Αριθμός 1890/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α3' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο-Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μ. Σ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Σοφιαλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)...." (πρώην "..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Ζ. Μ.-Κ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2)Κ. Α. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Λ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 3) Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2019 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. ... Πράξη του Προέδρου του Α2' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να-εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017). Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, η από 1-7-2019 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... Πράξη του Προέδρου του A3 Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναίρεσης, η οποία είχε συζητηθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14-3-2022 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χ. Τ.. Κατά την παρούσα δικάσιμο, η αναιρεσείουσα και η πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι διάδικοι παραστάθηκαν με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους και πρέπει να δικαστούν κατ' αντιμωλίαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 10514/28-12-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Λ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 1-7-2019 αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 1-3-2021 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, στη συνέχεια δε ορίστηκε μετ'αναβολή δικάσιμος η 19-4-2021 και εν τέλει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 2 ν. 4690/2020, οι οποίες γνωστοποιήθηκαν με ανάρτησή τους στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών των δικαστηρίων και σε άλλους οριζόμενους από το ως άνω άρθρο φορείς προς ενημέρωση των διαδίκων, η δικάσιμος της 14-3-2022 κατά την οποίαν η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο. Κατά τη σημερινή δικάσιμο, στην οποίαν επανασυζητήθηκε η υπόθεση, η τρίτη ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε παρά το ότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (βλ. την από 15-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π.). Επομένως, εφόσον η ως άνω δεν εμφανίστηκε στην τελευταία δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία της η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Υπόκειται προς κρίση η από 1-7-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου .... Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 27-9-2015 έφεση της πρώτης εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. ... οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία είχε απορρίψει την από 29-6-2009 αγωγή της πρώτης κατά της τρίτης εκεί εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και, αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και αναγνώρισε ότι η τρίτη εναγόμενη ευθύνεται εις ολόκληρον μετά των άλλων συνεναγομένων της στην ως άνω αγωγή, μη διαδίκων εδώ, και οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 170.526,91 ευρώ με βάση την εξωσυμβατική ευθύνη (άρθρο 914 επ. ΑΚ) καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της μόνον καθ'ο μέρος αφορούν την πρώτη αναιρεσίβλητη, καθόσον από το συνδυασμό των άρθρων 68, 74, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά των (απλών) ομοδίκων του, των οποίων η θέση στη δίκη είναι ανεξάρτητη των λοιπών, και ως προς τους οποίους είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα ομόδικο, που οδηγεί στη δημιουργία επιβλαβούς γι' αυτόν δεδικασμένου (ΟλΑΠ 24/1997, ΟλΑΠ 15/1996, ΑΠ 893/2018, 590/2016). Τέτοιου, όμως, είδους διάταξη επί περισσοτέρων που έχουν εναχθεί ως εις ολόκληρον οφειλέτες από ενδοσυμβατική ή και εξωσυμβατική ευθύνη, δεν είναι εκείνη με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προς ένα ή ορισμένους εξ αυτών, ενώ ως προς άλλο ή άλλους γίνεται δεκτή, αφού το δεδικασμένο που παράγεται από τέτοια διάταξη δεν ισχύει στις μεταξύ των ομοδίκων σχέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα και οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσίβλητη (έκτος και έβδομη εναγόμενοι) συνενήχθησαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη ως εις ολόκληρον οφειλέτες από την ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση, καθώς και λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης τους και συνεπώς ήταν αυτοί απλοί ομόδικοι (άρθρο 74 ΚΠολΔ) στη δίκη. Η αγωγή έγινε δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα και απορρίφθηκε ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσίβλητων. Έτσι, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθ'ο μέρος (με τους συναφείς λόγους της, έκτο και έβδομο εκ του άρθρου 559 αρ.11 και αρ.19) στρέφεται κατά των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσίβλητων, είναι απαράδεκτη, αφού απευθύνεται κατά απλών ομοδίκων της αναιρεσείουσας, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ των εν λόγω αναιρεσίβλητων και συγχρόνως βλαπτική σε βάρος της αναιρεσείουσας, τέτοια δε διάταξη δεν αποτελεί η απόρριψη της αγωγής ως προς αυτούς και η παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης ως προς την αναιρεσείουσα, καθόσον λείπει το έννομο συμφέρον της να επιδιώξει την αναίρεση της εν λόγω απόφασης κατά τις ρηθείσες απορριπτικές ως προς τους ομοδίκους του διατάξεις, αφού, όπως προεκτέθηκε, εξ αυτών δεν δημιουργείται επιβλαβές γι' αυτήν δεδικασμένο. Επομένως, η αναίρεση ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το βάσιμο ισχυρισμό του εκπροσωπηθέντος δεύτερου αναιρεσίβλητου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Σύμφωνα με τα άρθρα 713, 714 και 719 ΑΚ με τη σύμβαση εντολής ο εντολοδόχος υποχρεούται να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση την οποία του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται για κάθε πταίσμα και υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα κάθετι που απέκτησε κατά την εκτέλεση της εντολής και βρίσκεται στην κατοχή του. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.β, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν ο δράστης, εξαιτίας της παράλειψής του να καταβάλει την επιμέλεια που, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 258/2023, 1230/2021). Αδικοπραξία, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων που περιήλθαν οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (ΑΠ 657/2011, ΑΠ 901/2000). Κατά τη διάταξη αυτή, (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 375 ΠΚ) η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σα να είναι κύριος, η δε υποκειμενική, στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, έστω και άγνωστο στο δράστη και ότι κατέχει, καθώς και την θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 375 §§ 1, 2 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους... Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου... ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη δέκα ετών...". Η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης της παρ. 2 του άρ. 375 ΠΚ προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Από την ίδια διάταξη (άρ, 375 παρ. 2 ΠΚ), σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρ. 713 ΑΚ, προκύπτει, ότι για την πραγμάτωση της κακουργηματικής μορφής της υπεξαίρεσης, στην περίπτωση που το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας αντικείμενο αυτής το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, πρέπει η εντολή προς τον υπαίτιο να έχει δοθεί από τον παθόντα, δηλαδή η σύμβαση εντολής, επ' ευκαιρία της οποίας το αντικείμενο της υπεξαίρεσης περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου, να έχει συναφθεί μεταξύ του παθόντος ως εντολέα και του υπαιτίου ως εντολοδόχου, ακόμη και προς εξυπηρέτηση μιας άλλης ευρύτερης σχέσης μεταξύ τους (λ.