Αριθμός 1123/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλακάκι. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΡΙΤΑΣ Βιομηχανία Επεξεργασίας Ξύλου ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κάβουρα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 2-12-2008 αίτησή της και τους από 28-7-2010 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκε η 497/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 236/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 109/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 8-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, από τα άρθρα 669 § 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, και δη συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή επειδή αυτός διεκδίκησε νόμιμα, δικαστικά ή εξώδικα, τα δικαιώματά του. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεσθεί και ν' αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 § 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955, 1, 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως την σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής σύμβασης. Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι επιτρεπτή κατά το νόμο και επιφέρει την λύση της εργασιακής σύμβασης. Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής σύμβασης και άρση της υπερημερίας του (ΑΠ 497/2011), ελέγχεται, όμως, και αυτή με βάση το άρθ. 281 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (Α) Με την από 6-5-2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατ' εκτίμηση αυτής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, στρεφόμενος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) εξέθεσε, αναμιγνύοντας αποσπάσματα άλλων αγωγών του, δικαστικών αποφάσεων κ.λπ. ως ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, ότι προσελήφθη την 1-12-1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την (1η) εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί βιομηχανία επεξεργασίας ξύλου στην περιοχή της … προκειμένου να εργασθεί ως "διευθυντής στρατηγικού σχεδιασμού" και στην συνέχεια ως γενικός διευθυντής αυτής έναντι των αναφερομένων εκεί μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, ότι λόγω εμπλοκής φορτηγού αυτοκινήτου της εναγομένης σε τροχαίο ατύχημα την 13-4-2003 στη περιοχή των … που είχε ως συνέπεια τον θάνατο 21 μαθητών και τον τραυματισμό άλλων 33 ατόμων, αποδόθηκαν κατηγορίες, μεταξύ άλλων στελεχών της εναγομένης, και στον ενάγοντα, ο οποίος καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό σε κάθειρξη 13 ετών, ότι την 10-3-2005 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του που κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική με την 170/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά παραδοχή προηγούμενης αγωγής του, ότι την 7-4-2006 η εναγομένη του επέδωσε δεύτερη καταγγελία της σύμβασής του, η οποία είναι επίσης άκυρη (1) ως καταχρηστική, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, ειδικότερα δε ότι (α) ενόψει της κατ' έφεση εκδίκασης της υπόθεσης αυτής στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας (που είχε ορισθεί για την 15-3-2006 και αναβλήθηκε για την 15-11-2006) η εναγομένη του πρότεινε να υπάρξει "συμπόρευση", με όμοια προς την δική της για τους λοιπούς υπαλλήλους της, υπερασπιστική γραμμή, που είχε εκδηλωθεί στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου, εκφρασθείσα από τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του ενάγοντος υπαλλήλους της, έχοντας κύριο χαρακτηριστικό ότι ουδένα μάρτυρα από τους εργαζομένους στο εργοστάσιο του …πρότειναν (και ουδείς εξετάσθηκε) και επομένως το θέμα των φορτώσεων και της συσκευασίας των εμπορευμάτων εναπόκειτο στους πραγματογνώμονες (που πρότεινε η πλευρά της εναγομένης και των συγκατηγορουμένων του) με αποτέλεσμα να παραμένει ο ενάγων, ως Γενικός Διευθυντής της εναγομένης, ως ο μόνος