Σ. Π., τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