χ. αντιπροσωπείας). Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε για την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση. Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόποινης αυτής πράξης, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ' άρθρ. 719 ΑΚ, αφού αυτός δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων γενικά απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης, δηλαδή τελεί αδικοπραξία (ΑΠ 1137/2010 (Ποιν), ΑΠ 404/2020, ΑΠ 1992/2007, ΑΠ 1646/2005). Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τα οποία το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τα οποία τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Στην περίπτωση δε κατά την οποία η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. (ΑΠ 263/2021). Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικώς από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ. 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους (Α.Π.427/2013). Εξομοιώνεται δηλαδή, η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου, με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική ή αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομικών υποχρεώσεων των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013). Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του κατ'άρθρο 71 ΑΚ (ΑΠ 1885/2014) όπως προεκτέθηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει, ότι το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται από δικαιοπραξία που συνάπτει είτε το όργανο που το διοικεί, μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού, είτε φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανό που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα ως προς τις ανώνυμες εταιρίες, από τις διατάξεις των άρθ. 18 §§ 1 και 2 και 22 §§ 1 και 3 του Κ.Ν. 2190/1920 (αντίστοιχες με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ), προκύπτει, άτι η ανώνυμη εταιρία, που αποτελεί νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο ενεργεί συλλογικώς και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά την διοίκηση της εταιρίας, την διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη του σκοπού της (εκτός από εκείνες τις πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης). Η ως άνω οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρίας μπορεί να ανατεθεί, εν όλω ή εν μέρει, σε ένα ή περισσότερα μέλη του Δ.Σ. ή στους διευθυντές της ή σε τρίτους με απόφαση του Δ.Σ., εφόσον, βέβαια, το επιτρέπει το καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του Δ. Σ., και ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας, εκφράζοντα πρωτογενώς την βούλησή του, (ΑΠ 641/2011) και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο και το Καταστατικό. Η υποκατάσταση αυτή του Δ.Σ, από μέλος του ή από τρίτο πρόσωπο διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής (άρθ. 216 επ. και 713 επ. ΑΚ), καθόσον ο πληρεξούσιος και ο αντιπρόσωπος δεν αποτελούν όργανα εκφράζοντα την βούληση του νομικού προσώπου, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποί του πράξεις που αποφασίσθηκαν από το Δ.Σ. ή υποκατάστατα αυτού όργανα. Σε κάθε περίπτωση η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των ως άνω οργάνων δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται πανηγυρικώς, αλλά αρκεί να προκύπτει από αυτήν βούληση του Δ.Σ. ή των προαναφερομένων οργάνων, ώστε να εκπροσωπηθεί γενικώς η εταιρία και δη κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας από άλλο πρόσωπο (Α.Π. 1312/2015, ΑΠ 603/2013, Α.Π.148/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47α § 1 περ. β' του ν. 2190/1920 η ανώνυμη εταιρεία λύεται και με απόφαση της γενικής συνελεύσεως της, που λαμβάνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 29 § 3 και 31 § 2 αυτού του νόμου. Επίσης, με την τρίτη παράγραφο της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι, εκτός της περίπτωσης της πτώχευσης, τη λύση της ανώνυμης εταιρείας επακολουθεί η εκκαθάριση της. Κατά το στάδιο αυτό εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και διοικείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι διορίζονται από τη γενική συνέλευση ή εξαιρετικά από τον Υπουργό Εμπορίου (άρθρα 47α παρ. 2, 48 παρ. 2 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει). Σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 49 του ν. 2190/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2339/1995, ο διορισμός των εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου και "όσον αφορά τους εκκαθαριστές, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο" και οι συζητήσεις και οι αποφάσεις των εκκαθαριστών καταχωρούνται περιληπτικά στο βιβλίο πρακτικών. Συνεπώς οι εκκαθαριστές διαχειρίζονται τις υποθέσεις της ανώνυμης εταιρίας και την εκπροσωπούν προς τα έξω και ενώπιον των δικαστηρίων, η εξουσία τους δε διαγράφεται από τις διατάξεις' του άρθρου 49 του ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 74 του ΑΚ (ΑΠ 718/2006). Σύμφωνα με αυτές, η περάτωση της εκκαθάρισης και συγχρόνως της εταιρίας επέρχεται αφ' ότου οι εκκαθαριστές περατώσουν τις εκκρεμείς υποθέσεις, εξοφλήσουν τα χρέη, εισπράξουν τις απαιτήσεις, ρευστοποιήσουν την εταιρική περιουσία και διανείμουν το προϊόν της εκκαθάρισης στους μετόχους, συντάξουν απογραφή, δημοσιεύσουν τις εγκριθείσες από τη γενική συνέλευση της εταιρίας οικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης (ισολογισμό λήξεως) και προβούν εις στην καταχώριση της διαγραφής της εταιρίας στο ... (MAE) (άρθρο 49 παρ. 2, 5 του άνω νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 29-6-2009 αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης αρχικώς ως ομόρρυθμης εταιρείας και στη συνέχεια ως ανώνυμης εταιρείας, τελούσας υπό εκκαθάριση, της οποίας η τρίτη εναγόμενη, (ήδη αναιρεσείουσα) μαζί με άλλους ήταν εκκαθαριστής της, μετά τη λύση της, καταρτίστηκε σύμβαση, δυνάμει της οποίας η πρώτη εναγόμενη (μη διάδικος εδώ) ανέλαβε την υποχρέωση να την φιλοξενήσει στις αναφερόμενες στην αγωγή κτιριακές της εγκαταστάσεις στη ... για να διενεργεί χειρουργικές επεμβάσεις και περίθαλψη θωρακικών και καρδιοαγγειακών περιστατικών για χρονικό διάστημα πέντε ετών, σύμφωνα με τους ειδικότερους στη σύμβαση όρους. Ότι συμφωνήθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι για τους ασθενείς που ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία κάλυπταν τη δαπάνη της χειρουργικής επέμβασης, θεραπείας και νοσηλείας τους, η ενάγουσα θα εξέδιδε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, δυνάμει του οποίου η τελευταία (πρώτη εναγόμενη) θα εισέπραττε από τα αντίστοιχα ασφαλιστικά ταμεία στο όνομά της αλλά για λογαριασμό αυτής (ενάγουσας), το ποσό του τιμολογίου και αφού παρακρατούσε τα συμφωνηθέντα ανά περιστατικό δικαιώματά της, θα απέδιδε σ' αυτήν αμέσως μετά την είσπραξή του το υπόλοιπο ποσό που αφορούσε την αμοιβή της. Ότι σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, η οποία λειτούργησε για όλο το χρονικό διάστημα μέχρι και το έτος 2001, η πρώτη εναγόμενη όφειλε στην ενάγουσα για την ως άνω αιτία το ποσό των 610.149,44 ευρώ, το δε έτος 2002 έως και τον μήνα Αύγουστο η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στους αναφερόμενους στην αγωγή ασθενείς της καρδιαχειρουργικής μονάδος, εκδίδοντας τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς την πρώτη εναγόμενη, συνολικού ποσού 663.195,78 ευρώ, από το οποίο μετά από