που είχε σχέση με το αντικείμενο αυτό και ν' αφήνεται αναπόδεικτος ο αντίθετος υπερασπιστικός ισχυρισμός του, αφού δεν είχε την δυνατότητα να προτείνει και να προσαγάγει ως μάρτυρες εργαζομένους στο εργοστάσιο αυτό, αλλά και αν τους πρότεινε δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την εμφάνισή τους (β) το γεγονός αυτό εμπέδωσε την πεποίθησή του ότι η εναγομένη τον άφηνε ακάλυπτο στο ποινικό δικαστήριο, προφανώς διότι τούτο συνέφερε κάποια φυσικά πρόσωπα, άρα και συμπερασματικά (αα) οι διοικούντες την εναγομένη εταιρεία για να προφυλάξουν ποινικώς κάποια φυσικά πρόσωπα θυσίαζαν και αυτόν και τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα αυτής (ββ) συμπόρευση, κατά την εναγομένη, σήμαινε να δεχθεί να μην μπορεί ν' αποδείξει την έλλειψη σχέσης ή επιρροής στο συνδεόμενο με την δική του ευθύνη θέμα των φορτώσεων (γ) ο ενάγων, ο οποίος την υπεράσπισή του στην ποινική δίκη άσκησε χωρίς "καταγγελτικότητα" και αντιπαράθεση έναντι οποιουδήποτε συγκατηγορουμένου ή τρίτου και με σαφή τοποθέτηση ότι τα καθήκοντά του δεν είχαν σχέση με τις φορτώσεις και την συσκευασία των πωλουμένων και μεταφερομένων προϊόντων, συνάντησε την αντίδραση των διοικούντων την εναγομένη, ενόψει δε και της κατάθεσης ως μάρτυρος στο ΜΟΔ Βόλου της διευθύνουσας συμβούλου αυτής που είχε σαφή κατεύθυνση την ενοχοποίησή του, απέρριψε την ως άνω πρόταση της εναγομένης (δ) κατά συνέπεια λόγος της δεύτερης (επίδικης) από 7-4-2006 καταγγελίας είναι η εκδίκηση (μείζων της πρώτης) για τον λόγο ότι (αα) ενέμεινε στην ελεύθερη (μη δέσμια) υπεράσπιση και (ββ) απέκλεισε την οδηγούσα στην καταδίκη του "συμπόρευση", περαιτέρω δε από τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες και συνέπειες της πρώτης καταγγελίας καθίσταται "ακόμη πιο φανερό ότι η απόλυσή του και η πρώτη και η δεύτερη συνδέονται κυρίως και αποκλειστικώς με την θέση του να έχει δική του μη δέσμια υπεράσπιση...... και με την απόρριψη του αιτήματος για "συμπόρευση"" προδήλως με την μη κατηγορουμένη στην ποινική δίκη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, και ότι συνεπώς ο κύριος λόγος άσκησης της δεύτερης (επίμαχης) καταγγελίας είναι για να προβάλει η εναγομένη τον κατ' επίφαση ισχυρισμό ότι δικαιούται να μην εκτελέσει τα διαταχθέντα (ως προς την επαναπασχόλησή του και την εκπλήρωση των in natura υποχρεώσεών της) με την 170/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης σε σχέση με προηγούμενη αγωγή του που αφορούσε την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας, και (2) λόγω μη προσήκουσας καταβολής της οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης, ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών του, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε (i) ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 7-4-2006 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής, αλλά και λόγω μη προσήκουσας καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης (ii) να υποχρεωθεί η εναγομένη (α) ν' αποδέχεται την προσηκόντως προσφερομένη απ' αυτόν εργασία του κατά τους όρους της ακύρως καταγγελθείσας σύμβασης εργασίας του κ.λπ. και (β) να του καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Μάιο έως και τον Δεκέμβριο του 2006, επιδόματα αδείας και εορτών κ.λπ. Με την 28/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης η ένδικη αγωγή κρίθηκε νόμιμη κατά την κύρια βάση της για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ενάγοντος ως καταχρηστικής, έγινε στην συνέχεια δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς αυτήν και αναγνωρίσθηκε ότι η από 7-4-2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ως καταχρηστική, υποχρεώθηκε δε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 100.810 €, ενώ δεν ερευνήθηκε η επικουρική βάση της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας λόγω μη προσήκουσας καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης. (Β) Το