Αριθμός 1390/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ν. Χ. και Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τσάγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2010 μη οριστική, 23/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-11-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 3-11-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 44/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 10-6-2008 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ένα οικόπεδο εμβαδού 478,83 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ... Λειβαδιάς και του οποίου την κυριότητα απέκτησε με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, επικουρικά δε και με βάση το άρθρο 4 Ν. 3127/2003. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς με την 43/2010 μη οριστική του απόφαση διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο είναι δασική έκταση και επίσης, αν περιλαμβάνεται στους τίτλους της ενάγουσας. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 23/2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το εναγόμενο άσκησε την από 25-7-2014 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την ανωτέρω προσβαλλόμενη 44/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ (Ολ ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μπορεί να γίνει μόνο με λόγο έφεσης, κύριο ή πρόσθετο (ΑΠ 2087/2022, ΑΠ 852/2021, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 142/2013). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατόν στο μεν εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δε δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016). Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι είχε προβάλλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις του την ένσταση αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν το επίδικο ακίνητο σε σχέση με τη μείζονα έκταση των 80 στρεμμάτων, από την οποία φέρεται ότι προήλθε. Ότι τον ισχυρισμό αυτό, που δεν έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επανέφερε με λόγο έφεσης και ενώπιον του Εφετείου, το οποίο όμως, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή και υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επειδή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της πιο πάνω αγωγής της αναιρεσίβλητης, το επίδικο οικόπεδο περιγράφεται στην αγωγή πλήρως, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία ως προς την ακριβή του ταυτότητα. Ειδικότερα, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αναφέρει στην αγωγή της ότι με το 3757/1991 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου … Α.. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε κατά κυριότητα από την μητέρα της Π. συζ. Χ.. Π., που ήταν κυρία αυτού, ένα οικόπεδο εμβαδού 478,83 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του περιγράμματος του οικισμού ... Λιβαδειάς και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 18,24 μ. με ιδιοκτησία Σ., δυτικά σε πλευρά 19,20 μ. με δημοτικό δρόμο, βόρεια σε πλευρά 29 μ. με δημοτικό δρόμο και νότια σε πλευρά 23,01 μ. με ιδιοκτησία Σ. Α.. Ότι το ανωτέρω οικόπεδο απέκτησε κατά κυριότητα η μητέρα της από την Κ./να χήρα Κ.. Μ., που ήταν κυρία αυτού, με το .../1974 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Ε.. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι η τελευταία αγόρασε το ίδιο οικόπεδο με το 25121/1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Λ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα από τους α) Μ. Μ., β) Χ. Μ., γ) Π. Μ., δ) Β. Σ., ε) Σ. Φ., στ) Α. Π., ζ) Ι. Π., η) Χ. Ν. Π. και θ) Χ. Α. Π., οι οποίοι ήταν κύριοι αυτού του οικοπέδου, αποτελούντος τμήμα μείζονος έκτασης 80 στρεμμάτων, το οποίο κατείχαν και ενέμοντο οι δικαιοπάροχοί τους από το έτος 1861. Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, καθώς αναφέρεται η θέση του, όπως επίσης αναφέρονται οι πλευρικές του διαστάσεις, οι συνορίτες του, καθώς και το εμβαδόν του, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής να προσδιοριστεί η θέση του επιδίκου μέσα στην ανωτέρω έκταση των 80 στρεμμάτων, από την οποία προήλθε, καθώς αυτό δεν διεκδικείται ως μέρος της ευρύτερης αυτής έκτασης, αλλά ως αυθύπαρκτο και αυτοτελές ακίνητο, με συγκεκριμένο προσδιορισμό της θέσης και των ορίων του. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης που αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι είχε προβάλλει με το δεύτερο λόγο της έφεσής του την ένσταση αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης σχετικά με τον τρόπο κτήσης κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία και μάλιστα ως προς όλα τα στοιχεία της και ειδικότερα σχετικά με το συγκεκριμένο χρόνο νομής κάθε νομέα, συγκεκριμένες πράξεις νομής καθενός από αυτούς και στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η καλή πίστη των νομέων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, η ενάγουσα εκθέτει σ' αυτήν ότι από την περιέλευση τόσο στην ίδια όσο και στους αναφερόμενους δικαιοπαρόχους της του επιδίκου ακινήτου, ασκούσαν σε αυτό όλες της πράξεις νομής που προσιδιάζουν στο νομέα, περιφράσσοντας αυτό, καλλιεργώντας το με δημητριακά, καθαρίζοντάς το, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από οποιονδήποτε. Επομένως, η αγωγή, ενόψει και του χρόνου που εκτίθεται σ' αυτήν κατά τον οποίο το επίδικο περιήλθε στην ενάγουσα και στον καθένα από τους δικαιοπαρόχους της, περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της και τη θεμελίωση της έκτακτης χρησικτησίας και συνακόλουθα, το Εφετείο απορρίπτοντας σιωπηρά το σχετικό λόγο έφεσης περί αοριστίας της αγωγής για τον ανωτέρω λόγο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στον οικισμό ... Λιβαδειάς, έχει έκταση 478,83 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ., δυτικά με δημοτικό δρόμο, βόρεια με δημοτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Σ. Α.. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην ενάγουσα, αιτία γονικής παροχής, από τη μητέρα της Π. χήρα Χ. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Α. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λιβαδειάς στον τόμο 533 και αριθμό ...809. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην ως άνω δικαιοπάροχο της ενάγουσας από αγορά από την Κ. χήρα Κ. Μ., το γένος Γ. Τ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1974 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Ε. Δ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λιβαδειάς στον τόμο 317 και αριθμό 37.750. Η τελευταία, είχε αγοράσει το οικόπεδο αυτό δυνάμει του υπ' αριθμ. 25.121/1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Λ. Π., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λιβαδειάς στον τόμο 228 και αριθμό ..., από τους α) Μ. Μ., β) Χ. Μ., γ) Π. Μ., δ) Β. Σ, ε) Σ. Φ., στ) Α. Π., ζ) Ι. Π., θ) Χ. Α. Π., οι οποίοι ήταν κύριοι αυτού του οικοπέδου, αποτελούντος τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 80 στρεμμάτων. Το επίδικο ακίνητο νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, τόσο η ενάγουσα από το χρόνο μεταβιβάσεως σ' αυτήν του επιδίκου με το προαναφερόμενο συμβόλαιο το έτος 1991 μέχρι την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, όσο και οι δικαιοπάροχοί της, ήτοι η μεν παρέχουσα μητέρα αυτής (ενάγουσας) από το έτος 1974 μέχρι το χρόνο μεταβιβάσεως του επιδίκου στην ίδια (ενάγουσα), η δε Κ. Μ. από το έτος 1965 μέχρι το χρόνο μεταβίβασης του επιδίκου στη μητέρα της ενάγουσας το έτος 1974, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου. Ειδικότερα, οριοθετούσαν αυτό, το επέβλεπαν από καταπατήσεις τρίτων και το καταμετρούσαν, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκε ποτέ στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Εξάλλου, το επίδικο ποτέ δεν είχε τα χαρακτηριστικά του δάσους, ούτε αποτελούσε εκχερσωμένη παράνομα δασική έκταση, δεν καλύπτονταν ποτέ από άγρια ξηλώδη φυτά, ούτε μπορούσε να παράγει δασικά προϊόντα, καθόσον ουδέποτε είχε δέντρα και άρα δεν αποτελούσε εκ του λόγου αυτού δημόσιο κτήμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν. Όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες ετών λήψεως1945, 1960 κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1945 μέχρι το 1960, το επίδικο ακίνητο είχε το χαρακτήρα χορτολιβαδικής έκτασης επιδεκτικής καλλιέργειας, ενώ ουδέποτε υπήρξε άγονη και βραχώδης έκταση, ούτε βρίσκεται εντός ή πλησίον δάσους ή δασικής έκτασης. Αντίθετα, βρίσκεται εντός του περιγράμματος του οικισμού Π. Χ., όπως αυτός οριοθετήθηκε με το Π.Δ. 24/31-5-1985 και περιβάλλεται από εκτάσεις καθαρά αγροτικές που ανήκουν σε ιδιώτες, πολλές από τις οποίες έχουν ήδη οικοδομηθεί, νοτιότερα δε του επιδίκου παρατηρείται στις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες εικόνα αμιγούς συστηματικής αγροτικής καλλιέργειας. Για πολλές από αυτές τις εκτάσεις, έχουν ήδη εκδοθεί τελεσίδικες (και αμετάκλητες) αποφάσεις, κατόπιν αντιδικιών μεταξύ των ιδιωτών και του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγνωρίζουν (οι αποφάσεις αυτές) την κυριότητα των ιδιωτών επί των παρακειμένων του επιδίκου ακινήτων, τα οποία κρίθηκε ότι αποτελούν τμήματα ενιαίας μείζονος έκτασης 180 στρεμμάτων (βλ. ενδεικτικά την υπ' αριθμ. 