γενόμενες καταβολές από την τελευταία καθώς και την έκδοση κάποιων άλλων πιστωτικών τιμολογίων από την ενάγουσα απέμενε οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό 235.526, 91 ευρώ. Ότι στη συνέχεια η πρώτη εναγόμενη λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση εκκαθαριστής της οποίας ήταν και η τρίτη εναγόμενη. Ότι μετά την 31-7-2003 που έλαβε χώρα η τελευταία καταβολή, η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε τμηματικά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και ότι το τελικώς οφειλόμενο ποσό για την ως άνω αιτία ανέρχεται σε 170.526,91 ευρώ. Ότι η πρώτη εναγόμενη εισέπραξε από τα αντίστοιχα ασφαλιστικά ταμεία των ασθενών το ποσό των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η ενάγουσα και ενώ όφειλε βάσει της σύμβασης, μετά την παρακράτηση της συμφωνηθείσας αμοιβής της, να της το αποδώσει, παρά ταύτα και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της και προς την πρώτη εναγόμενη και την τρίτη εναγόμενη που ως εκ της ως άνω ιδιότητάς της γνώριζε το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης, δεν της το έχουν αποδώσει, ιδιοποιούμενη τούτο. Με βάση τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα-τρίτη εναγόμενη, υπό την ως άνω ιδιότητά της, οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 170.526,91 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. ... απόφασή του υπήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, δεχόμενη κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και συνακόλουθα απέρριψε την αγωγή ως προς την αδικοπρακτική της βάση ως μη νόμιμη ως προς την τρίτη εναγόμενη και εδώ αναιρεσείουσα. Με την ασκηθείσα έφεσή της η ενάγουσα προσέφυγε κατά της ως άνω οριστικής απόφασης επικαλούμενη κακή εφαρμογή του νόμου ως προς την υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου των άρθρων 713επ. ΑΚ και 70, 71, 914 επ. ΚΠολΔ όλων των εκεί εναγομένων και το Εφετείο δεχόμενο την συρροή ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης της πρώτης εναγομένης, της οποίας η τρίτη εναγόμενη ήταν νόμιμη εκπρόσωπός της και μετά τη λύση της εκκαθαρίστρια αυτής ευθυνόμενη αδικοπρακτικώς αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγομένης, για την υπαίτια μη απόδοση του ως άνω εισπραχθέντος απ' αυτήν αλλά μη αποδοθέντος ποσού, και μετά την παραδοχή του λόγου αυτού ως βασίμου, εξαφάνισε την απόφαση και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν και αναγνώρισε, μεταξύ των άλλων, ότι αυτή (τρίτη εναγόμενη) οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, εις ολόκληρον, (μετά των συνεναγόμενων της, πρώτης και δεύτερου), το ποσό των 170.526,91 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση. Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής, ως προς το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος : "Ο Ι. Χ., ιατρός, με την ειδικότητα του καρδιοχειρουργού (στο εξής θα αναφέρεται ως αφετέρου συμβαλλόμενος), στις 8-10- 1993, συνήψε με την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....", (στο εξής θα αναφέρεται ως αφενός συμβαλλομένη), έγγραφη σύμβαση για τη λειτουργία Καρδιοχειρουργικής Μονάδας και Μονάδας ... στις εγκαταστάσεις της κλινικής της τελευταίας επί της οδού Διοικητηρίου αριθμός 21 στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης, συμφωνήθηκαν, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα : α) ότι η αφενός συμβαλλομένη θα φιλοξενεί στον πρώτο όροφο στους χώρους της, τον αφετέρου συμβαλλόμενο ή την εταιρία που αυτός θα σύστηνε και θα διηύθυνε ο ίδιος, με αντικείμενο εργασιών τη χειρουργική επέμβαση' και περίθαλψη θωρακικών και καρδιοαγγειακών περιστατικών και ότι αμφότεροι θα ήταν συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον για την τήρηση των όρων της σύμβασης, β) ότι η αφενός συμβαλλομένη θα αμείβεται για τις παρεχόμενες υπηρεσίες της κατά περιστατικό με το ποσό των 200.000 δραχμών και με εγγυημένη από τον αφετέρου συμβαλλόμενο ελάχιστη αμοιβή της τα 9.000.000 δραχμές ανά εξάμηνο, δηλαδή το ισότιμο των σαράντα πέντε (45) χειρουργείων με την εκάστοτε αμοιβή που θα ισχύει, ανεξάρτητα εάν τα χειρουργεία αυτά πραγματοποιούνταν ή όχι, ενώ η αύξηση τής αμοιβής της κλινικής θα είναι ισόποση με την εκάστοτε αύξηση στο πακέτο των καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων σύμφωνα με τα προεδρικά διατάγματα, όχι όμως μικρότερη του 10% ετησίως, της αύξησης υπολογιζόμενης επί της ανά περιστατικό αμοιβής του εκάστοτε προηγούμενου έτους, γ) ότι η νοσηλεία των ασθενών σε τμήμα της κλινικής ορίζεται σε 12.000 δραχμές ημερησίως που θα βαρύνει τον αφετέρου συμβαλλόμενο και θα αφορά χώρους δίκλινων και τρίκλινων δωματίων, χωρίς ιατροφαρμακευτική, εργαστηριακή κ·.ά. καλύψεις, ενώ σε περίπτωση παραμονής του καρδιοχειρουργικού ασθενούς πέραν της τρίτης ημέρας στη ΜΕΘ θα αποδίδεται στην κλινική κλίνιστρο των 12.000 δραχμών, δ) ότι η πληρωμή των εργαστηριακών εξετάσεων βαρύνει τον αφετέρου συμβαλλόμενο, ο οποίος το 60% των αμοιβών αυτών θα πληρώνει το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την εγχείριση του ασθενούς και το υπόλοιπο το αργότερο μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την προκαταβολή και ε) ότι για κάθε αμοιβή θα εκδίδεται Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών. Η χρονική διάρκεια της άνω σύμβασης ορίσθηκε πενταετής, αρχής γενομένης από την έναρξη της λειτουργίας της μονάδας, η οποία δεν μπορεί να βραδύνει πέραν της 31-12-1993, λογιζομένης έτσι ως ημερομηνίας έναρξης την 1-1-1994, ενώ δικαίωμα παράτασης αυτής συμφωνήθηκε μόνο με κοινή, ρητή και έγγραφη συμφωνία των μερών. Στο πλαίσιο της ανωτέρω συμφωνίας τους, με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Φ., που καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αύξοντα αριθμό 229, συνεστήθη μεταξύ των Ι. Χ., Κ. Λ., Α. Α. και Ν. Κ., η ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Σκοπός της άνω εταιρίας, κατά το καταστατικό της, ήταν οι πάσης φύσης εγχειρίσεις θώρακας, καρδιοαγγειοχειρουργικής και επεμβατικής καρδιολογίας, καθώς και κάθε άλλη παρεμφερής δραστηριότητα, ενώ ως διαχειριστής της ορίσθηκε ο Ι. Χ. (ΦΕΚ, Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 998/22.03.1994). Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η ενάγουσα με διαχειριστή τον Ι. Χ., οργάνωσαν την Καρδιοχειρουργική Μονάδα και τη Μονάδα ..., που κατά τους προαναφερόμενους όρους της σύμβασης, λειτούργησε στις εγκαταστάσεις της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....", η οποία, στη συνέχεια, με το με αριθμό 6... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τ. - Μ., μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ομόρρυθμης εταιρίας, προσφέροντας ιατρικές υπηρεσίες στους ασθενείς της. Περαιτέρω, με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Π. - Λ., που καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αύξοντα αριθμό 281, τροποποιήθηκε το καταστατικό της ενάγουσας, εξαιτίας της αποχώρησης των Α. Α. και Ν. Κ., οι οποίοι μεταβίβασαν τα εταιρικά τους μερίδια στον Ι. Χ.. Έτσι, από την έναρξη της άνω συνεργασίας και καθ' όλο το χρονικό διάστημα μέχρι και το έτος 2000, η ενάγουσα παρείχε ιατρικές υπηρεσίας και νοσηλεία στους ασθενείς της στις κτιριακές εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, ενώ ήδη από 1-1-1999 -συμβατικός χρόνος λήξης της σύμβασης- μετά από κοινή συμφωνία των μερών, ήτοι του Ι. Χ., ως νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και του έκτου εναγόμενου, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, η οποία αποτυπώθηκε στο από 24-7-2000 έγγραφο συμφωνητικό, παρατάθηκε η χρονική διάρκεια αυτής μέχρι και 31- 12-2000, με τους ίδιους ως άνω όρους. Με το ίδιο δε ως άνω συμφωνητικό τροποποιήθηκαν και ορισμένοι όροι της αρχικής σύμβασης και συγκεκριμένα: "Το ποσό με το οποίο θα αμείβεται η ... Α.