Αριθμός 243/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Π., χήρας Π. Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Χαρίτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2029/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2997/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/12/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η την υπό κρίση από 18-12-2017 (9987/975/28-12-2017) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 2997/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 5 παρ. 2 εδαφ.β' του ν. 2496/1997 συνάγεται ότι, με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση). Λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο που καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή και αναλαμβάνει την καταβολή των ασφαλίστρων. Ασφαλισμένος δε είναι το πρόσωπο, που σχετίζεται με την ασφάλιση, αφού αυτή σε δικό του κίνδυνο αφορά, αλλά δεν μετέχει απαραίτητα στις ασφαλιστικές συμφωνίες. Ειδικότερα, είναι το πρόσωπο, του οποίου το συμφέρον απειλείται από τον κίνδυνο (στις ασφαλίσεις ζημιών) ή το πρόσωπο, τη ζωή ή την υγεία του οποίου αφορά η ασφάλιση (στις ασφαλίσεις προσώπων). Ωστόσο, εκτός από τα άνω πρόσωπα, με την ασφάλιση σχετίζεται και ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, εκείνος, δηλαδή, στον οποίο, όταν πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, θα καταβληθεί η ασφαλιστική παροχή. Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί να ταυτίζεται με το λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, είναι, όμως, δυνατό να είναι και τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, στην ασφάλιση προσώπων, ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα φυσικά πρόσωπα, ως ασφαλισμένους, η διάρκεια ή τα συμβάντα της ζωής των οποίων, έχουν συνδεθεί συμβατικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για ασφάλισμα. Το είδος αυτό ονομάζεται ομαδική ασφάλιση και αποτελεί θεσμό των συναλλαγών. Στην ομαδική ασφάλιση καταρτίζεται μεν με μια ασφαλιστική σύμβαση, ιδρύει, όμως, περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, καθώς απέναντι στον ασφαλιστή υπάρχει ένας μεν αντισυμβαλλόμενος (λήπτης της ασφάλισης), αλλά και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπόκεινται στους ίδιους κανόνες. Αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, του επιχειρηματία, το οποίο συμβάλλεται με τον ασφαλιστή, ασφαλισμένοι δε, δηλαδή, τα πρόσωπα που πλήττονται από την πραγματοποίηση του κινδύνου, είναι τα κατ' ιδίαν μέλη της ομάδας, που υπόκεινται σε αυτόν. Αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή-λήπτη της ασφάλισης, οφειλέτης των ασφαλίστρων και αποδέκτης οποιασδήποτε αναγκαίας ειδοποίησης σχετικής με την ασφάλιση, παραμένει ο επιχειρηματίας, ο οποίος συμβάλλεται με τον ασφαλιστή και όχι ο μεγάλος αριθμός των ασφαλισμένων. Στην ομαδική ασφάλιση επί της ζωής τρίτου, αλλά και εν γένει στις ασφαλίσεις προσώπων, δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 2496/1997, να οριστεί είτε ο ίδιος ο εκάστοτε ασφαλισμένος, δηλαδή, το πρόσωπο, που πλήττεται από την πραγματοποίηση του κινδύνου (θάνατος, αναπηρία, ασθένεια), είτε το πρόσωπο που κατονομάζεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, είτε, τέλος, αυτός ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης. Όταν ως δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται άλλο πρόσωπο από τον αντισυμβαλλόμενο-λήπτη της ασφάλισης και ειδικότερα είτε ο ίδιος ο ασφαλισμένος ή τρίτο πρόσωπο, που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει το χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου και ο ασφαλισμένος ή, κατά περίπτωση, ο τρίτος, που αυτός έχει κατονομάσει, με την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου, αποκτούν το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και αποκτούν ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή. Παράλληλα με εκείνο του ασφαλισμένου ή του τρίτου, αλλά, ανεξάρτητα από αυτό, δικαίωμα έχει, στην περίπτωση αυτή, από το άρθρο 410 του Α.