Εφετείο Θράκης δικάζοντας την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό μετά από την άσκηση έφεσης της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης (ύστερ' από την αναίρεση της προηγουμένης 236/2008 απόφασής του - που επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση - με την 497/2011 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, αναιρετική απόφαση, κρίθηκε ότι δεν ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθ. 281 ΑΚ τα γενόμενα δεκτά από την αναιρεθείσα απόφαση πραγματικά περιστατικά ως καθιστώντα καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη την επίμαχη από 7-4-2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ως υποκινηθείσα από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο αυτού, δηλ. κατά σύνοψη αυτών μόνη η επιλογή αυτού για διαφορετική υπερασπιστική γραμμή στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, ενόψει και των επίσης γενομένων δεκτών από το δικαστήριο της ουσίας ότι η αντιδικία των διαδίκων σε σχέση με την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας δημιούργησε όξυνση, που δεν υπερέβη, όμως, κατά την ίδια απόφαση, τα θεμιτά όρια, διεξαχθείσα σε πνεύμα ευπρέπειας και με κοσμιότητα εκ μέρους του ενάγοντος, και δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι καθιστά, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, αδύνατη ή δυσχερή την περαιτέρω συνεργασία των μερών, δεν αποτελεί λόγο εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του ενάγοντος από την πλευρά των οργάνων της εναγομένης και το Εφετείο αρκέσθηκε - με την αναιρεσθείσα ως άνω απόφασή του - για τον χαρακτηρισμό της καταγγελίας ως καταχρηστικής και εντεύθεν άκυρης, κρίνοντας ότι αυτή υποκινήθηκε από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του ενάγοντος, στα ως άνω περιστατικά, τα οποία, όμως, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, που να δικαιολογεί την παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος) και ερευνώντας αυτεπάγγελτα, ως είχε εξουσία σύμφωνα με τα άρθ. 522, 525, 536 ΚΠολΔ, τη νομική βασιμότητα της αγωγής κατά την ως άνω κύρια βάση της για την ακυρότητα της επίμαχης καταγγελίας ως καταχρηστικής (μόνη ερευνηθείσα και γενομένη δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), εφόσον η αναιρεσίβλητη εναγομένη παρεπονείτο με την έφεσή της για την κατ' ουσίαν παραδοχή της και ζητούσε την απόρριψή της (ΑΠ 845/2011, 496/2010), έκρινε με την ήδη αναιρεσιβαλλομένη 109/2012 απόφασή του ότι η κρινόμενη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο (παρατιθέμενο κατά τα ουσιώδη σημεία του στην με αριθ. 5 σκέψη αυτής) και αιτήματα είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, "διότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ότι η εκ μέρους της εναγομένης από 7-4-2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υποκινήθηκε από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του, λόγω της επιλογής του για διαφορετική υπερασπιστική γραμμή στο Μικτό Εφετείο Λάρισας, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ", με βάση δε τις σκέψεις αυτές και κατά παραδοχή λόγων της έφεσης της αναιρεσίβλητης εναγομένης εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την σχετική διάταξή της κ.λπ., και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε (και εφάρμοσε) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, αν και με εν μέρει διαφορετικές και συνοπτικότερες νομικές σκέψεις, διότι τα εκτιθέμενα ως άνω στην ένδικη αγωγή περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία (και όχι τα γενόμενα δεκτά με την ενόλω αναιρεθείσα και απωλέσασα την ισχύ της προηγουμένη απόφασή του) κρίνεται η νομική βασιμότητα της αγωγής (πρβλ. άρθ. 216 § 1 ΚΠολΔ), δεν καθιστούσαν καταχρηστική την επίμαχη από 7-4-2006 καταγγελία. Πραγματικά, σύμφωνα με το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ως λόγος καταχρηστικότητας