Ε. για τις παρεχόμενες υπηρεσίες της διαμορφώνεται σε διακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες (242.000) δραχμές κατά περιστατικό ... Η νοσηλεία των ασθενών σε τμήμα της Κλινικής ορίζεται σε δέκα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (14.500) δραχμές ημερησίως ... Σε περίπτωση παραμονής του Καρδιοχειρουργικού ασθενούς πέραν της τρίτης μέρας στην ΜΕΘ θα αποδίδεται στην Κλινική κλίνιστρο δέκα τεσσάρων χιλ. πεντακοσίων δραχμών". Επίσης, με το με αριθμό 24.411/10-11-2000 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Σ., η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." αγόρασε το 70% των μετοχών της πρώτης εναγόμενης, η κατοχή των οποίων, παρόλο που αυτές δεν ήταν μεταβιβάσιμες μέχρι και τις 23-3- 2001, παραδόθηκε ήδη από του χρόνου του συμβολαίου στην ως άνω εταιρία, ενώ επίσης της εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα που απέρρεαν από τις παραπάνω μετοχές, όπως ήταν η συμμετοχή στη Γενική Συνέλευση, συμμετοχή στη διανομή των μετά τη χρήση του 2000 γεννηθησομένων κερδών και στη μετά τη χρήση 2000 διανεμηθησομένων μερισμάτων. Συγχρόνως, καταρτίσθηκε μεταξύ της έβδομης εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και του έκτου εναγομένου, Κ. Α., το από 10-11-2000, ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η πρώτη, έχοντας την πλειοψηφία των μετοχών της πρώτης εναγομένης και ενεργώντας υπό την ανωτέρω ιδιότητα και για λογαριασμό αυτής, ανέθεσε στον δεύτερο, τη διεύθυνση (management), της ανωτέρω εταιρίας, για χρονικό διάστημα δύο ετών, έναντι μισθού εξακοσίων πενήντα χιλιάδων (650.000) δραχμών. Ακολούθως, στις 17-11-2000 εξελέγη από την έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγομένης, το νέο Διοικητικό της Συμβούλιο, με πενταετή θητεία και συγκροτήθηκε σε σώμα με το με αριθμό ... πρακτικό, το οποίο καταχωρήθηκε στο ... στις 28-11-2000, αποτελούμενο από το δεύτερο εναγόμενο, Α. Τ., ως πρόεδρο, έχοντα και τη σχετική εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας, την τρίτη εναγόμενη Α. Κ., ως αντιπρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο, εκπροσωπούσα την εταιρία σε περίπτωση κωλύματος του προέδρου του Δ.Σ., την τέταρτη εναγομένη Ά. Σ., την πέμπτη εναγόμενη Μ. Μ. και τον έκτο εναγόμενο Κ. Α., ως μέλη (ΦΕΚ Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 11.345/12.12.2000). Η μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης συναφθείσα σύμβαση εξακολούθησε να είναι σε ισχύ μέχρι και τα τέλη του μηνός Αύγουστου του έτους 2002, οπότε και έληξε με κοινή συμφωνία των μερών, ήτοι μεταξύ του Ι. Χ. ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης ενάγουσας και του Α. Τ. ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης. ενώ καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της (1-1-1994 έως και 31-8-2002), ο Ι. Χ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης ενάγουσας και με την ιδιότητά του ως καρδιοχειρουργού, προσέφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες στους προσερχόμενους ασθενείς της Καρδιοχειρουργικής Μονάδας της πρώτης εναγομένης, ενώ για τις παρεχόμενες υπηρεσίες η πρώτη ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς την πρώτη εναγομένη, τα οποία εκδίδονταν αφού προηγουμένως η τελευταία συνέτασσε και απέστελνε προς την ανωτέρω, καρτέλα για κάθε ασθενή, στην οποία, όπως εμφαίνεται στην ενδεικτικά προσκομιζόμενη από αυτήν (καρτέλα) του μηνός Απριλίου 2002, που αφορούσε τον ασθενή Χ. Χ., αναγράφονταν τα στοιχεία αυτού, ο ασφαλιστικός του οργανισμός, η επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε, οι ημέρες νοσηλείας του, το συνολικά χρεωθέν ποσό στον ασφαλιστικό οργανισμό του και εν συνεχεία αναγράφονταν τα "...", ήτοι της πρώτης εναγομένης περιλαμβανόμενου και του αναλογούντος σ' αυτά φόρου καθώς και τα "...", ήτοι της πρώτης ενάγουσας. Η εκάστοτε καρτέλα συντασσόταν και επαληθευόταν τόσο από το λογιστήριο της πρώτης εναγομένης όσο και από το λογιστήριο της πρώτης ενάγουσας. που στη συνέχεια εξέδιδε το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για το συγκεκριμένο ποσό που αναγραφόταν στην ως άνω καρτέλα με την ένδειξη "...". Το ποσό της αμοιβής της ενάγουσας και των δικαιωμάτων της πρώτης εναγομένης ανά περιστατικό, υπολογιζόταν κατά τους προαναφερόμενους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Η πρώτη εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια της κλινικής και έχουσα την άδεια λειτουργίας της, συνήπτε με τους διάφορους ασφαλιστικούς οργανισμούς τις σχετικές συμβάσεις, οι οποίες προέβλεπαν την ανά περιστατικό συνολική αμοιβή, όπως αυτή οριζόταν από τα σχετικά προεδρικά διατάγματα. Στη συνέχεια αυτή (πρώτη εναγομένη) προσκόμιζε στους ασφαλιστικούς οργανισμούς τα σχετικά παραστατικά έγγραφα, ήτοι τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδιδε στο όνομά της συνοδευόμενα με τη σχετική κατάσταση νοσηλευθέντων - χειρουργηθέντων ασφαλισμένων εκάστου ασφαλιστικού οργανισμού και εισέπραττε την αναλογούσα ανά περιστατικό συνολική αμοιβή, στην οποία περιλαμβανόταν και η αμοιβή της πρώτης ενάγουσας. Την αμοιβή αυτή, εισέπραττε η πρώτη εναγόμενη στο όνομά της αλλά κατ' εντολή και για λογαριασμό της τελευταίας και βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, όφειλε να αποδίδει σ' αυτή. Ενόψει των ανωτέρω, δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης, κατά τη λήξη του οικονομικού έτους 2001 το ανεξόφλητο υπόλοιπο των αμοιβών της πρώτης ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 610.149,44 ευρώ, όπως αυτό καταγράφεται στην προσαγόμενη και επικαλούμενη από αυτήν από 31-1-2002 εκτύπωση καρτέλας λογαριασμού γενικής λογιστικής του έτους 2002. Εκ του λόγου της ύπαρξης του ανωτέρω υπολοίπου της οφειλόμενης αμοιβής της πρώτης ενάγουσας και έναντι αυτού, η πρώτη εναγομένη προέβη σε καταβολές εντός του έτους 2002, συνολικού ύψους 890.130,27 ευρώ εξοφλώντας έτσι το σύνολο της ανωτέρω οφειλής από το έτος 2001, αλλά και μέρος της οφειλής που προέκυψε κατά τη διάρκεια του έτους 2002. Οι δε καταβολές έλαβαν χώρα το έτος 2002 και αφορούσαν σε οφειλές του έτους 2001 για το λόγο ότι οι ασφαλιστικοί οργανισμοί εξοφλούσαν τις ανά περιστατικό αμοιβές εντός διαστήματος τριών (3) έως έξι (6) μηνών από την πραγματοποίηση της επέμβασης και την υποβολή των σχετικών παραστατικών εγγράφων, όπως περί αυτού κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τόσο η μάρτυρας απόδειξης, Τ. Κ. όσο και ο μάρτυρας ανταπόδειξης του έκτου εναγόμενου, Σ. Τ. ..., με αποτέλεσμα να είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η εκκαθάριση του λογαριασμού και η εξόφληση των τιμολογίων μέσα στο ίδιο οικονομικό έτος. Ενόψει των ανωτέρω καταβολών προς την πρώτη ενάγουσα από την πρώτη εναγομένη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ουδέποτε υπήρξε θέμα αμφισβήτησης του ποσού των 610.149,44 ευρώ ως οφειλής της πρώτης εναγόμενης κατά τη λήξη του έτους 2001, γεγονός, άλλωστε, που επιβεβαιώθηκε από τις σχετικές καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων. Περαιτέρω, κατά το έτος 2002 και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 27-12-2001 έως και 10-9-2002, η πρώτη ενάγουσα παρείχε ιατρικές υπηρεσίες και νοσηλεία για τις οποίες εξέδωσε τα κατωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς την πρώτη εναγομένη, στα οποία αναγράφονται και τα ονόματα των ασθενών που νοσηλεύθηκαν καθώς και ο ασφαλιστικός τους φορέας: 1) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε τρεις (3) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 2) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δεκατρείς (13) ασθενείς, συνολικού ποσού 96.711,71 ευρώ, 3) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δώδεκα (12) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 4) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δεκαέξι (16) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 5) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε τέσσερις (4) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 6) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε έξι (6) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 7) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε εννέα (9) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 8) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, πού αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 9) τα με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε έναν (1) ασθενή, συνολικού ποσού ... ευρώ, 10) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 11) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού 14.421,79 ευρώ, 12) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού πόσου ... ευρώ, 13) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 14) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 15) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 16) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 17) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 18) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δύο (2) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, 19) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε έναν (1) ασθενή, συνολικού ποσού ... ευρώ, 20) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε έναν (1) ασθενή, συνολικού ποσού ... ευρώ, 21) το με αριθμό ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε έναν (1) ασθενή, συνολικού ποσού ... ευρώ, 22) το με αριθμό ... συμπληρωματικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που αφορούσε σε δώδεκα (12) ασθενείς, συνολικού ποσού ... ευρώ, το οποίο εκδόθηκε λόγω μειωμένης χρέωσης σε προηγούμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τους ίδιους ασθενείς. Επομένως, εντός του έτους 2002 η πρώτη ενάγουσα εξέδωσε προς την πρώτη εναγομένη συνολικά είκοσι δύο (22) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 659.685,27 ευρώ, για ιατρικές υπηρεσίες της που προσέφερε κατά το χρονικό διάστημα από 27-12-2001 έως 10-9-2002. Μετά ταύτα, η πρώτη ενάγουσα εδικαιούτο να λαμβάνει από την πρώτη εναγομένη το συνολικό ποσό του (610.149,44 + 659.685,27=) 1.269.834,71 ευρώ. Έναντι αυτού του ποσού η πρώτη εναγομένη προέβη, εντός του έτους 2002 σε τριάντα επτά (37) καταβολές συνολικού ποσού 890.130,27 ευρώ. Επίσης, η πρώτη ενάγουσα εντός του έτους 2002 εξέδωσε και τα κάτωθι πιστωτικά τιμολόγια, λόγω αναδρομικών κρατήσεων υπέρ κάποιων ασφαλιστικών οργανισμών, συνολικού ποσού 24.399,24 ευρώ: 1) το με αριθμό ... πιστωτικό τιμολόγιο ποσού ... ευρώ, 2) το με αριθμό ... πιστωτικό τιμολόγιο ποσού ... ευρώ και 3) το με αριθμό ... πιστωτικό τιμολόγιο ποσού 6.077,65 ευρώ. Μετά ταύτα, το απομένον οφειλόμενο υπόλοιπο εκ μέρους της πρώτης εναγομένης ανερχόταν στο ποσό των [1.269.834,71-(890.130,27+24.399,24)=]355.305,20 ευρώ. Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα κατά το οικονομικό έτος 2003 εξέδωσε προς την πρώτη εναγομένη τα με αριθμούς ... συμπληρωματικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 3.511,49 ευρώ, για ιατρική παρακολούθηση σαράντα οκτώ (48) ασθενών κατά την παραμονή τους στη μονάδα ... κατά τα προηγούμενα έτη, διαρκούσης της μεταξύ τους σύμβασης, με αποτέλεσμα το ανεξόφλητο υπόλοιπο της αμοιβής της πρώτης ενάγουσας να ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (355.305,20 + 3.511,49=) 358.816,69 ευρώ. Έναντι του ως άνω οφειλόμενου ποσού, η πρώτη εναγόμενη το έτος 2003 και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 23-1-2003 έως και 31-7-2003 προέβη σε δεκαεπτά (17) καταβολές, συνολικού ποσού 123.289,78 ευρώ, με αποτέλεσμα το εναπομείναν οφειλόμενο υπόλοιπο να ανέρχεται στο ποσό των (358.816,69-123.289,78=) 235.526 92 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η πρώτη ενάγουσα και στα οποία αναγράφονταν μόνο τα καθαρά ποσά της αμοιβής της, αφού είχαν ήδη αφαιρεθεί τα ποσά που αναλογούσαν στην αμοιβή της πρώτης εναγομένης, η τελευταία εισέπραξε τα ανωτέρω ποσά από τους αντίστοιχους ασφαλιστικούς οργανισμούς των νοσηλευόμενων ασθενών, αποδίδοντας ωστόσο στην πρώτη ενάγουσα ένα μέρος μόνο των οφειλόμενων σε αυτήν αμοιβών της, όπως αυτά αναλύθηκαν παραπάνω, οφείλοντάς της επιπλέον το ποσό των 235.526,92 ευρώ. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι με το από 12-6-2013 (το ορθόν 2003) πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγομένης, το οποίο καταχωρήθηκε στο ..., στις 14-1-2004, η τελευταία λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, ενώ εκκαθαριστές της ορίσθηκαν οι Α. Τ., δεύτερος εναγόμενος, Α. Κ., τρίτη εναγόμενη, Ά. Σ., τέταρτη εναγόμενη και Μ. Μ., πέμπτη εναγόμενη (ΦΕΚ Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 599/27.01.2004). Ωστόσο, το γεγονός αυτό ουδόλως αναιρεί την έναντι της πρώτης ενάγουσας υποχρέωση της πρώτης εναγομένης, καθώς σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ή εταιρία ακόμη και στο στάδιο της εκκαθάρισης διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα, ενώ οι εκκαθαριστές της που την εκπροσωπούν έχουν το δικαίωμα να επιχειρούν διαχειριστικές πράξεις που εξυπηρετούν τις ανάγκες της εκκαθάρισης. Συγκεκριμένα, κατά το στάδιο αυτό οι εκκαθαριστές όχι μόνο μπορούν αλλά και υποχρεούνται να προβαίνουν σε εισπράξεις εταιρικών απαιτήσεων και εξοφλήσεις εταιρικών δανειστών, καθώς οι ενέργειες τους αυτές συνιστούν εκπλήρωση των κατά νόμο καθηκόντων τους. Περαιτέρω, εξαιτίας της ανωτέρω οφειλής της πρώτης εναγομένης προς την πρώτη ενάγουσα, ποσού 235.526,92 ευρώ και έναντι αυτής της οφειλής, εντός του έτους 2004 καταβλήθηκαν από την πρώτη εναγόμενη, με εμβάσματα μετρητών και καταθέσεις επιταγών, στους τραπεζικούς λογαριασμούς της πρώτης ενάγουσας και του διαχειριστή της, Ι. Χ., που τηρούσαν στην τράπεζα ...", τα ακόλουθα ποσά: α) στις 5-2-2004 το ποσό των 10.000 ευρώ, β) στις 12-4-2004 το ποσό των 15.000 ευρώ, γ) στις 8-4-2005 το ποσό των 15.000 ευρώ και δ) από την έβδομη εναγομένη, στις 10-12-2004, καταβλήθηκε το ποσό των 25.000 ευρώ. Μετά και τις ανωτέρω καταβολές, το ανεξόφλητο οφειλόμενο στην πρώτη ενάγουσα υπόλοιπο ανήλθε στο ποσό των (235.526,92 - 65.000 =) 170.526,91 ευρώ, το οποίο η πρώτη εναγομένη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της δεν της έχει καταβάλει. Προς το σκοπό ικανοποίησης της απαίτησης της πρώτης ενάγουσας, ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της, Ι. Χ., απέστειλε προς τους δεύτερο και τρίτη εναγόμενους, υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εξ αυτών, την από 10-5-2006 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση, που επιδόθηκε σ'αυτούς με τις αντίστοιχες υπ'αριθμ. 514Ε'και 515Ε76-6-2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Π. Χ., με την οποία διαμαρτυρόμενος για τη μη καταβολή του οφειλόμενου ποσού των 183.730 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου σ'αυτό και του ποσού του τιμήματος της, κατά τα άνω αναφερθείσας, πώλησης του ιατρικού εξοπλισμού, ύψους 13.205,95 ευρώ), ζήτησε όπως εντός πέντε ημερών από τη λήψη αυτής, προβούν στην εξόφληση του ως άνω ποσού. Το ποσό των 170.526,91 ευρώ, που αφορούσε τις αμοιβές της πρώτης ενάγουσας για τις ιατρικές υπηρεσίες που προσέφερε, εισέπραττε, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη εναγομένη, κατ'εντολή και για λογαριασμό της ανωτέρω, με την εκ των προτέρων συμφωνία μετά την είσπραξή του, ν' αποδοθεί άμεσα και αυτούσιο στη δικαιούχο. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω ποσά εισέπραττε η πρώτη εξ αυτών δια των νομίμων εκπροσώπων της, για λογαριασμό της ίδιας, ως έξοδα νοσηλείας εκάστου ασθενούς και όχι για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας και ότι από αυτά είχε συμβατική υποχρέωση να καταβάλει μεταξύ άλλων δικαιούχων (ιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού, προμηθευτών της) και σ' εκείνη τ' αντιστοιχούντα στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδιδε η τελευταία, ποσά των αμοιβών της. Ο ισχυρισμός τους αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος, για τους ακόλουθους λόγους: Οι εναγόμενοι παρότι επικαλούνται ότι τα εισπραχθέντα για λογαριασμό της πρώτης εξ αυτών ποσά αφορούσαν την κάλυψη πολλαπλών υποχρεώσεών της και όχι αποκλειστικά και μόνο τις αμοιβές της πρώτης ενάγουσας, δεν προσκομίζουν ούτε ένα παραστατικό έγγραφο (τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών) άλλου δικαιούχου, την απαίτηση του οποίου κάλυψαν με τα εν λόγω ποσά αλλά και δεν δικαιολογούν για ποιο λόγο, σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός τους ότι αυτά δεν εισπράττονταν μόνο για την κάλυψη των δικαιωμάτων της πρώτης ενάγουσας, η τελευταία εξέδωσε α) τα αναφερόμενα ανωτέρω υπ' αριθμ. ..., ..., ... πιστωτικά τιμολόγια λόγω αναδρομικών κρατήσεων από τον ΟΓΑ, τα ποσά των οποίων αφαιρέθηκαν από το τελικώς οφειλόμενο ποσό και β) τα υπ' αριθμ. ... συμπληρωματικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών λόγω αυξήσεων που μεσολάβησαν στις τιμές κάποιων ταμείων για την παραμονή των ασθενών στη μονάδα ... ενώ δεν προσκομίζει αντίστοιχα τιμολόγια άλλων δικαιούχων, τις αμοιβές ή απαιτήσεις των οποίων κάλυψε με τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Πρέπει, στο σημείο αυτό, να επισημανθεί ότι οι εκδοθείσες, κατά τα άνω, καρτέλες ασθενών βάσει των οποίων εκδίδονταν τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της πρώτης εναγόμενης, κατάσταση των οποίων προσκόμιζε συνοδευτικά, όπως η ίδια ομολογεί, στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο ασθενείς του καρδιοχειρουργικού τμήματος της πρώτης ενάγουσας και ότι η δαπάνη των αμοιβών του προσωπικού του (του απασχολούμενου στο χειρουργείο καρδιάς κατά τη διάρκεια της θωρακο- καρδιοχειρουργικής επέμβασης, στη μονάδας ... και εν γένει στα καρδιοχειρουργικά περιστατικά), βάσει της καταρτισθείσας μεταξύ της τελευταίας και της πρώτης εναγομένης σύμβασης, βάρυνε τον ιατρό Χ. Ι. και την πρώτη ενάγουσα. Από το σύνολο των υπερασπιστικών ισχυρισμών των εναγόμενων, προκύπτει ότι τα ποσά που αναγράφονται στα εκδοθέντα από την πρώτη ενάγουσα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, εισπράχθηκαν από την πρώτη εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της, όπως αυτοί θα εξειδικευθούν κατωτέρω, από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, πλην όμως αυτά εν αγνοία της ανωτέρω, διατέθηκαν σε άλλες υποχρεώσεις της, μετά δε τη θέση της σε καθεστώς εκκαθάρισης και λόγω μη ολοκλήρωσης του έργου των εκκαθαριστών και μη είσπραξης απαιτήσεων της ίδιας από δικούς της οφειλέτες, δεν κατέστη δυνατή η εξόφληση της ένδικης οφειλής, την οποία ουδείς αμφισβητεί. Εφόσον, λοιπόν, καθ' ομολογίαν των εναγομένων, το ποσό των 170.526,91 ευρώ, εισπράχθηκε από την πρώτη εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της, από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, όπως αποδείχθηκε, κατ' εντολή και για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας και δεν αποδόθηκε σ' αυτήν, παρά τη μεταξύ τους συμφωνία, τούτο παρακρατήθηκε παράνομα και ενσωματώθηκε στην περιουσία των ανωτέρω. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, που εξελέγη από την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της, της 17-11-2000, Πρόεδρος αυτής ορίσθηκε ο δεύτερος εναγόμενος, Α. Τ., Αντιπρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος, η τρίτη εναγομένη, Α. Κ. και μέλη, οι Ά. Σ., Μ. Μ. και Κ. Α., τέταρτη, πέμπτη και έκτος εναγόμενοι, οι οποίοι στη συνεχεία ορίσθηκαν εκκαθαριστές της. Την εταιρία εκπροσωπούσε και δέσμευε με την υπογραφή του ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και σε περίπτωση κωλύματος του, η Αντιπρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος ενώ για την υπό της εταιρίας ανάληψη οιασδήποτε υποχρέωσης απαιτούνταν και οι δύο υπογραφές (βλ. υπ'αριθμ. 11345/12-12-2000 ΦΕΚ Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Την πρώτη εναγόμενη, καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας της με την πρώτη ενάγουσα, εκπροσωπούσαν οι Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος αυτής, οι οποίοι ενεργούσαν στο πλαίσιο των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων, διευθύνοντας από κοινού την εταιρία. Έρχονταν σε επαφή, με τις ιδιότητές τους αυτές, με τον εκπρόσωπο της πρώτης ενάγουσας ρυθμίζοντας καθ'ολο το διάστημα της συνεργασίας τους, ως εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης, τα κρίσιμα θέματα που τους απασχολούσαν αλλά και ειδικότερα το θέμα της καθυστέρησης απόδοσης των οφειλομένων αμοιβών της. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης ενάγουσας, απηύθυνε, κατά τα προαναφερθέντα, την από 10-5-2006 εξώδικη δήλωσή του, διαμαρτυρόμενος για τη μη καταβολή του ένδικου ποσού, σε αμφότερους τους εναγόμενους ως εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης. Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι, αποτελούσαν διοικούντα την εταιρία όργανα και ελάμβαναν από κοινού αποφάσεις για την πορεία της και για το λόγο αυτό άλλωστε είχαν απεριόριστο δικαίωμα δέσμευσης της εταιρίας με τις υπογραφές τους για ανάληψη οιασδήποτε υποχρέωσης. Ως νόμιμοι εκπρόσωποι, επομένως, της οφειλέτριας εταιρίας, ευθύνονται και προσωπικά, εις ολόκληρον, με την πρώτη εναγομένη εταιρία, για την υπαίτια μη απόδοση στην πρώτη ενάγουσα των χρηματικών ποσών που αφορούσαν τις εισπραχθείσες αμοιβές της, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, συμμετέχοντας, σε κάθε περίπτωση, στην ενέργεια αυτή, με ισόποση ζημία της ανωτέρω ως μόνης δικαιούχου...Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, υπόχρεοι προς ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης της παραπάνω και αποκατάσταση της ζημίας της, είναι η πρώτη εναγόμενη και οι διοικούντες αυτήν και αδικοπραγήσαντες από κοινού με την πρώτη, δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι, ήδη εκκαθαριστές της, έναντι των οποίων κάμπτεται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, η αρχή της μη προσωπικής ευθύνης των διοικούντων, για τα χρέη της ανώνυμης εταιρίας...". Mε αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 70, 71, 713, 719, 914, 932 ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις πιο πάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την παραδοχή της ένδικης αγωγής και δεν στέρησε (το Εφετείο) υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές από νόμιμη βάση ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση τη δίκης και δη αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνης της τρίτης εναγομένης. Ειδικότερα στηρίζουν την ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οι ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης α) ότι η τρίτη εναγόμενη ήταν αντιπρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος και μετά τη λύση συνεκκαθαριστής της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική κλινική ... ΑΕ" από τις 28-11-2000 και επί μία πενταετία, και ενεργούσε στο πλαίσιο των ανατειθέμενων απ' αυτήν καθηκόντων διευθύνοντας την εταιρεία και δεσμεύοντάς την με τον πρόεδρο του Δ.