Κ. και ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης, ως δέκτης της υπόσχεσης, να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο ή στον τρίτο, που αυτός έχει κατονομάσει. Αντίθετα, όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης (και όχι ο ασφαλισμένος ή ο τρίτος που αυτός κατονομάζει), τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2496/1997, τη μορφή της ασφάλισης για ίδιο λογαριασμό και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης υπέρ τρίτου. Στην περίπτωση αυτή, δικαιούχος του ασφαλίσματος και δέκτης της υπόσχεσης του ασφαλιστή είναι ο αντισυμβαλλόμενος και όχι ο ασφαλισμένος, ο οποίος, απλώς, αποτελεί το πρόσωπο του κινδύνου, χωρίς παράλληλα να έχει την ιδιότητα του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή του δέκτη της υπόσχεσης του ασφαλιστή. Συνεπώς, αυτός ουδέν από τη σύμβαση της ομαδικής ασφάλισης (και εν γένει προσώπου) δικαίωμα αντλεί και γι' αυτό δεν νομιμοποιείται να ασκήσει τις από τα άρθρα 410 και 411 του Α.Κ. αγωγές, διότι το δικαίωμα αυτό ανήκει στον αντισυμβαλλόμενο-λήπτη της ασφάλισης και μόνον αυτός νομιμοποιείται να το ασκήσει. Τέτοια σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής για ίδιο λογαριασμό μπορεί να συνάψει μια τράπεζα, προκειμένου να ασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων, που χορηγεί στους πελάτες της-δανειολήπτες κατά των κινδύνων θανάτου τους ή ανικανότητάς τους για εργασία ή ασθένειάς τους. Επομένως, αν έχει συναφθεί τέτοια σύμβαση, ο ασφαλισμένος-δανειολήπτης ουδέν εξ αυτής δικαίωμα αντλεί, μόνη δε νομιμοποιούμενη να ασκήσει τα εξ αυτής δικαιώματα, μόλις ο ασφαλιστικός κίνδυνος πραγματοποιηθεί, να ζητήσει, δηλαδή, με αγωγή από τον ασφαλιστή να της καταβάλει το ασφάλισμα είναι η δανείστρια τράπεζα, στο πρόσωπο της οποίας συμπίπτουν οι ιδιότητες του αντισυμβαλλομένου-λήπτη της ασφάλισης και του δικαιούχου του ασφαλίσματος. Στην περίπτωση αυτή, μόνον αν και αφότου ο ασφαλιστής καταβάλει στη δανειολήπτρια τράπεζα το ασφάλισμα, αποσβήνεται και η υποχρέωση του δανειολήπτη να της αποδώσει το δάνειο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ. δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 του ίδιου Κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Με την αναγνωριστική αγωγή (σε αντιδιαστολή προς την καταψηφιστική) επιδιώκεται μόνο η αναγνώριση, δηλαδή, η αυθεντική διάγνωση μιας έννομης σχέσης, είτε ότι αυτή υπάρχει είτε ότι δεν υπάρχει, με την έννοια του δικαιώματος ή της υποχρέωσης ή του συμπλέγματος δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της απόφασης, νοείται η βιοτική σχέση, που ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και συνεπάγεται ή ενέχει, ως περιεχόμενό της, σε σχέση με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μια υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλών πραγματικών περιστατικών ή προϋποθέσεων δικαιώματος ή αξίωσης. Διάδικοι στην αναγνωριστική αγωγή δεν είναι αναγκαίο να είναι τα μέρη της έννομης σχέσης, αλλά αρκεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία αυτή μεταξύ του ενάγοντος ή του εναγομένου και ενός τρίτου ή γενικά μεταξύ τρίτων στην έννομη περιοχή των σχέσεων του ενάγοντος, το οποίο λειτουργεί νομιμοποιητικά. Συνεπώς, είναι δυνατή η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής κατά τρίτου προσώπου ή υπό τρίτου προσώπου, αν δικαιολογείται έννομο συμφέρον. Έννομο δε συμφέρον υπάρχει, όταν η αιτουμένη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφισταμένης αβεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής σχετικών με αυτό παρουσών ή μελλουσών δικαστικών διενέξεων ιδίως δε οριστικών με δύναμη δεδικασμένου. Δεν είναι δε απαραίτητο να συμπίπτουν οι διάδικοι της αναγνωριστικής δίκης προς τα υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσεως (Α.Π. 102/2022, Α.Π. 1070/2021, Α.Π. 974/2017, Α.Π. 134/2015, Α.Π. 508/2013, Α.Π 780/2007, Α.Π. 941/1993). Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 18/2005, Α.Π. 102/2022, Α.Π. 656/2020, Α.Π. 40/2018, Α.Π. 2068/2017, Α.