της καταγγελίας προβάλλεται, και μάλιστα σε περισσότερα σημεία αυτής, η εκδίκηση της εναγομένης έναντι του ενάγοντος λόγω της εμμονής αυτού, ενόψει της δίκης στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, σε δική του υπερασπιστική γραμμή και μη συμπόρευσή του με αυτήν των λοιπών κατηγορουμένων (για την οποία κρίθηκε δεσμευτικά με την ως άνω αναιρετική απόφαση ότι δεν αποτελεί λόγο εκδίκησης και καταχρηστικότητας εντεύθεν της καταγγελίας), όπως ρητά εκτίθεται ειδικότερα στις σελ. 29 "συνεπώς λόγος της δεύτερης απολύσεως (επίμαχης) είναι η εκδίκηση... α) για τον λόγο ότι ενέμεινα στην ελεύθερη (μη δέσμια) υπεράσπιση β) απέκλεισα την οδηγούσα στην καταδίκη μου συμπόρευση" και 31 "...η απόλυσή μου και η πρώτη και η δεύτερη συνδέονται κυρίως και αποκλειστικώς με την θέση μου να έχω δική μου μη δέσμια υπεράσπιση (η πρώτη) και με την απόρριψη το αιτήματος για "συμπόρευση"" της αγωγής, ο δε περαιτέρω (και αντιφατικά προβαλλόμενος) λόγος καταχρηστικότητας, ότι δηλ. κύριος λόγος άσκησης της δεύτερης αυτής καταγγελίας ήταν η αποφυγή συμμόρφωσης της εναγομένης προς την 170/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που είχε κρίνει άκυρη την προηγουμένη από 10-3-2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (και υποχρέωσε αυτήν ν' αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος με τους εκεί όρους, να καταβάλει σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας, να εξακολουθήσει να προβαίνει στις αναφερόμενες in natura παροχές κ.λπ.) δεν καθιστά την επίμαχη καταγγελία καταχρηστική και συνεπώς άκυρη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είναι επιτρεπτή και νόμιμη η δεύτερη (επικουρική) καταγγελία της αυτής σύμβασης εργασίας με σκοπό ακριβώς την άρση της υπερημερίας και γενικά των δυσμενών για τον εργοδότη συνεπειών από προηγούμενη άκυρη καταγγελία. Εξάλλου, οι προβαλλόμενοι με την αγωγή ως άνω λόγοι που δικαιολογούν, κατά τον ενάγοντα αναιρεσείοντα, την άρνησή του προς τήρηση ενιαίας υπερασπιστικής γραμμής και συμπόρευση με αυτήν των λοιπών κατηγορουμένων, ως οδηγούσα σε καταδίκη του, και προκάλεσαν, άρα, κατ' εκτίμηση των συναφών αγωγικών ισχυρισμών την καταγγελία ως εκδίκηση, αποτελούν, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, είτε υποθέσεις και συμπεράσματα του ενάγοντος, είτε ενέργειες και παραλείψεις τρίτων προσώπων ή και αυτού του ενάγοντος, της εναγομένης μη εχούσης, όπως και στην αγωγή εκτίθεται, και μη δυναμένης, άλλωστε, να έχει, την ιδιότητα της κατηγορουμένης στην ποινική δίκη. Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το συναφές σκέλος του, κατά ρητό και αποκλειστικό χαρακτηρισμό εκ μέρους του αναιρεσείοντος από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, ότι, ενώ με την 497/2011 αναιρετική απόφαση τα περιστατικά που κρίθηκαν ότι δεν καθιστούσαν την επίμαχη καταγγελία καταχρηστική με την έννοια του άρθ. 281 ΑΚ ήσαν τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα με την αναιρεθείσα απόφαση (236/2008), με την αναιρεσιβαλλομένη εκτιμήθηκαν μεν για την κρίση περί της νομικής βασιμότητας της αγωγής, τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, αλλά το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εσφαλμένα θεώρησε, σε σχέση με την δεσμευτικότητα της αναιρετικής απόφασης, ότι αυτή αναφέρεται στα προταθέντα από τον ενάγοντα με την ένδικη αγωγή (πλείονα) πραγματικά περιστατικά, πλημμέλεια, όμως, που σε κάθε περίπτωση δεν έχει έννομη επιρροή, καθόσον τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά (λόγοι) καταχρηστικότητας της καταγγελίας, αυτοτελώς λαμβανόμενα, δεν συνιστούν, όπως προαναφέρθηκε, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, ενώ εξάλλου ταυτίζονται κατά βάση με εκείνα που έγιναν δεκτά με την αναιρεθείσα απόφαση και κρίθηκαν με την αναιρετική ότι δεν συνιστούν τέτοια κατάχρηση. Ο αυτός λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθ. 281 ΑΚ είναι, βέβαια, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατυπώνει συναφές αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ 373/2012, 632/2011). ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 131/2012), με την έννοια δε αυτήν "πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης (ΑΠ 682/2010), εφόσον περιέχει τέτοιον αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 1/2011). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός, αν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2012, 1/2011). Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 374/2012), αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 537/2012). Eξάλλου κατά το άρθρο 5 § 3 εδ. α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται κατ' αρχήν, με την ρητή διάταξη του άρθρου 2 § 1 εδ α' του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημίωσης, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ. β' της άνω §1 του άρθρου 2 του ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς, ότι, εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική, και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, σε περίπτωση όμως άρνησης του μισθωτού να την εισπράξει, οφείλει ο εργοδότης να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει τη ακυρότητα. Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου στην προαναφερόμενη περίπτωση είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (ο ελάχιστος κατά κανόνα για τη συντέλεση των απαιτούμενων διατυπώσεων), και των συντρεχόντων σε κάθε περίπτωση περιστατικών, όπως συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία να δικαιολογεί την κατάθεση κ.λπ. (ΑΠ 105/2009, 98/2008). Με την δημόσια αυτή κατάθεση, όπως προκύπτει από τα άρθ. 427, 431 και 434 ΑΚ, της οφειλομένης χρηματικής παροχής επέρχεται απόσβεση της ενοχής, σαν να είχε γίνει, κατά τον χρόνο της κατάθεσης, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν την δημόσια κατάθεση και δη, μεταξύ άλλων, όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος σύμφωνα με το άρθ. 349 ΑΚ (ΑΠ 113/2012), εάν δηλ. δεν αποδέχεται την προσφερομένη παροχή, εφόσον η προσφορά είναι πραγματική και προσήκουσα, ήτοι η παροχή είναι κατά ποσότητα η οφειλομένη και προσφέρεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, τέτοιος δε τόπος είναι, όπως συνάγεται από τα άρθ. 320 - 322 ΑΚ, επί χρηματικής παροχής από σύμβαση εκείνος που έχει την κατοικία του ο δανειστής κατά τον χρόνο καταβολής ή την επαγγελματική του εγκατάσταση, αν η απαίτηση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματός του (ΑΠ 105/2009, 98/2008). Εξάλλου, η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας κατά τις γενικές διατάξεις των άρθ. 1 και 3 ν. 2112/1920 και 5 § 1 ν. 3198/1955 υπόκειται σε αναζήτηση κατ' άρθ. 904 ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η καταγγελία είναι άκυρη, εφόσον έχει γίνει από τον μισθωτό επίκληση της τασσομένης σχετικής υπέρ αυτού ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 424/2010, 1721/2008), προς την απαίτηση δε αυτή του εργοδότη επιτρεπτώς συμψηφίζεται κατ' άρθ. 440 επ. ΑΚ άλλη τυχόν απαίτηση του μισθωτού κατ' αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θράκης, ερευνώντας στην συνέχεια την μη εξετασθείσα από το Πρωτοδικείο επικουρική βάση της ένδικης αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος λόγω μη προσήκουσας καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, με την ως άνω αναιρεσιβαλλομένη 109/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία, που λειτουργεί και εκμεταλλεύεται στον … εργοστασιακή μονάδα επεξεργασίας ξύλου, την 1-12-1998 προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολήσει, έναντι των εκάστοτε συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών του, ως διευθυντή στρατηγικού σχεδιασμού, ενώ το 2000 τον προήγαγε σε γενικό διευθυντή της επιχείρησής της, προσαρμόζοντας ανάλογα και