Σ της, β) ότι με την ως άνω ιδιότητά της επιλαμβανόταν και ρύθμιζε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας τα κρίσιμα θέματα που ανέκυπταν από τη συνεργασία της τελευταίας με την ως άνω πρώτης εναγόμενης στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής που είχε συναφθεί μεταξύ τους και είχε ως περιεχόμενο την είσπραξη των διαφόρων ποσών από τα ασφαλιστικά ταμεία από την παροχή ιατρικών υπηρεσιών της ενάγουσας προς τρίτους ασφαλισμένους στο όνομά της (πρώτης εναγόμενης) αλλά για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας και την απόδοση των συμφωνηθέντων δικαιωμάτων σ' αυτήν, και ιδίως διαχειριζόταν το θέμα της καθυστέρησης απόδοσης των οφειλόμενων αμοιβών της, γ) ότι με τις ως άνω ιδιότητές της η τρίτη εναγόμενη εισέπραξε κατά τον ως άνω χρόνο τα προαναφερθέντα ποσά από τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία για λογαριασμό της ενάγουσας που αφορούσαν εισπραχθείσες αμοιβές της από την παροχή των ανωτέρω ιατρικών υπηρεσιών και σε διάφορα χρονικά διαστήματα και ότι από υπαιτιότητα δε αυτής (και του προέδρου της Δ.Σ της πρώτης εναγομένης) δεν απέδωσε στην πρώτη (ενάγουσα) αλλά τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως ζημιώνοντάς την κατά το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο ποσό των 170.526,91 ευρώ ευθυνόμενης εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία της οποίας ήταν νόμιμη εκπρόσωπος και συνεκκαθαριστής. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος τους από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αρ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου με τους οποίους τα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 76/2019, 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), ακόμα και εάν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 595/2022, 1363/2008). Δεν καθιδρύεται, τέλος, ο πιο πάνω λόγος όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 1890/2022, 258/2019, 1392/2019, 1326/2011). Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός θα πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το τρίτο σκέλος του επικαλείται ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση της ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης της πρώτης εναγομένης και συνακόλουθα της αδικοπρακτικής της ευθύνης της (αναιρεσείουσας) έλαβε υπόψη του την ύπαρξη σύμβασης εντολής κατά το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής (είσπραξη ποσών παροχής ιατρικών υπηρεσιών για λογαριασμό της ενάγουσας και μη απόδοσή τους σ' αυτήν), ενώ η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε τέτοια περιστατικά, προκειμένου να θεμελιώνεται και αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης εναγομένης και συνακόλουθα της τρίτης εναγομένης. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επομένως είναι απαράδεκτος κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι ωσαύτως απαράδεκτος και εκ του ότι δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης για το νομικό χαρακτηρισμό και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης τον ισχυρισμό περί σύμβασης εντολής της πρώτης με τη δεύτερη μετέβαλε απαραδέκτως την ιστορική βάση της αγωγής κατά παράβαση του άρθρου 526 ΚΠολΔ και δίχως επίκληση κάποιας από τις εξαιρέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι από τις προαναφερθείσες προτάσεις της τρίτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) στα δικαστήρια της ουσίας προκύπτει ότι δεν προτάθηκε σ' αυτά η σχετική αυτή πλημμέλεια. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Για το ορισμένο του λόγου πρέπει εκτός των άλλων, να εκτίθενται ποια ήταν η επίδραση των πραγμάτων που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά δίχως απόδειξη στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1020/2019, 449/2019). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αδικοπρακτική συμπεριφορά της ως νόμιμης εκπροσώπου και εκκαθαρίστριας της πρώτης εναγόμενης σε βάρος της ενάγουσας για την μη απόδοση των εισπραχθεισών από την τελευταία προαναφερθέντων ασφαλιστικών ποσών για λογαριασμό της ενάγουσας και την παραδοχή κατ' ουσίαν της αγωγής, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα του ότι υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ΑΠ 543/2018), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τις ένορκες βεβαιώσεις, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) όπως ρητά βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της επίδικης αγωγής. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α, β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του επί πραγματικών ισχυρισμών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή έλαβε υπόψη του αποδεκτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν ή δεν υπάρχουν, όπως π.χ. η ανύπαρκτη ομολογία. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.β' ΚΠολΔ, σε σχέση με τη δικαστική ομολογία, δεν ιδρύεται και στην περίπτωση που στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και "από τις ομολογίες των διαδίκων". Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 261 εδ. β ΚΠολΔ εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο διότι αφορά την εκτίμηση των πραγμάτων (ΑΠ 287/1996, ΑΠ 1116/2009). Η εκ του άρθρου 261 ΚΠολΔ ομολογία είναι έμμεση και ταυτίζεται από άποψη συνεπειών με την ομολογία του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 693/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει πρωτίστως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, αν δε πρόκειται για τη δεύτερη περίπτωση του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει πρωτίστως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις, τις οποίες παρά το νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη μολονότι δεν είχαν προσκομιστεί (ΑΠ 502/2016). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α' έως γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1310/2012, 1419/2007). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο αν και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της οφειλής του ποσού των 170.526,91 ευρώ ευρώ της τρίτης εναγόμενης στην ενάγουσα, λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκη βεβαίωση, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, καθόσον, το αιτούμενο να αποδοθεί ποσό των 170.526,91 ευρώ με βάση τη σύμβαση εντολής μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 393 ΚΠολΔ, για το επιτρεπτό της εμμάρτυρης απόδειξης, χωρίς να γίνεται επίκληση συνδρομής κάποιας εξαίρεσης του άρθρου 394 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι βάση της αγωγής αποτελούσε η αδικοπραξία και συγκεκριμένα η τέλεση από την τρίτη εναγόμενη της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, η οποία αδικοπραξία δεν αποτελεί ούτε σύμβαση ούτε συλλογική πράξη και για την απόδειξή της με μάρτυρες δεν υφίσταται δικονομική απαγόρευση από το άρθρο 393 ΚΠολΔ (ΑΠ 866/2017). Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει την αιτίαση ότι το Εφετείο με το δεχθεί ότι "Από το σύνολο των υπερασπιστικών ισχυρισμών των εναγόμενων, προκύπτει ότι τα ποσά που αναγράφονται στα εκδοθέντα από την πρώτη ενάγουσα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, εισπράχθηκαν από την πρώτη εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της...