Αριθμός 2234/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία " …", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ι. Μ. του Κ. με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Βαζάκα. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3055/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6320/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως αποδεικνύεται από την .../12-2-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία του το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576 ΚΠολΔ). ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 6 § 1 ν. 3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν' ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθ. 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 705/2013, 404/2008). Η μη κοινοποίηση δηλ. της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 705/2013, 1619/2006). Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλ. όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων (ΑΠ 404/2008). Η καθιερουμένη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 240, 241, 242 και 243 ΑΚ (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθ. 144 § 1 και 145 § 2 ΚΠολΔ) αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμον εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (πρβλ.ΑΠ 404/2008, 1938/2007). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθ. 6 § 1 ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθ. 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 705/2013), ισχύει και στην περίπτωση της σύμφωνα με τα άρθ. 5 §§ 1 και 2 ν. 2112/1920 και 6 § 1 του β.δ. της 16/18-7-1920 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω της υποβολής κατά του μισθωτού μήνυσης για αξιόποινη πράξη που διέπραξε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του κ.λπ. (περίπτωση, κατά την οποία δεν οφείλεται καταρχήν αποζημίωση απόλυσης), εφόσον η καταγγελία προσβάλλεται και ως καταχρηστική κατ' άρθ. 281 ΑΚ (όπως, όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς τον μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), καθόσον από τότε ο μισθωτός γνωρίζει τις συνθήκες ακυρότητας της απόλυσής του, και στην περίπτωση δηλ. αυτή η ως άνω τρίμηνη προθεσμία αρχίζει από την επομένη της διά της καταγγελίας λύσης της σύμβασης (ΑΠ 1272/2010). Κατά τα προαναφερθέντα, αφετηρία της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος της λύσης της σύμβασης με την καταγγελία της από τον εργοδότη, την ανακοίνωση δηλ. εκ μέρους αυτού της βούλησής του για την λύση της, και όπως η βούληση αυτή εκφράζεται και εξειδικεύεται με την (έγγραφη) καταγγελία, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 1, 3 § 5 του β.δ. από 16/18-7-1920 και 5 ν. 3198/1955, είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία (θεωρουμένη έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη γι' αυτήν νόμιμη αποζημίωση) και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης εργαζόμενος λαμβάνει γνώση αυτής (ΑΠ 1619/2006), γνώση δηλ. της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, η βούληση αυτή εκφράζεται και συγκεκριμενοποιείται στην (περιέχουσα αυτήν) καταγγελία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) εξέθεσε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με την αναιρεσείουσα εταιρεία την 3-6-1998 προσλήφθηκε απ' αυτήν, προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του αδειούχου ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξης, ότι επειδή η εναγομένη ηρνείτο να του καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές της ειδικότητας αυτής προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και στο τοπικό κατάστημα του ΙΚΑ, ενώ στην συνέχεια άσκησε στο ίδιο ως άνω δικαστήριο (μαζί με άλλον εργαζόμενο στην εναγομένη) την από 5-11-2007 αγωγή, αμέσως επιδοθείσα στην εναγομένη, για την επιδίκαση διαφορών μεταξύ των καταβλητέων και καταβαλλομένων αποδοχών, ότι την 19-11-2007 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, λόγω προηγουμένης υποβολής εκ μέρους της, όπως ανέφερε στην καταγγελία, μήνυσης σε βάρος του για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που ο ενάγων είχε δήθεν διαπράξει σε βάρος της με όσα είχε ισχυρισθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο τοπικό κατάστημα του ΙΚΑ, ότι η καταγγελία αυτή, για την οποία δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, είναι άκυρη και ως καταχρηστική, διότι η υποβληθείσα εναντίον του μήνυση ήταν αναληθής και προσχηματική και έγινε προκειμένου να τον απολύσει, για να τον εκδικηθεί επειδή διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, ύστερ' από περιορισμό των αρχικών καταψηφιστικών αιτημάτων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και η υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή των ζητηθέντων μισθών υπερημερίας κ.λπ., επικουρικά δε ότι οφείλει να του καταβάλει το εκεί ποσό ως αποζημίωση απόλυσης. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 6320/2011 απόφασή του, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερ' από έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης, δέχθηκε, εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η εναγομένη την 16-11-2007 κοινοποίησε στον ενάγοντα εξώδικη δήλωση, με την οποία, αφού εξέθεσε την τέλεση από μέρους του των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης σε βάρος της και την υποβολή κατ' αυτού της από 16-11-2007 έγκλησης, τον κάλεσε ν' αποχωρήσει από την εργασία του την 19-11-2007, καταγγέλλοντας την σύμβαση εργασίας του, ότι η καταγγελία αυτή, γενομένη χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είναι άκυρη, μη εμπίπτουσα στην διάταξη του άρθ. 5 § 1 ν. 2112/1920 (ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, λόγω προηγουμένης υποβολής μήνυσης), καθόσον η υποβολή της ως άνω έγκλησης ήταν προσχηματική, προς αποφυγή εκ μέρους της εναγομένης της νόμιμης υποχρέωσής της για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, και κατά συνέπεια η καταγγελία αυτή της σύμβασης εργασίας λόγω τέλεσης των ως άνω αδικημάτων από τον ενάγοντα είναι καταχρηστική κατ' άρθ. 281 ΑΚ και εκ της αιτίας αυτής άκυρη, ότι η ένδικη αγωγή "που αφορά την ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ασκήθηκε εμπροθέσμως, ήτοι εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθ. 