1263/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου και τις υπ' αριθμ. 11/2015, 51/2009, 1318/2008, 5448/2002, 1191/1992, 941/1988 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας). Επομένως, το επίδικο ακίνητο αποτελεί πεδινή χορτολιβαδική και γεωργικά καλλιεργούμενη ως άνω έκταση και γι' αυτό, σε κάθε περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 6 περ. β' του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, που δεν θεωρούνται δασικές εκτάσεις και όχι στην περίπτωση του άρθρου 6 παρ. 3 του ίδιου νόμου (χορτολιβαδικές εκτάσεις). Η επίκληση από το εναγόμενο της νομοθετικής μεταβολής που επήλθε στο άρθρο 3 του Ν. 998/1979 με την προσθήκη 7ης παραγράφου με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3.208/2003 γίνεται αλυσιτελώς, διότι η νομοθετική αυτή μεταβολή ρητά αναφέρεται στις "δημόσιες" εποικιστικές εκτάσεις των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 6 του Ν. 998/1979... Η επίδικη όμως έκταση δεν είναι κατά τα αναφερόμενα δημόσια, αλλά ιδιωτική. Άρα, δεν τελεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας, όπως η άνω νεότερη προσθήκη προβλέπει. Περί του χαρακτήρα του επιδίκου σαφές είναι το συμπέρασμα (και η αιτιολογία) της άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία το επίδικο δεν είχε ποτέ χαρακτηριστικά δάσους, αφού διαχρονικά και τουλάχιστον από το έτος 1945, που υπήρχαν οι πρώτες αεροφωτογραφίες της περιοχής, δεν εμφανίζουν ίχνος από άγρια ξηλώδη φυτά, αλλά πρόκειται για ασκεπή περιοχή. Το συμπέρασμα αυτό, στηριζόμενο και στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και εφεξής, ενισχύεται πέραν των άλλων στοιχείων (μαρτύρων) και στο άνω ίδιο χαρακτήρα του όλου ακινήτου των 180 στρεμμάτων, όπως σχετικά, κατά τα άνω, έχουν γίνει δεκτά με όλες τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις. Η κρίση αυτή περί του μη δασικού χαρακτήρα και του άνω τμήματος, ενισχυόμενο από όλα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν (σε σχέση με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το χαρακτήρα του όλου ακινήτου) δεν αναιρείται από το γεγονός ότι όλη η επίδικη έκταση, κατά την κτηματογράφηση της ευρύτερης περιοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 248/1976, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 998/1979, εμπεριέχεται εντός ευρύτερης έκτασης, με κωδικό αριθμό κτήματος ...7641, που χαρακτηρίζεται ως δημόσια δασική έκταση. Επομένως, η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται και στην εκκαλούμενη απόφαση, με την κατά τα άνω γονική παροχή, έχοντας περιέλθει σ' αυτήν κατά κυριότητα από την άμεση δικαιοπάροχο μητέρα της, που ήταν αληθής κυρία του επιδίκου ακινήτου, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενη αυτό πλέον των είκοσι ετών από το έτος μεταβίβασης μέχρι το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής (2008), προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και αυτόν της άμεσης και των απώτερων δικαιοπαρόχων της, από το έτος 1965 και εντεύθεν και δεν ήταν αναγκαίο, λόγω ακριβώς του ότι δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα (δάσος ή δασική έκταση κ.λ.π.), αλλά ιδιωτική έκταση, να έχει συμπληρωθεί η έκτακτη (τριακονταετής) χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915, όπως απαιτείται για το δημόσια κτήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις αφενός του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και αφετέρου του άρθρου 12 του ν.δ/τος της 22-4/16-4-1983 "περί διοικητικής αποβολής από τα κτήματα της Αεροπορικής Αμύνης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς περιέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Όσον αφορά δε ειδικότερα το δασικό ή μη χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, ζήτημα δηλαδή που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, παραθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα και με βάση τα οποία συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο αποτελεί ιδιωτική έκταση και όχι δημόσιο κτήμα, όπως ισχυρίστηκε πρωτοδίκως το αναιρεσείον και επανέφερε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την έφεσή του. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα, είναι αβάσιμα. Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-11-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 44/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