τις μηνιαίες αποδοχές του, ότι την 10-3-2005 η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την από 5-3-2005 εξώδικη δήλωση, με την οποία κατήγγειλε την μεταξύ τους ως άνω σύμβαση εργασίας καλώντας τον συγχρόνως να προσέλθει την επομένη στο λογιστήριό της προς είσπραξη της αποζημίωσης απόλυσης, ότι ο ενάγων αρνήθηκε να εισπράξει την αποζημίωσή του και με εξώδικη δήλωσή του επιδοθείσα στην εναγομένη την 16-3-2005 δήλωσε ότι η καταγγελία της σύμβασής του είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, γενομένη από εκδικητικότητα, και ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του, στην συνέχεια δε άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης την με αριθ. έκθ. κατ. 5452005 αγωγή του, γενομένη ήδη αμετάκλητα δεκτή με την 729/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης, ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας ως καταχρηστικής, οφειλομένης σε λόγους εκδίκησης, επειδή δεν αποδέχθηκε την εκ μέρους της εναγομένης βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, καθώς και την καταβολή μισθών υπερημερίας, ότι την 7-4-2006 η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την υπό την αυτή ημερομηνία εξώδικη δήλωση, με την οποία κατήγγειλε εκ νέου την μεταξύ τους σύμβαση, προσφέροντάς του ταυτόχρονα το υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, η δεύτερη δε αυτή καταγγελία έγινε από την εναγομένη με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός της από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό ν' αρθεί η υπερημερία, στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος από 11-3-2005, όπως κρίθηκε με την προναφερθείσα απόφαση, ότι η καταγγελία αυτή διελάμβανε ειδικότερα ότι "το οφειλόμενο σε σας ποσό αποζημίωσης ανέρχεται σε 29.579,20€, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις λόγω φόρου ύψους 1.915,84€ και επομένως η καθαρή αποζημίωση που δικαιούστε ανέρχεται στο ποσό των 27.663,36€. Ήδη σας έχει καταβληθεί με την άσκηση της από 11-3-2005 καταγγελίας το ποσό των 26.901,76€, αφαιρουμένων των νομίμων κρατήσεων λόγω φόρου ύψους 1.725,44€, το οποίο αφαιρούμε συμψηφιστικά από το άνω συνολικό οφειλόμενο ποσό και επομένως το υπολειπόμενο ποσό αποζημίωσης που δικαιούστε πλέον ανέρχεται στο ποσό των 761,60€, σας καλούμε να παραλάβετε τη συγκοινοποιουμένη …επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK ποσού 761,60€, σε διαταγή μας νομίμως οπισθογραφημένης. Σας δηλώνουμε ρητώς ότι, εάν αρνηθείτε να παραλάβετε την ανωτέρω επιταγή θα αναγκαστούμε εντός τριών (3) ημερών από της κοινοποιήσεως της παρούσας να καταθέσουμε το ως άνω ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το δε γραμμάτιο παρακαταθήκης στον Νικόλαο Δήμα, δικηγόρο Αθηνών, Σόλωνος 7, από τον οποίο μπορείτε να το παραλάβετε", ότι από την εξώδικη αυτή καταγγελία προκύπτει ότι στον ενάγοντα προσφέρθηκε ταυτόχρονα και πραγματικά αποζημίωση ποσού 27.663,36 € (το ύψος της οποίας δεν αμφισβητεί ο τελευταίος), ότι ειδικότερα (α) για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης για την πρώτη καταγγελία (10-3-2005) ο ενάγων εκλήθη να προσέλθει την επομένη της επίδοσης της εξώδικης δήλωσης στο λογιστήριο της εναγομένης (στον …όπου το εργοστάσιό της), που ήταν και ο προσήκων τόπος ως τόπος της εργασίας του για να την παραλάβει (β) ο ενάγων, όμως, δεν προσήλθε να παραλάβει την αποζημίωσή του, δηλώνοντας έτσι την άρνησή του και την 16-3-2005 επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη δήλωσή του, με την οποία της δήλωσε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική και ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του (γ) ακολούθως η εναγομένη, όπως όφειλε προέβη την 16-3-2005 σε δημόσια κατάθεση αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αλεξανδρούπολης, στην συνέχεια δε κατέθεσε το …/16-3-2005 γραμμάτιο παρακατάθεσης στον συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Θ. Δημητρόπουλο