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 από της καταγγελίας και λύσης της σύμβασης εργασίας, η οποία άρχεται την επομένη της λύσης της σύμβασης εργασίας, ήτοι από την 20-11-2007, διότι η εναγομένη με την από 15-11-2007 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα με την υπ' αριθ...../16-11-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή....., καλούσε αυτόν να αποχωρήσει από την εργασία του στις 19-11-2007, η δε υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε την 19-2-2008...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του, η επίμαχη καταγγελία επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα την 16-11-2007 και με αυτήν η αναιρεσείουσα εναγομένη, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, τον καλούσε ν' αποχωρήσει από την εργασία του την 19-11-2007, η οποία, κατά τα περαιτέρω γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, ήταν, σύμφωνα με την περιεχομένη στην καταγγελία δήλωση βούλησης της εναγομένης, ημέρα της διά της καταγγελίας λύσης της σύμβασης. Στην συνέχεια έκρινε ότι η αγωγή, επιδοθείσα την 19-2-2008, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, αφού η λύση της σύμβασης λόγω της καταγγελίας επήλθε την 19-11-2007 και ότι επομένως η ως άνω προθεσμία άρχισε την 20-11-2007, επειδή η εναγομένη με την ως άνω εξώδικη δήλωσή της κάλεσε τον ενάγοντα ν' αποχωρήσει από την εργασία του την 19-11-2007, καταγγέλλοντας από την ημερομηνία αυτή τη σύμβαση. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το συναφές σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά δε το σκέλος του από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου για παρά το νόμο μη απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης για τον ως άνω λόγο (εκπρόθεσμη άσκηση), κατά πάσα περίπτωση ως απαράδεκτος, διότι κατά την έννοια της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ή απαραδέκτου ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες και απαράδεκτα (ΟλΑΠ 1331/1995, ΑΠ 415/2011) και όχι στα ουσιαστικά απαράδεκτα, όπως είναι, κατά τα προαναφερθέντα, το απαράδεκτο που δημιουργείται από την τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση αγωγής που αναφέρεται σε αξιώσεις από άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας. ΙII. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει, από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμία απόδειξη, δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτεται στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη η αιτίαση, ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι επειδή ο αναιρεσίβλητος ενάγων πίστευε εσφαλμένα ότι δικαιούται τις αμοιβές ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξης κατέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και το αρμόδιο κατάστημα ΙΚΑ, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι διεκδικεί την καταβολή νομίμων αποδοχών, και ότι εξαιτίας της προσφυγής αυτής η αναιρεσείουσα εναγομένη υπέβαλε την από 16-11-2007 προσχηματική έγκλησή της, προκειμένου να τον απολύσει ακύρως, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας στο ενγένει αποδεικτικό πόρισμά του (άρα και στις επίμαχες ως άνω επιμέρους παραδοχές) κατέληξε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά, όπως και στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται, με βάση τις ένορκες καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, τις προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. ΙV. (A) (1) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Kατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντίθετα, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1123/2013). (2) Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 § 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση, ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης ως άνω διάταξης να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. (3) Επίσης, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ., ούτε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Άρνηση, ειδικότερα, αποτελεί επί αγωγής μισθωτού με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της εκ μέρους του εργοδότη καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (και δη ως καταχρηστικής) και αξιώσεις απ' αυτήν, ο ισχυρισμός του εργοδότη περί προηγουμένης (σιωπηράς) καταγγελίας της ίδιας σύμβασης από τον εργαζόμενο με επίμεμπτη και αντισυμβατική συμπεριφορά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν. Περαιτέρω, σε συνέχεια και συνάφεια με τα προαναφερθέντα, σε σχέση με τον αναιρετικό αυτόν λόγο από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθ. 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στο όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης (και την τυχόν ασκηθείσα αντέφεση), εάν δε το Εφετείο ενεργώντας καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης κ.λπ. ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης που δεν που δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση του εναγομένου, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 367/2011). Εξάλλου, κατά το άρθ. 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος ν' ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση (εκτός αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν), κατά δε το άρθ. 534 του ίδιου Κώδικα, αν το αιτιολογικό της εκκληθείσας απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό ορθό, το Εφετείο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι και εάν το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθ. 534 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εκτός εάν το εντεύθεν παραγόμενο δεδικασμένο είναι δυσμενέστερο και ως εκ τούτου επέρχεται βλάβη του διαδίκου που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναίρεσης (ΑΠ 298/2010, 134/2008, 1253/2005). (4) Τέλος, κατά τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ. σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ). Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με την μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά, με την παράλειψη κρίσιμων περικοπών, και πρέπει ν' αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου. (Β) Εξάλλου, από τα άρθ. 669 § 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/ 1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και το κύρος της δεν εξαρτάται, καταρχήν, από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλ' αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου, η άσκηση, όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθ. 281 ΑΚ, δηλ. της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και επομένως άκυρη σύμφωνα με τα άρθ. 174 και 180 ΑΚ. Η καταγγελία, ειδικότερα, της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, η οποία είναι άκυρη και εάν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η προβλεπομένη γι' αυτήν νόμιμη αποζημίωση (άρθ. 5 § 3 ν. 3198/1955), είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που αυτή οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού ως εκ του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και ν' αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθ. 281 ΑΚ, πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την εκ μέρους του παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 5 §§ 1 και 2 ν. 2112/1920, 6 § 2 του β.