Π. 458/2017). Με τη διάταξη του άρθρου 847 του Α.Κ. αποδίδεται η έννοια της εγγυήσεως, περιεχόμενο της οποίας είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το πράξει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, ετεροβαρής και έχει, κατά βάση, επικουρικό χαρακτήρα. Κατ' άρθρο 864 του Α.Κ., που αποτελεί έκφραση του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως, η ελευθέρωση του εγγυητή επέρχεται αυτόματα, με την απόσβεση της κύριας οφειλής, χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος αποσβέσεώς της, αρκεί η απόσβεση αυτής να μην προκλήθηκε από πταίσμα του (εγγυητή) (Α.Π. 579/2001, Α.Π. 186/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 863 του ίδιου Κώδικα, ελευθέρωση του εγγυητή επέρχεται, στην περίπτωση που ο δανειστής παραιτηθεί από ασφάλειες που υπάρχουν, αποκλειστικά, για την απαίτηση, για την οποία έχει δοθεί η εγγύηση. Ως ασφάλεια θεωρείται, γενικά, κάθε δικαίωμα που έχει παραχωρηθεί στο δανειστή, με σύμβαση ή από το νόμο, για την εξασφάλισή του, όπως υποθήκη, ενέχυρο, προνόμια, άλλες εγγυήσεις, δικαίωμα του δανειστή από επιβληθείσα κατάσχεση, δικαίωμα αναγγελίας του σε πλειστηριασμό ή στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη, δικαίωμα να στραφεί κατά άλλου συνοφειλέτη εις ολόκληρον. Ελευθέρωση του εγγυητή, με βάση την ως άνω διάταξη, δημιουργεί και η παραίτηση του δανειστή από το δικαίωμά του για το ασφάλισμα. Η παραίτηση δεν είναι απαραίτητο να είναι ρητή, αλλά μπορεί να συνάγεται από τη μη επιδίωξη είσπραξης του ασφαλίσματος οφειλόμενη σε αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε την από 14-7-2008 (142840/7477/2008) αγωγή, που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα κατά της δεύτερης των εναγομένων ήδη αναιρεσίβλητης (μετά την παραδεκτή παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο ως προς την πρώτη των εναγομένων), ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του ως άνω αγωγικού δικογράφου, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο τμήμα αυτής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα υποστήριξε τα εξής: "Περί το μήνα Απρίλιο του έτους 2001 συνήφθη μεταξύ του συζύγου μου Π. Σ., ως πρωτοφειλέτη και εμού ως εγγυήτριας, με την πρώτη εναγομένη η υπ' αριθμ. 7666/2001 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με κυμαινόμενο επιτόκιο, για συνολικό ποσό 20.000.000 δρχ.-ήτοι 58.694,06 ευρώ... στην υπό στοιχείο (4) παράγραφο του κειμένου οριζόταν ότι 'η Τράπεζα σήμερα με έξοδά της καλύπτει ασφαλιστικά την αποπληρωμή του δανείου σε περίπτωση θανάτου από ατύχημα ή μόνιμης ολικής ή μερικής ανικανότητας, από ατύχημα του Οφειλέτη'. Την 18-7-2004 επισυνέβη ο τραγικός θάνατος του συζύγου μου, συνεπεία πυρκαγιάς που προκλήθηκε από αδιευκρίνιστη αιτία στο δωμάτιο …του ξενοδοχείου ... όπου διέμενε στον .... Την 1-3-2006 η α' εναγομένη μου απέστειλε την υπ' αριθμ. 329/136 επιστολή της, στην οποία αναφερόταν ότι 'σχετικά με την αποζημίωση λόγω θανάτου του συζύγουσας και δανειολήπτη μας Π. Σ. από το Ομαδικό Ασφαλιστήριο της ... σας ενημερώνουμε ότι: Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, δεν καλύπτεται κίνδυνος που οφείλεται σε μέθη, σύμφωνα με την οποία προκλήθηκε ο θάνατος εξ ατυχήματος'. Όπως ήταν φυσικό, η επιστολή της εναγομένης με εξέπληξε δυσάρεστα, καθώς τελούσα υπό την πεποίθηση και για την ακρίβεια βεβαιότητα ότι, δυνάμει της σχετικής σύμβασης δανείου, την αποπληρωμή του δανείου, σε περίπτωση αιφνίδιου θανάτου, μερικής ή ολικής ανικανότητας του οφειλέτη, ανελάμβανε να πραγματοποιήσει η β' εναγομένη. Συγκεκριμένα, κατά τη σύναψη με την α' εναγομένη του επίδικου στεγαστικού δανείου..., το μοναδικό έγγραφο που μας επεδείχθη και κληθήκαμε να συνυπογράψουμε με τον Π. Σ. ήταν το από 4-4-2001 'Προσάρτημα Α'..., δίχως ποτέ να ενημερωθούμε για την ύπαρξη κάποιου άλλου ασφαλιστηρίου συμβολαίου και των όποιων ειδικότερων όρων του ή εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη... Άλλωστε, ο τραγικός θάνατος του συζύγου μου ουδόλως οφείλεται σε μέθη του και φυσικά ουδεμία αιτιώδης συνάφεια υφίσταται