από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, πλην όμως αυτά εν αγνοία της ανωτέρω, διατέθηκαν σε άλλες υποχρεώσεις της, μετά δε τη θέση της σε καθεστώς εκκαθάρισης και λόγω μη ολοκλήρωσης του έργου των εκκαθαριστών και μη είσπραξης απαιτήσεων της ίδιας από δικούς της οφειλέτες, δεν κατέστη δυνατή η εξόφληση της ένδικης οφειλής, την οποία ουδείς αμφισβητεί. Εφόσον, λοιπόν, καθ' ομολογίαν των εναγομένων, το ποσό των 170.526,91 ευρώ, εισπράχθηκε από την πρώτη εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της, από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, όπως αποδείχθηκε, κατ'εντολή και για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας και δεν αποδόθηκε σ' αυτήν, παρά τη μεταξύ τους συμφωνία, τούτο παρακρατήθηκε παράνομα και ενσωματώθηκε στην περιουσία των ανωτέρω" βάσισε το αποδεικτικό του πόρισμα "σε ανύπαρκτη ομολογία της, παρά το γεγονός ότι δεν ομολόγησε ότι εισέπραξε ως νόμιμη εκπρόσωπως το επίδικο ποσό ούτε δικαστικά ούτε εξωδικαστικά, ούτε ότι το ιδιοποιήθηκε, αλλά αντίθετα αρνήθηκε ρητά και αιτιολογημένα όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς και εξέθεσε αναλυτικά ότι το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής σχηματίσθηκε πριν η ίδια αναλάβει τα συγκεκριμένα καθήκοντα". Ο λόγος αυτός είναι υπό τις άνω αιτιάσεις προεχόντως απαράδεκτος, αφού η περί ομολογίας ή μη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί μη αμφισβήτησης πράγματος κατά το άρθρο 261 παρ.2 ΚΠολΔ εναπόκειται στην κρίση του και δεν ελέγχεται αναιρετικά . Επιπροσθέτως είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο στην κρίση του ότι το επίδικο ποσό εισπράχθηκε κατ'εντολή και για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης και παρ'ότι οφειλόταν δεν αποδ'θηκε μεταξύ των άλλων και από την αναιρεσείουσα στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως στην έμμεση ομολογία της αναιρεσείουσας, οπότε αλυσιτελώς πλήττεται μόνον η τελευταία αιτιολογία ανεξαρτήτως του ότι η έμμεση ομολογία την οποίαν συνάγει το δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 261 εδ. β ΚΠολΔ έχει τις ίδιες συνέπειες με αυτήν της ομολογίας κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά τα προαναφερθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη. Επομένως ορθώς το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα ποσά είχαν εισπραχθεί από την πρώτη εναγόμενη, της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος και εκκαθαρίστρια ήταν η τρίτη εναγόμενη. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 169/2019, 692/2017). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται το αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 555/2019, 275/2017). Με τον πέμπτο λόγο από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο με την αναρεσιβαλλομένη απόφασή του παραβίασε το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, το οποίο, με βάση την αιτιολογημένη άρνησή της συνιστάμενη στο ότι η πρώτη εναγόμενη, της οποίας η τρίτη εναγόμενη ήταν εκκαθαρίστρια, εισέπραττε τα έξοδα νοσηλείας για δικό της λογαριασμό και όχι για λογαριασμό της ενάγουσας του και συνεπώς ότι αυτή είχε συμβατική υποχρέωση να της καταβάλει τα προκύπτοντα εκάστοτε ποσά, όπως και σε άλλους δικαιούχους (ιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό) έφερε, με βάση τον κανόνα του άρθρου 338 ΚΠολΔ, η ενάγουσα, επιρρίπτοντας όμως σ' αυτούς την απόδειξη, δεχόμενη ότι "οι εναγόμενοι παρότι επικαλούνται ότι τα εισπραχθέντα για λογαριασμό της πρώτης εξ αυτών ποσά αφορούσαν την κάλυψη πολλαπλών υποχρεώσεών και όχι αποκλειστικά και μόνο τις αμοιβές της ενάγουσας, δεν προσκομίζουν ούτε ένα παραστατικό έγγραφο (τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών) άλλου δικαιούχου, την απαίτηση του οποίου κάλυψαν με τα εν λόγω ποσά αλλά και δεν δικαιολογούν για ποιο λόγο...η ενάγουσα εξέδωσε α) τα αναφερόμενα ανωτέρω υπ'αριθμ. ..., ..., ... πιστωτικά τιμολόγια λόγω αναδρομικών κρατήσεων από τον ΟΓΑ, τα ποσά των οποίων αφαιρέθηκαν από το τελικώς οφειλόμενο ποσό και β) τα υπ'αριθμ. ... συμπληρωματικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών λόγω αυξήσεων που μεσολάβησαν στις τιμές κάποιων ταμείων για την παραμονή των ασθενών στη μονάδα ... ενώ δεν προσκομίζει αντίστοιχα τιμολόγια άλλων δικαιούχων, τις αμοιβές ή απαιτήσεις των οποίων κάλυψε με τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς..". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη, της οποίας εκκαθαρίστρια ήταν η τρίτη εναγόμενη, εισέπραττε τα ως άνω ασφαλιστικά ποσά από την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών στο όνομά της αλλά για λογαριασμό της ενάγουσας, στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο, διότι οι αποδείξεις που προσκόμισε η ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη κρίθηκαν επαρκείς για την απόδειξη της ιστορικής βάσης (αδικοπραξία) της αγωγής ως προς την τρίτη εναγόμενη και με την κρίση του αυτή το Εφετείο, η οποία αφορά στην αιτιολογία της απόρριψης του ανταποδεκτικώς προτεινόμενου αρνητικού ισχυρισμού της τρίτης εναγόμενης, η οποία φέρει το βάρος ανταπόδειξης, δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού η ενάγουσα απέδειξε πλήρως τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής της πραγματικά περιστατικά. Τέλος, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι έσφαλε ευθέως και εκ πλαγίου ως προς την εφαρμογή του άρθρου 937 ΑΚ και την εν συνεχεία απόρριψη της ένστασης πενταετούς παραγραφής της επίδικης αξίωσης, την οποίαν προέβαλε παραδεκτώς ενώπιόν του με τις προτάσεις της προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 527 εδ. β στοιχ α ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι: "Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα διότι σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, η ένδικη αξίωση δεν προέρχεται από διαφορές αμοιβών για ιατρικές υπηρεσίες που προσέφερε η πρώτη ενάγουσα αλλά έχει ως βάση την σύμβαση εντολής, με αποτέλεσμα να μην υπόκειται στη βραχυπρόθεσμη, κατά το άρθρο 250 περ. 8 και 10 ΑΚ, πενταετή παραγραφή, αλλά στη συνήθη (εικοσαετή) παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., η οποία, από το χρόνο γέννησης της αξίωσης και δυνατότητας δικαστικής επιδίωξής της (8-4-2005, που έλαβε χώρα, κατά τα άνω, η τελευταία καταβολή), κατ' άρθρο 251 ΑΚ και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (επίδοση στις 10-7-2009), δεν είχε συμπληρωθεί". Ωστόσο από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και των προτάσεων της τρίτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει, ότι αυτή είχε προβάλει (αλυσιτελώς εν όψει της αποδιδόμενης σ' αυτήν αδικοπραξίας) τον αυτοτελή ισχυρισμό της πενταετούς παραγραφής της απαίτησης της ενάγουσας με επίκληση των άρθρων 250 αρ. 8 και 10, 249 ΑΚ στο πλαίσιο της ενδοσυμβατικής της ευθύνης και προς απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας, επανέφερε δε, και δεν προτάθηκε ως νέος ισχυρισμός από αυτήν κατ' εφαρμογή του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, στο Εφετείο τον ίδιο ισχυρισμό με τις προτάσεις της (δίχως ουδεμία αναφορά της ιστορικής βάσης της ένστασης της πενταετούς παραγραφής κατά τα άρθρα 262 ΚΠολΔ και 937 ΑΚ), ύστερα από άσκηση της έφεσης από την ενάγουσα ως ηττηθείσας διαδίκου, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή της ως προς την τρίτη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι η αγωγή βασίζεται μόνο στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης εναγομένης, της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η κατά την κρίση του, μη ευθυνόμενη ενδοσυμβατικώς τρίτη εναγόμενη. Συνεπώς, και ο τελευταίος αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 26-8-2021 αναίρεση στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης και του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που κατέθεσαν προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας αντίστοιχα, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ δικαστική δαπάνη στην τρίτη αναιρεσίβλητη δεν επιδικάζεται, ελλείψει σχετικού αιτήματος λόγω της ερημοδικίας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-7-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του τριμελούς Εφετείου .... Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη καθενός των πρώτης και δεύτερου αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