δ. από 16/18-7-1929 και 7 ν. 3198/1955 συνάγεται ότι ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εάν κατά του εργαζομένου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού και της εξαιτίας αυτής διατάραξης της εργασιακής σχέσης δεν υπόκειται, όπως προαναφέρθηκε, στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθ. 281 ΑΚ, εκτός εάν στην πραγματικότητα η καταγγελία για τον ως άνω λόγο έγινε και για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθ. 281 ΑΚ, κατά τα προαναφερθέντα, όπως όταν έγινε ύστερ' από ψευδή και προσχηματική έγκληση, που υποβλήθηκε από τον εργοδότη παρά το αβάσιμο της καταγγελίας, για λόγους εκδίκησης ή εχθρότητας ή για καταστρατήγηση των από τον ως άνω ν. 2112/1920 ή από άλλο νόμο δικαιωμάτων του μισθωτού, και είναι ως εκ τούτου άκυρη και ως καταχρηστική, καθόσον στην περίπτωση αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που καθορίζονται στην ως άνω διάταξη (ΑΠ 1272/2010, 673/2009, 196/2008). Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος (και που την καθιστούν καταχρηστική), αλλά για άλλους που την αιτιολογούν αποτελεί (όχι ένσταση αλλά) αιτιολογημένη άρνηση της αποτελούσης βάση της αγωγής καταχρηστικότητας της καταγγελίας. Εξάλλου, στους περιορισμούς του άρθ. 281 ΑΚ υπόκεινται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, είναι δηλ. καταχρηστική η άσκησή τους, όταν υπερβαίνει τα τιθέμενα στην διάταξη αυτή ως άνω όρια: (α) Το δικαίωμα του εργαζομένου ν' αξιώσει κατ' άρθ. 656 ΑΚ λόγω άκυρης (και δη ως καταχρηστικής) καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μισθούς υπερημερίας, τέτοια δε υπέρβαση υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί ν' ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει απ' αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας, για να θεωρηθεί δηλ. καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος αυτού του εργαζομένου απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (β) Το δικαίωμα του εργαζομένου κατ' άρθ. 1 ν. 2112/1920 για την καταβολή της οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης, όταν ο εργαζόμενος επιδεικνύει συμπεριφορά που συνιστά υπαίτια αθέτηση των υποχρεώσεών του από την σύμβαση εργασίας (η οποία εντονότερα από τις άλλες ενοχικές σχέσεις διέπεται από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και δημιουργεί διαρκή σχέση προσωπικής συνεργασίας και εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται και ακαταλληλότητα για την εργασία που έχει προσληφθεί) και τούτο γίνεται επίτηδες για να εξαναγκασθεί ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβαση, ώστε ο μισθωτός να εισπράξει την ως άνω αποζημίωση, στην οποία και μόνο αποβλέπει, αλλά δεν θα εισέπραττε, αν αποχωρούσε οικειοθελώς. Τέλος, ως καταγγελία (σιωπηρή) εκ μέρους του εργαζομένου της σύμβασης εργασίας του (με την ειδικότερη μορφή της παραίτησης) μπορεί να θεωρηθεί, σύμφωνα με τα άρθ. 5 § 3 ν. 3198/1955, 173, 200 και 288 ΑΚ, η αποχή του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διαρκείας κ.λπ., ύστερ' από εκτίμηση των συνθηκών της αποχής. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) εξέθεσε, όπως προαναφέρθηκε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με την αναιρεσείουσα εταιρεία την 3-6-1998 προσλήφθηκε απ' αυτήν, προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του αδειούχου ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξης, ότι, επειδή η εναγομένη ηρνείτο να του καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές της ειδικότητας αυτής, προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και στο τοπικό κατάστημα του ΙΚΑ, ενώ στην συνέχεια άσκησε στο ίδιο ως άνω δικαστήριο (μαζί με άλλον εργαζόμενο στην εναγομένη) την από 5-11-2007 αγωγή, αμέσως επιδοθείσα στην εναγομένη, για την επιδίκαση διαφορών μεταξύ των καταβλητέων νομίμων, ως άνω, και καταβαλλομένων αποδοχών, ότι την 19-11-2007 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, λόγω προηγουμένης υποβολής εκ μέρους της, όπως ανέφερε στην καταγγελία, μήνυσης σε βάρος του για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που ο ενάγων είχε δήθεν διαπράξει σε βάρος της με όσα είχε ισχυρισθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο τοπικό κατάστημα του ΙΚΑ, ότι η καταγγελία αυτή, για την οποία δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, είναι άκυρη και ως καταχρηστική, διότι η υποβληθείσα εναντίον του μήνυση ήταν αναληθής και προσχηματική και έγινε προκειμένου να τον απολύσει, για να τον εκδικηθεί επειδή διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, ύστερ' από περιορισμό των αρχικών καταψηφιστικών αιτημάτων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και η υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή των ζητηθέντων μισθών υπερημερίας κ.λπ., επικουρικά δε ότι οφείλει να του καταβάλει το εκεί ποσό ως αποζημίωση απόλυσης. (2) Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3055/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι (α) ο ενάγων αδειούχος ηλεκτροσυγκολλητής Β' τάξης, προσελήφθη την 3-6-1998, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη εταιρεία κατασκευής και εμπορίας κουφωμάτων αλουμινίου και συστημάτων ασφαλείας ως τεχνίτης σιδηρουργός (β) επειδή η εναγομένη ηρνείτο να του καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές για την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, ο ενάγων προσέφυγε επανειλημμένα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και το τοπικό κατάστημα ΙΚΑ και άσκησε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου (μαζί με άλλον συνάδελφό του) την από 5-11-2007 αγωγή, ζητώντας την καταβολή της διαφοράς μεταξύ των καταβλητέων, σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ, και καταβαλλομένων αποδοχών, για τα έτη 2002 - 2003 (γ) η εναγομένη