και επέδωσε την 27348/24-3-2005 πράξη κατάθεσης στον ενάγοντα την 29-3-2005 (δ) η παρακατάθεση της αποζημίωσης έγινε στον προσήκοντα τόπο, δηλ. στον τόπο εργασίας του ενάγοντος, καθόσον σύμφωνα με την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ο τόπος παροχής της εργασίας του ήταν το εργοστάσιο της εναγομένης στον … και οι μηνιαίες αποδοχές του καταβάλλονταν σε λογαριασμό καταθέσεων σε υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας Αλεξανδρούπολης, ενώ φέρεται και ως κάτοικος … επί της οδού ... στην από 8-12-1998 αναγγελία πρόσληψης και την από 13-10-2000 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης, αλλά και στο δικόγραφο της με αριθ. έκθ. κατ. 545/Ειδ.Μον/51/16-3-2005 αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά της εναγομένης, όπου προσθέτως φέρεται και ως ήδη διαμένων στη …(ε) η ανταπαίτηση της εναγομένης κατά του ενάγοντος από την αποζημίωση απόλυσης για την πρώτη καταγγελία (με έρεισμα το άρθ. 904 ΑΚ), μετά την αναγνώριση της ακυρότητάς της, ως ομοειδής και ληξιπρόθεσμη, νόμιμα προτάθηκε σε συμψηφισμό της ένδικης απαίτησης για την κατά το ν. 2112/1920 αποζημίωση απόλυσης, ενώ εξάλλου είναι πραγματική και προσήκουσα η προσφορά του υπολοίπου της αποζημίωσης με την συγκοινοποιηθείσα … τραπεζική επιταγή της ALPHA BANK ποσού 761,60€ σε διαταγή της εναγομένης και νομίμως οπισθογραφημένη, γίνεται δε ρητά μνεία ότι σε περίπτωση άρνησης του ενάγοντος να παραλάβει την ανωτέρω επιταγή η εναγομένη θα προβεί σε δημόσια κατάθεση με σύσταση παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καλουμένου αυτού σε λήψη του γραμματίου παρακαταθήκης από το γραφείο του δικηγόρου Αθηνών Νικ. Δήμα, ότι ενόψει των ανωτέρω η προσφορά της οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης ήταν πραγματική και προσήκουσα, ότι εφόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι νόμιμη και έγκυρη (τήρηση εγγράφου τύπου και πραγματική και προσήκουσα προσφορά της αποζημίωσης απόλυσης) επέφερε έκτοτε την λύση της εργασιακής σύμβασης και η εναγομένη δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση της για αναγνώριση της ακυρότητας της από 7-4-2006 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, λόγω μη προσήκουσας καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, και την καταβολή μισθών υπερημερίας κ.λπ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο (α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, η σχετική αιτίαση από τον οποίο επικεντρώνεται και αναφέρεται αποκλειστικά στην μη είσπραξη από τον ενάγοντα της παρακατεθείσας αποζημίωσης για την προηγουμένη καταγγελία (ώστε αυτή να είναι τυπικά έγκυρη) και την μη δημιουργία εντεύθεν υποχρέωσης αυτού και αντίστοιχης αξίωσης της εναγομένης προς επιστροφή της κατά τις διατάξεις των άρθ. 904 επ. ΑΚ (β) έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ενάγοντος (ότι δηλ. δεν εισέπραξε ποτέ το ποσό της, μη νομίμως, παρακατατεθείσας αποζημίωσης για την (1η) από 10-3-2005 καταγγελία, προσβληθείσα ως καταχρηστική απ' αυτόν, και επομένως δεν δημιουργήθηκε υποχρέωση αυτού προς επιστροφή της αποζημίωσης αυτής και αντίστοιχη ανταπαίτηση της αναιρεσίβλητης εναγομένης από αδικαιολόγητο πλουτισμό δυναμένη να προταθεί σε συμψηφισμό προς την απαίτησή του για την καταβολή αποζημίωσης για την επίμαχη από 7-4-2006 καταγγελία) τον οποίο (ισχυρισμό) απέρριψε με παραδοχές αντίθετες προς αυτόν, δεχθέν ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι η παρακατάθεση της αποζημίωσης για την 1η καταγγελία είχε τα αποτελέσματα εξόφλησης της σχετικής οφειλής της εναγομένης, και επομένως ο αυτός δεύτερος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ως προς το σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στό διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-6-2012 αίτηση του Δ. Χ. Χ. για αναίρεση της 109/2012 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