μεταξύ αυτής και του επελθόντος ατυχήματος... Σε κάθε περίπτωση, αποκλειστική υπαιτιότητα για το θάνατο του συζύγου μου πρέπει να καταλογιστεί στην ιδιοκτήτρια εταιρία του ξενοδοχείου..., η οποία, όπως δυστυχώς απεδείχθη εκ του αποτελέσματος δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα πυροπροστασίας, αλλά και στους προστηθέντες υπαλλήλους της, εξαιτίας της πλημμελούς εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων τους... Επειδή σύμφωνα με τους αναφερόμενους στο από 4-4-2001 'Προσάρτημα Α' όρους, τους οποίους συμφωνήσαμε και συνομολογήσαμε ρητά οι συμβαλλόμενοι, η β' εναγομένη ασφαλιστική εταιρία... έχει αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει την αποπληρωμή του επίδικου δανείου και οφείλει να πράξει τούτο, ενώ τυχόν εναντίωσή της σε αυτό είναι αντισυμβατική και καταχρηστική, αντίκειται δε στην καλή πίστη, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη... οποιαδήποτε σύμβαση ή ρήτρα σύμβασης δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική...". Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε, εκτός των άλλων, να αναγνωριστεί ότι η β' εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην Εμπορική Τράπεζα και νυν ALPHA BANK το ασφάλισμα του 3091/5-3-2001 ομαδικού ασφαλιστηρίου, που συνίσταται στο οφειλόμενο ποσό του 7666/4-4-2001 δανείου, κατά την προηγούμενη ημέρα επέλευσης του κινδύνου (17-7-2004) και στους τόκους υπερημερίας ενός μήνα, με βάση τις σχετικές καταστάσεις δανειοληπτών της δανείστριας τράπεζας. Επισημαίνεται ότι με την 2029/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη η ως άνω αγωγή, ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη, έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και, στη συνέχεια, απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν έχει άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, αφού η έννομη προστασία που ζητείται με τη μορφή της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης δεν αποτελεί πρόσφορο μέτρο αποτροπής της βλάβης που απειλείται σε βάρος της. Έτσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα, εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 του Κ.Πολ.Δ. Και τούτο διότι, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, συντρέχει περίπτωση αβεβαιότητας ως προς την ισχύ ή μη της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας και της τρίτης (ως προς τη δίκη αυτή) αντισυμβαλλομένης της-λήπτριας της ασφάλισης και δικαιούχου του ασφαλίσματος, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας. Υφίσταται δε άμεσο έννομο συμφέρον της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, καθόσον η άρση της αβεβαιότητας περί της ισχύος ή μη της προαναφερόμενης ασφαλιστικής συμβάσεως και της συνδρομής ή μη λόγου εξαιρέσεως από την ασφαλιστική αποζημίωση, με έκδοση αναγνωριστικής απόφασης, επηρεάζονται άμεσα τα συμφέροντά της, ως εγγυήτριας, στη σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της (πρωτοφειλέτη) και της ίδιας ως άνω τραπεζικής εταιρείας, η θέση της σε μελλοντικές δικαστικές διενέξεις της με την αυτήν, δεδομένου ότι, σε περίπτωση αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση στην τράπεζα, με την είσπραξη της οποίας, επέρχεται απόσβεση της κύριας οφειλής, επέρχεται, εντεύθεν, ελευθέρωση αυτής από το εκ της εγγυήσεως χρέος της, όπως, επίσης και στην περίπτωση παραιτήσεως, κατά την προαναφερόμενη έννοια, της τράπεζας να επιδιώξει την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης προς εξόφληση του ποσού του δανείου. Συνακόλουθα, ο πρώτος αναιρετικός λόγος τυγχάνει βάσιμος, ως δε εκ της αναιρετικής εμβέλειάς του, παρέλκει η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων της αναιρεσείουσας και, εντεύθεν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλην εκείνης που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 2997/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχει η Δικαστής, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στην αναιρεσείουσα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