μετά την κοινοποίηση σ' αυτήν της παραπάνω αγωγής υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 16-11-2007 έγκλησή της (σε βάρος αμφοτέρων των ως άνω εργαζομένων) για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρονται ότι τελέσθηκαν σε βάρος της με τις ψευδείς, κατά τους ισχυρισμούς της, αναφορές προς τις ως άνω δημόσιες αρχές και παράλληλα την αυτή ημερομηνία, δηλ. την 16-11-2007, κοινοποίησε στον ενάγοντα εξώδικη δήλωση, με την οποία τον κάλεσε ν' αποχωρήσει από την εργασία του από 19-11-2007 και δήλωσε ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του (δ) η δήλωση αυτή επέχει θέση καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας και επειδή έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είναι άκυρη, καθόσον δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η καταγγελία αυτή εμπίπτει στο άρθ. 5 § 1 ν. 2112/1920, ώστε να μην υπάρχει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω προηγουμένης υποβολής μήνυσης σε βάρος του εργαζομένου, διότι η υποβληθείσα έγκληση κρίνεται προσχηματική προς αποφυγή εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας της νόμιμης υποχρέωσής της για την καταβολή της αποζημίωσης, ειδικότερα δε η υποβολή της έγκλησης μεθοδεύθηκε μετά την κοινοποίηση στην εναγομένη της προηγουμένης αγωγής του ενάγοντος (και του συναδέλφου του) για την καταβολή διαφορών αποδοχών και ήδη ικανό χρονικό διάστημα μετά τις καταγγελίες του ενάγοντος στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και στο ΙΚΑ, ενώ, παρεμπιπτόντως, η προσφυγή και αναφορά του εργαζομένου στις αρμόδιες αρχές προς αναζήτηση προστασίας και διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του δεν στοιχειοθετεί τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης (ε) σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι πρόδηλο ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ύστερ' από την υποβολή της ως άνω έγκλησης σε βάρος του ενάγοντος προσκρούει στην διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, ως υπερβαίνουσα καταδήλως τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταγγελίας και είναι εξ αυτής της αιτίας άκυρη. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκληθείσα απόφασή του, αφού απέρριψε ως αόριστη την αγωγή κατά την βάση της για την καταβολή - λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας - μισθών υπερημερίας, δέχθηκε αυτήν ενμέρει, αναγνώρισε την ακυρότητα της επίμαχης καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας και υποχρέωσε την εναγομένη ν' αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος στην ίδια θέση και με τους αυτούς όρους ως και πριν από την καταγγελία. (3) Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα εναγομένη άσκησε έφεση, πλήττοντας αυτήν ως προς όλα τα κεφάλαιά της, παραπονουμένη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων (α) έκρινε ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ασκήθηκε εντός της κατ' άρθ. 6 § 1 ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την λύση της σχέσης εργασίας (πρώτος λόγος έφεσης), η εσφαλμένη δε αυτή κρίση του Πρωτοδικείου ερείδεται στην εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου της από 15-11-2007 επικουρικής καταγγελίας από την εναγομένη της μεταξύ των διαδίκων από 3-6-1998 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (δεύτερος λόγος έφεσης) (β) δέχθηκε, χωρίς μάλιστα, ειδικότερα, να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και δη τα έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση η εναγομένη, ότι ο ενάγων εργαζόταν σ' αυτήν ως ηλεκτροσυγκολλητής Β' τάξης και, συνακόλουθα, ότι το περιεχόμενο των ψευδών καταγγελιών του στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας την 14-6-2007 και στο ΙΚΑ την 28-9-2007 ήταν αληθές και έγινε προς αναζήτηση προστασίας και διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, ενώ έπρεπε να δεχθεί, όπως πλήρως αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων εργαζόταν (αρχικά στην ατομική επιχείρηση του Ι. Μ. και στην συνέχεια στην εναγομένη εταιρεία) ως τεχνίτης σιδηρουργός και όχι ως ηλεκτροσυγκολλητής (και μάλιστα προϊστάμενος του -ανυπάρκτου - τμήματος ηλεκτροσυγκόλλησης), όπως ψευδώς ισχυρίσθηκε (τρίτος λόγος έφεσης) (γ) παραβίασε τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην έννοια της κύριας και παρεμφερούς απασχόλησης και της πρόσθετης εργασίας (τέταρτος λόγος έφεσης) (δ) απέρρριψε την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων του ενάγοντος και έκρινε άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ενώ (όπως πλήρως αποδείχθηκε) η καταγγελία αυτή προκλήθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα, με σκοπό ν' αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της εναγομένης, δηλ. αφενός να του καταβληθούν αναδρομικά από το 1998 οι μεγαλύτερες αποδοχές του ηλεκτροσυγκολλητή και όχι του τεχνίτη σιδηρουργού, που πραγματικά ήταν, και αφετέρου να συνταξιοδοτηθεί ή ν' απολυθεί από την εναγομένη με βάση τις υπέρτερες αυτές αποδοχές του ηλεκτροσυγκολλητή (πέμπτος λόγος έφεσης) και (στ) έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε από την εναγομένη μόνο εξαιτίας της υποβολής της από 16-11-2007 έγκλησής της κατ' αυτού (και του K. Α.) για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της απόπειρας απάτης ιδιαίτερα μεγάλου ποσού, ενώ η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία ασκήθηκε επικουρικά για την περίπτωση που θεωρηθεί ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν συνιστά καταγγελία της σύμβασης από τον ίδιο, ερείδεται στο σύνολο της παράνομης, αντισυμβατικής και ως εκ τούτου καταχρηστικής συμπεριφοράς του, που προκάλεσε σοβαρότατα προβλήματα στην λειτουργία της επιχείρησης και κλόνισε σοβαρότατα την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπο αυτού, η υποβολή δηλ. της ως άνω έγκλησης αφορά μόνο τις ψευδείς καταγγελίες στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και το ΙΚΑ και όχι την συνολικά παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά του εναγομένου, εσφαλμένα δε έκρινε και ότι η υποβολή της μήνυσής της ήταν προσχηματική, προκειμένου ν' αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθ. 5 § 1 ν. 2112/1920 (έκτος λόγος έφεσης). (4) Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερ' από την ως άνω έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης, με την προσβαλλομένη 6320/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε την 3-6-1998 αρχικά από την ατομική επιχείρηση του Ι. Μ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί με την ειδικότητα του τεχνίτη σιδηρουργού, ότι το έτος 2001 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή, πώληση και τοποθέτηση κάθε είδους κατασκευών (παράθυρα, θύρες, παντζούρια κ.λπ.) από αλουμίνιο, σίδηρο ή άλλα μέταλλα ή από άλλα υλικά κατασκευής, ότι ο ενάγων μετά την ίδρυση της εναγομένης εταιρείας συνέχισε να παρέχει την εργασία του σ' αυτήν με την ειδικότητα και τους όρους που την παρείχε έως τότε, δηλ. έκοβε στο πριόνι τις κάσες, τις κλειδαριές και τα αλουμίνια, μοντάριζε τα αλουμίνια μέσα στο "μπόι" της κλειδαριάς και τις τρύπαγε σε ειδικό μηχάνημα, μετά διαμόρφωνε τις κάσες σε πρεσάκια και τις τρυπούσε στο δρέπανο και τέλος κολλούσε τους μεντεσέδες με ηλεκτροσυγκόλληση, η εργασία δε αυτή διαρκούσε κατά μέσο όρο δέκα περίπου λεπτά της ώρας για κάθε κόλληση, ότι ειδικότερα ο ενάγων εκτελούσε εργασίες συγκόλλησης εκ περιτροπής με τους λοιπούς εργαζομένους τεχνίτες της εναγομένης, όταν κολλούσε τους μεντεσέδες, μη απασχολούμενος με την ηλεκτροσυγκόλληση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της μίας ώρας ημερησίως, ότι οι περιγραφόμενες ως άνω εργασίες προσιδιάζουν στην ειδικότητα του τεχνίτη σιδηρουργού, με την οποία είχε προσληφθεί ο ενάγων και η οποία ήταν η κύρια εργασία του και όχι αυτή του ηλεκτροσυγκολλητή (που επικαλείται με την αγωγή του), ότι ο ενάγων, έχοντας εσφαλμένα, κατά τα προαναφερθέντα, την πεποίθηση ότι έπρεπε να αμείβεται με τις προβλεπόμενες νόμιμες αποδοχές για την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, ως αδειούχος μάλιστα ηλεκτροσυγκολλητής Β' τάξης, κάτοχος της με αριθ. 54/ΑΓ/1973 άδειας, μετά την άρνηση της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας να καταβάλει αυτές, προσέφυγε επανειλημμένα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και στο κατάστημα ΙΚΑ Ασπροπύργου και περαιτέρω άσκησε, μαζί με άλλο συνάδελφό του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-11-2007 (και με αριθ. κατάθ. 4997/2007) αγωγή, με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθούν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην διαφορά μεταξύ καταβλητέων και καταβαλλομένων αποδοχών, σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ, για τα έτη 2002 έως 2007, ότι μετά την κοινοποίηση της ως άνω αγωγής σ' αυτήν η εναγομένη υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 16-11-2007 έγκλησή της σε βάρος αμφοτέρων των ως άνω εργαζομένων για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρονται ότι τέλεσαν σε βάρος της με τις ψευδείς, κατά τους ισχυρισμούς της, αναφορές τους ενώπιον δημοσίων αρχών, ενώ παράλληλα την αυτή ημερομηνία, δηλ. την 16-11-2007, κοινοποίησε (και) στον ενάγοντα εξώδικη δήλωση, με την οποία, αφού ιστορούσε την τέλεση εκ μέρους του των προαναφερομένων αδικημάτων και την υποβολή σε βάρος του της ως άνω έγκλησης γι' αυτά, τον καλούσε ν' αποχωρήσει από την εργασία του από 19-11-2007, καταγγέλλοντας την σύμβαση εργασίας του, ότι η ως άνω καταγγελία γενομένη χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είναι άκυρη, καθόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 5 § 1 ν. 2112/1920, ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω προηγουμένης υποβολής μήνυσης σε βάρος του εργαζομένου, ότι ειδικότερα η υποβολή της ανωτέρω έγκλησης μεθοδεύθηκε μετά την κοινοποίηση στην εναγομένη της ως άνω από 5-11-2007 αγωγής του ενάγοντος (και του συναδέλφου του) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο οποίος, έχοντας την πεποίθηση ότι έπρεπε ν' αμείβεται ως ηλεκτροσυγκολλητής, και όχι ως τεχνίτης σιδηρουργός, διεκδίκησε δικαστικά τις αξιώσεις του αυτές, που πίστευε ότι εδικαιούτο (σημειουμένου ότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ήδη με την 1201/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου ως ουσιαστικά αβάσιμη), μη έχοντας περαιτέρω την πρόθεση συκοφαντικής δυσφήμησης ή έκθεσης σε κίνδυνο με ψευδείς αναφορές στις δημόσιες αρχές της αξιοπιστίας της επιχείρησης της εναγομένης εταιρείας, ενώ η προσφυγή και αναφορά του εργαζομένου στις αρμόδιες αρχές προς αναζήτηση προστασίας και διεκδίκηση των νομίμων αποδοχών του (που έστω και εσφαλμένα πιστεύει ότι δικαιούται) δεν στοιχειοθετεί από μόνη της ούτε το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ούτε της συκοφαντικής δυσφήμησης, ότι κατά τα ανωτέρω η υποβληθείσα έγκληση είναι προσχηματική προς αποφυγή εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας της νόμιμης υποχρέωσής της για καταβολή της αποζημίωσης, υποβληθείσα μάλιστα αμέσως μετά την κοινοποίηση της παραπάνω αγωγής του ενάγοντος (και του συναδέλφου του) και ήδη ικανό διάστημα μετά τις καταγγελίες του στην Επιθεώρηση Εργασίας (14-6-2007) και στο ΙΚΑ (2-10-2007), ότι κατά συνέπεια καθίσταται πρόδηλο ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω της τέλεσης των παραπάνω αδικημάτων από τον ενάγοντα υπερβαίνει καταδήλως τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, προσκρούει επομένως στην διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ και είναι εξ αυτής της αιτίας άκυρη. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκληθείσα απόφασή του (α) δέχθηκε ότι η εναγομένη αρνείτο να καταβάλλει στον ενάγοντα τις νόμιμες αποδοχές για την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, ότι η υποβληθείσα σε βάρος του έγκληση ήταν προσχηματική, υποβληθείσα προς αποφυγή της υποχρέωσής της για την καταβολή της αποζημίωσης, καθόσον μεθοδεύθηκε μετά την κοινοποίηση σ' αυτήν της προαναφερθείσας αγωγής του ενάγοντος για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ των καταβλητέων αποδοχών για την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή και των κατωτέρων (του σιδηρουργού) και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ύστερ' από την υποβολή της ως άνω έγκλησης προσκρούει στην διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ και είναι εκ της αιτίας αυτής άκυρη (β) με το σκεπτικό αυτό αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και υποχρέωσε την εναγομένη ν' αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος στην ίδια θέση κ.λπ., ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αν και με ενμέρει διαφορετική αιτιολογία, και αφού αντικατέστησε αυτήν ως άνω (άρθ. 534 ΚΠολΔ) απέρριψε ως αβάσιμους τους προαναφερθέντες τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης. Στην συνέχεια το Εφετείο: (1) Έκρινε απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι η εκ μέρους της ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε επικουρικά, για την περίπτωση δηλ. που θεωρηθεί άκυρη η καταγγελία της σύμβασης αυτής που έγινε από τον ενάγοντα, όπως προκύπτει από την από 15-11-2007 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία αναφέρεται "...επειδή η παράνομη συμπεριφορά σας συνιστά καταγγελία της εργασιακής σας συμβάσεως από υπαιτιότητά σας...." "σας καλούμε να αποχωρήσετε από την εργασίας σας από την 19-11-2007...". Και τούτο, διέλαβε περαιτέρω το Εφετείο, καθόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του μισθωτού μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όπως όταν συνάγεται από πράξεις ή καταστάσεις που υποδηλώνουν έλλειψη πρόθεσης ή αδυναμία να συνεχίσει την εργασιακή σχέση, πλην όμως η βούληση του μισθωτού πρέπει να προκύπτει σαφώς από την όλη συμπεριφορά του, με βάση συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δεν διαλαμβάνει η εναγομένη στην ως άνω δήλωσή της, ούτε πάντως αποδείχθηκαν συγκεκριμένες πράξεις ή καταστάσεις που υποδηλώνουν ρητή ή σιωπηρή δήλωση βούλησης του ενάγοντος για την λύση απ' αυτόν της σύμβασης εργασίας (2) Σε σχέση με την ένσταση της εναγομένης ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος είναι καταχρηστική κατ' άρθ. 281 ΑΚ, καθόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος προκλήθηκε από τον ίδιο που επεδίωξε με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του να του καταβληθούν αναδρομικά, από το 1988, οι υπέρτερες αποδοχές του ηλεκτροσυγκολλητή και όχι του τεχνίτη σιδηρουργού, που πράγματι ήταν, και να συνταξιοδοτηθεί ή ν' απολυθεί από την εναγομένη με βάση τις μεγαλύτερες αυτές αποδοχές, έκρινε ότι τα περιστατικά αυτά, αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθ. 281 ΑΚ, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά την άσκηση των ως άνω αξιώσεών του ο ενάγων ενήργησε με πρόθεση συκοφαντικής δυσφήμησης ή έκθεσης σε κίνδυνο με ψευδείς αναφορές στις δημόσιες αρχές της αξιοπιστίας της επιχείρησης της εναγομένης, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, σκοπός του ήταν η προσφυγή του στις αρμόδιες αρχές προς αναζήτηση προστασίας και διεκδίκησης των νομίμων αποδοχών που πίστευε ότι δικαιούνταν, με βάση δε αυτά και συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε απορρίψει σιωπηρά την ένσταση αυτή, απέρριψε τον πέμπτο λόγο της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο είχε επαναφερθεί ενώπιον αυτού η ως άνω ένσταση. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και σε σχέση με τα παραπάνω η αναιρεσείουσα εναγομένη προβάλλει περαιτέρω τις αιτιάσεις: (i) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεχθέν ότι ο ενάγων, έχοντας την εσφαλμένη πεποίθηση ότι έπρεπε να αμείβεται με τις νόμιμες αποδοχές του ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξης και όχι του τεχνίτη σιδηρουργού, όπως πράγματι ήταν, προέβη στις προαναφερθείσες ενέργειες (προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο ΙΚΑ, άσκηση αγωγής για την καταβολή των διαφορών αποδοχών μεταξύ των ειδικοτήτων αυτών), έλαβε υπόψη μη προταθέντα σχετικό ισχυρισμό από τον ενάγοντα περί εσφαλμένης και εκ παραδρομής πεποίθησης αυτού ότι εργαζόταν ως ηλεκτροσυγκολλητής και όχι ως σιδηρουργός, έλαβε δηλ. υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, ο οποίος τόσο με την αγωγή του όσο και με τις προτάσεις ενώπιον των δικαστηρίων αμφοτέρων των βαθμών δεν περιέλαβε τέτοιο ισχυρισμό (περί δημιουργίας σ' αυτόν εσφαλμένης πεποίθησης ότι εργαζόταν με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή), αλλ' αντίθετα τόσο με την αγωγή του όσο και με τις προτάσεις του ισχυρίζεται συνεχώς ότι εργαζόταν ως ηλεκτροσυγκολλητής Β' τάξης και ότι κατέφυγε στις ως άνω υπηρεσίες για να διεκδικήσει τις νόμιμες αυτές αποδοχές που συνεχίζει να διεκδικεί και με την ένδικη αγωγή, τα "πράγματα" δε αυτά έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον αναιρούν το στοιχείο του δόλου από τις ως άνω ενέργειες του ενάγοντος και συνακόλουθα οδηγούν στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν τέλεσε, ελλείψει δόλου, τα αδικήματα, για το οποία υποβλήθηκε από την εναγομένη η ως άνω έγκληση και ότι επομένως αυτή είναι προσχηματική, η δε καταγγελία της σύμβασης καταχρηστική. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η αναφερομένη στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη πεποίθηση του ενάγοντος ότι έπρεπε ν' αμείβεται με τις νόμιμες αποδοχές του ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξης δεν αποτελεί παρά το νόμο ληφθέν υπόψη μη προταθέν "πράγμα", με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε δε περίπτωση περιέχεται ως έλασσον στους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι ο ενάγων δικαιούνταν τις ως άνω υπέρτερες αποδοχές. (ii) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης επίσης από τον αριθ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τους ως άνω τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσής της και αντικαθιστώντας ενμέρει κατ' εφαρμογή του άρθ. 534 ΚΠολΔ τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να την εξαφανίσει και χωρίς αυτό να ζητηθεί με την έφεσή της (ή τις ενώπιον αυτού προτάσεις αυτής ή του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος), υπερέβη τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και συνεπώς έλαβε υπόψη του μη προταθέν "πράγμα". Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενος διότι το Εφετείο (α) κρίνοντας επί της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος δέχθηκε ότι ορθά κατ' αποτέλεσμα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, διατυπώνοντας συναφές διατακτικό (β) στην συνέχεια δέχθηκε, όπως ακριβώς προβαλλόταν ειδικά με τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων δικαιούνταν της αποδοχές του τεχνίτη σιδηρουργού και όχι του ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξης, όπως εσφαλμένα, κατά την κρίση του Εφετείου, είχε δεχθεί το Πρωτοδικείο, και αντικατάστησε κατά τούτο τις σχετικές αιτιολογίες της εκκληθείσας απόφασης, από την αντικατάσταση δε αυτή δεν δημιουργείται δυσμενέστερο (αλλά ευμενέστερο) για την αναιρεσείουσα εναγομένη δεδικασμένο. (iii) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 281 ΑΚ, ειδικότερα δε ότι το Εφετείο (α) αν και δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν εξαρχής ως τεχνίτης σιδηρουργός και όχι ως ηλεκτροσυγκολλητής Β' τάξης, όπως υποστήριζε με την ένδικη αγωγή του, δέχθηκε στην συνέχεια αναιτιολόγητα ότι αυτός, όταν υπέβαλλε τις σχετικές επανειλημμένες καταγγελίες του κατά της αναιρεσείουσας και άσκησε την συναφή προηγουμένη αγωγή του, είχε την πεποίθηση ότι εργαζόταν ως ηλεκτροσυγκολλητής (δικαιούμενος, άρα, τις αντίστοιχες μεγαλύτερες αποδοχές) και (β) αν και δέχθηκε ως αληθές το περιεχόμενο της από 16-11-2007 καταγγελίας από την αναιρεσείουσα εναγομένη της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και της, έρεισμα αυτής αποτελούσης, από 16-11-2007 έγκλησής της κατ' αυτού, άρα ως ψευδές το περιεχόμενο των ως άνω καταγγελιών του (με τις οποίες αξίωνε τις μεγαλύτερες αποδοχές του ηλεκτροσυγκολλητή), έκρινε τελικά ότι η έγκλησή της ήταν προσχηματική και η με βάση αυτήν καταγγελία της σύμβασης εργασίας άκυρη ως καταχρηστική κατ' άρθ. 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και διατύπωσε σαφές αποδεικτικό πόρισμα ως προς την καταχρηστικότητα της επίμαχης καταγγελίας, με όλες δε τις αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον λόγο αυτόν αποδίδονται στην πραγματικότητα ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του σαφούς ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες, όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών. (iv) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο με την έχουσα το ως άνω περιεχόμενο αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 7 ν. 3198/1955, 5 § 1 ν. 2112/1920, 6 § 1 του β.δ. της 16/18-7-1920 και του άρθ. 281 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε, κατά τους ειδικότερους στον λόγο αυτόν αναίρεσης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι το περιεχόμενο της από 16-11-2007 έγκλησης της αναιρεσείουσας ήταν αληθινό (ότι δηλ. ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε εργάσθηκε σ' αυτήν ως ηλεκτροσυγκολλητής Β' τάξης) και ότι είναι εσφαλμένες και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι καταγγελίες του στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο ΙΚΑ, με τις οποίες ο ενάγων κατήγγειλε ότι η εναγομένη έπρεπε να του καταβάλλει αποδοχές ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξης, καθώς και η με το ίδιο περιεχόμενο προηγουμένη (και απορριφθείσα αγωγή του), ως εκ τούτου δε το αν υπήρξε ή όχι εσφαλμένη πεποίθηση στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα ότι δικαιούνταν τις ως άνω αποδοχές και εξαιτίας της εσφαλμένης αυτής πεποίθησης προέβη στις ψευδείς καταγγελίες είναι ζήτημα υπαιτιότητας που κρίνεται από το ποινικό δικαστήριο που θα εξετάσει, αν στοιχειοθετείται και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθ. 225 ΠΚ, ενώ εξάλλου (α) η αποδεδειγμένα ψευδούς περιεχομένου αναφορά στις αρμόδιες αρχές δεν συνιστά νόμιμη αναφορά προς αναζήτηση προστασίας, αφού οι διεκδικούμενες αποδοχές είναι, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, παράνομες (β) ουδέν πραγματικό περιστατικό περιλαμβάνεται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, στο οποίο να στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε την ως άνω έγκληση για ν' αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης στον ενάγοντα ή επειδή αυτός διεκδίκησε τις νόμιμες αποδοχές του και ότι επομένως η συμπεριφορά της εμπίπτει στην διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε σ' αυτήν συναφώς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, η δε αναφορά σε εσφαλμένη πεποίθηση του ενάγοντος (ότι δικαιούνταν τις ως άνω υπέρτερες αποδοχές) έγινε στα πλαίσια της έρευνας για την θεμελίωση της, σύμφωνα με το άρθ. 281 ΑΚ, καταχρηστικότητας της επίμαχης καταγγελίας. (v) Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης (τελευταίο) ότι: (1) Το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα παραμόρφωσε το παρατιθέμενο εκεί περιεχόμενο της από 16-11-2007 εξώδικης δήλωσης - γνωστοποίησης της αναιρεσείουσας και της από 16-11-2007 έγκλησής της κατά του αναιρεσιβλήτου απομονώνοντας ορισμένα τμήματα αυτών και παραλείποντας άλλα, κρίσιμα μέρη τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει στα επιζήμια για την αναιρεσείουσα συμπεράσματα, κατ' εκτίμηση και σύνοψη των εκεί εκτιθεμένων, ότι (α) σε βάρος του αναιρεσιβλήτου υποβλήθηκε έγκληση μόνο για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραλείποντας το αδίκημα της απόπειρας απάτης ιδιαιτέρως μεγάλου ποσού (β) πέραν των καταγγελιών του αναιρεσιβλήτου στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο ΙΚΑ δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά και άλλη συμπεριφορά (συγκριμένες πράξεις) του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ή καταστάσεις που υποδηλώνουν έλλειψη πρόθεσης αυτού ή αδυναμία για την συνέχιση της σύμβασης εργασίας και ρητή ή σιωπηρή δήλωση βούλησής του για την λύση απ' αυτόν της σύμβασης, μόνο δε οι καταγγελίες αυτές δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά του ενάγοντος, ούτε τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ, εάν δεν παραμόρφωνε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αναγίγνωσκε δηλ. το σύνολο αυτών, θα διαπίστωνε ότι η αναιρεσείουσα με τα έγγραφα αυτά ισχυρίσθηκε ότι (α) τον Ιούνιο του 2007 ο ενάγων, γνωρίζοντας τις λόγω εποχής αυξημένες υποχρεώσεις της εναγομένης εταιρείας, υποκινούσε τους λοιπούς εργαζομένους με την ψευδή αιτίαση ότι δικαιούνται αποδοχές μεγαλύτερες των καταβαλλομένων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σύγχυση σ' αυτούς και καθυστερήσεις στις εργασίες της εταιρείας, και παράλληλα παρουσίασε σ' αυτήν, για πρώτη φορά, φωτοτυπία άδειας ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξης, αξιώνοντας παράνομα και αντισυμβατικά την καταβολή, αναδρομικά από την πρόσληψή του, του αντίστοιχου μισθού, ενώ ήταν πάντοτε τεχνίτης σιδηρουργός, όταν δε η εναγομένη αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις παράνομες αυτές αξιώσεις του, ο ενάγων προέβη την 14-6-2007 και την 2-10-2007 σε εν γνώσει του ψευδείς αναφορές για τα παραπάνω στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και το τοπικό κατάστημα του ΙΚΑ, αντίστοιχα, με σκοπό να παραπλανήσει τις αρχές αυτές, παριστάνοντας ψευδή γεγονότα ως αληθινά, ώστε να βλάψει την περιουσία της εναγομένης, αφενός με την επιβολή σ' αυτήν και την καταβολή μη οφειλομένων εργοδοτικών εισφορών και αφετέρου με την καταβολή σ' αυτόν μη οφειλομένων διαφορών αποδοχών ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 60.654,88 ευρώ κ.λπ. (β) για τον αυτό ως άνω σκοπό, και όχι για να διεκδικήσει μισθολογικές διαφορές, άσκησε την από 5-11-2007 προηγουμένη αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στην οποία εμφανίζει αυτόν ψευδώς ως προϊστάμενο της εναγομένης εταιρείας, διότι ήταν δήθεν ο μόνος ηλεκτροσυγκολλητής που εργαζόταν σ' αυτήν (γ) με τις ως άνω ψευδείς αναφορές και καταγγελίες ο αναιρεσίβλητος ενάγων έβλαψε την καλή φήμη της αναιρεσείουσας εταιρείας στις αρμόδιες αρχές, αλλά κυρίως τους μοναδικούς μετόχους και διαχειριστές της, παρουσιάζοντας αυτούς ως εργοδότες που εκμεταλλεύονται επί δεκαετία το προσωπικό τους, χωρίς να καταβάλλουν τις νόμιμες αποδοχές, υπολογίζοντας με όλα αυτά σε δικά του οφέλη, αλλά και να παραπλανήσει την δικαιοσύνη. Ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο εδώ σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί ως αναπόδεικτος (ουσιαστικά αβάσιμος), διότι δεν προσκομίζονται τα αποδεικτικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμόρφωσε το δικαστήριο της ουσίας. (2) Σε συνέχεια των παραπάνω, ότι το Εφετείο, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, δεν έλαβε υπόψη τους περιεχομένους στα ως άνω, φερόμενα ως παραμορφωθέντα, έγγραφα και ενώπιον αυτού και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προταθέντες παραπάνω ισχυρισμούς της και λόγω της παράλειψης αυτής οδηγήθηκε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι μοναδική πράξη του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου ήταν οι καταγγελίες του στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο ΙΚΑ και στην συνέχεια η έγερση της συναφούς προηγουμένης αγωγής του (για την καταβολή αναδρομικά διαφοράς αποδοχών ηλεκτροσυγκολλητή, τις οποίες πίστευε, πεπλανημένα κατά την αναιρεσιβαλλομένη, ότι δικαιούνταν) και ότι η πράξη αυτή δεν συνιστά από μόνη της, ούτε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από υπαιτιότητά του, ούτε τα εγκλήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη την ως άνω περιγραφομένη συνολική συμπεριφορά του ενάγοντος από τον Ιούνιο του 2007 και την προσπάθειά του, με τον παραπάνω τρόπο, ν' αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της αναιρεσείουσας εναγομένης, θα κατέληγε σε εντελώς διαφορετικό πόρισμα, δηλ. ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος συνιστά καταγγελία της σύμβασης εργασίας από υπαιτιότητά του, άλλως θα αναγνώριζε την εγκυρότητα της από 16-11-2007 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ότι η περαιτέρω άσκηση των δικαιωμάτων και αξιώσεων από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα είναι καταχρηστική. Ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο εδώ σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι: (α) Όπως προαναφέρθηκε, ο ισχυρισμός του εργοδότη, κατά του οποίου ασκείται αγωγή του μισθωτού για την αναγνώριση της ακυρότητας της εκ μέρους αυτού (εργοδότη) καταγγελίας κ.λπ., περί λύσεως ήδη της σύμβασης αυτής με προηγουμένη καταγγελία της από τον μισθωτό, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της βάσης της αγωγής αυτής, η οποία προϋποθέτει ισχυρή και μη λυθείσα σύμβαση εργασίας, και όχι "πράγμα" κατά την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ανεξάρτητα απ' αυτά, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εργασίας ασκήθηκε επικουρικά για την περίπτωση που θεωρηθεί άκυρη η καταγγελία της σύμβασης αυτής που έγινε από τον ενάγοντα "όπως προκύπτει από την από 15-11-2007 εξώδικη δήλωσή της" διαλαμβάνοντας (το Εφετείο) ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του μισθωτού μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όπως όταν συνάγεται από πράξεις ή καταστάσεις που υποδηλώνουν έλλειψη πρόθεσης ή αδυναμία να συνεχίσει την εργασιακή σχέση, η βούληση, όμως, του μισθωτού πρέπει να προκύπτει σαφώς από την όλη συμπεριφορά του με βάση συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δεν αναφέρει η εναγομένη στην παραπάνω δήλωσή της, ενώ εξάλλου (δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο) δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένες πράξεις ή καταστάσεις που υποδηλώνουν ρητή ή σιωπηρή δήλωση βούλησης του ενάγοντος για την λύση απ' αυτόν της σύμβασης εργασίας. Κατά συνέπεια, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν και τα υπόλοιπα περιστατικά, τα οποία κατά την αναιρεσείουσα υποδηλώνουν καταγγελία της σύμβασης από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο μισθωτό και τα οποία, πάντως, κατά τα προαναφερθέντα δεν συνιστούν τέτοια καταγγελία (β) Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι ισχυρισμοί του εναγομένου εργοδότη ότι η προσβαλλομένη από τον ενάγοντα μισθωτό καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ως άκυρη (και δη ως καταχρηστική) δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος και που την καθιστούν καταχρηστική, αλλά για άλλους που την δικαιολογούν και την καθιστούν έγκυρη, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και επομένως η μη λήψη υπόψη τους δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης. (γ) Το Εφετείο ως προς την ένσταση που προέβαλε η εναγομένη ότι η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος είναι καταχρηστική (άρθ. 281 ΑΚ), επικαλουμένη ότι η καταγγελία της σύμβασης προκλήθηκε από τον ίδιο, ο οποίος επεδίωξε με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του, αφενός να του καταβληθούν αναδρομικά, από το έτος 1998, οι μεγαλύτερες αποδοχές του ηλεκτροσυγκολλητή και όχι του τεχνίτη σιδηρουργού, που πράγματι ήταν, και αφετέρου να συνταξιοδοτηθεί ή ν' απολυθεί από την εναγομένη με βάση τις υπέρτερες αυτές αποδοχές, έκρινε ότι τα περιστατικά αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθ. 281 ΑΚ, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, ότι ο ενάγων κατά την άσκηση των αξιώσεων αυτών ενήργησε με πρόθεση συκοφαντικής δυσφήμησης ή έκθεσης σε κίνδυνο, με ψευδείς αναφορές στις δημόσιες αρχές, της αξιοπιστίας της επιχείρησης της εναγομένης, αφού σκοπός του ήταν, κατά τα γενόμενα δεκτά σε άλλο σημείο της απόφασης, η προσφυγή του στις αρμόδιες αρχές προς αναζήτηση προστασίας και διεκδίκηση των νόμιμων αποδοχών που πίστευε ότι δικαιούνταν. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς της εναγομένης που αναφέρονται στην καταχρηστική άσκηση εκ μέρους του ενάγοντος των επιδίκων δικαιωμάτων του και τους απέρριψε για λόγους νομικούς ή ουσιαστικούς, αλλά σε κάθε περίπτωση και εκ των πραγμάτων με παραδοχές αντίθετες προς αυτούς. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-12-2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία " …" για αναίρεση της 6320/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