Αριθμός 286/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Φ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ράμμο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Μ. του Γ. και 2) Α. - Χ. Κ. του Γ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καρβούνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε η από 30-3-2018 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της 16/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία ενσωματώνει την υπ' αριθμόν 1/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2019 αίτησή του και τους από 1-6-2021 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 905/2019, ΑΠ 243/2017). Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 577 ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ και να καθορίζονται σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1172/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητες άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, την από 30.9.2015 αγωγή, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το ποσό των 138.465,24 ευρώ, κατά ποσοστό 50% στην κάθε μία, ως αποζημίωση για τις κακοτεχνίες που είχε το ανατεθέν και εκτελεσθέν από αυτόν περιγραφόμενο έργο. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε ερήμην του εναγομένου την 24.11.2016 και ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στις ενάγουσες το συνολικό ποσό των 138.465,24 ευρώ, κατά το αναλογούν σε κάθε μία ποσοστό 50% της συνιδιοκτησίας τους. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησε ο εναγόμενος την από 15.2.2017 έφεση, η συζήτηση της οποίας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 10-11-2017. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο μεν αναιρεσείων, ως εκκαλών, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε αναιρεσίβλητες, ως εφεσίβλητες, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καρβούνη, ο οποίος δεν παρέστη, αλλά προκατέθεσε προτάσεις και την από 7.11.2017 δήλωσή του, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Το Εφετείο, με την υπ' αριθ. 1/2018 απόφασή του, έκρινε ως κανονική την παράσταση των αναιρεσιβλήτων και με τη σκέψη αυτή, λόγω ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, ως εκκαλούντος, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ερημοδικασθείς εκκαλών την από 30-3-2018 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία συζητήθηκε την 7.12.2018 αντιμωλία των διαδίκων και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 16/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 14.2.2019. Κατά της απόφασης αυτής, καθώς και κατά της ως άνω ερήμην απόφασης, ο αναιρεσείων άσκησε στις 19.2.2019 την κρινόμενη αίτηση. Αυτή είναι εμπρόθεσμη τόσο ως προς την απορριπτική της ανακοπής υπ` αριθ. 16/2019 απόφαση, όσο και ως προς την εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος υπ` αριθ. 1/2018 απόφαση. Διότι όσο η δίκη επί της ανακοπής ήταν εκκρεμής δεν ήταν επιτρεπτή αναίρεση κατά της ερήμην απόφασης και επομένως η προγενέστερη επίδοσή της προς τον αναιρεσείοντα, στην οποία οι αναιρεσίβλητες προέβησαν στις 16.3.2018, δεν κίνησε την προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία (προθεσμία) κινείται μόνο με επίδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης. Όμως στην αίτηση αυτήν αναιρέσεως, αλλά και στο από 1.6.2021 δικόγραφο προσθέτων λόγων, για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω, δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως που να αφορά πλημμέλεια της υπ' αριθ. 16/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, και συγκεκριμένα λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι οι λόγοι αναιρέσεως που περιέχονται στο αναιρετήριο, αλλά και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην δεύτερη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η προαναφερθείσα έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 16/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 17-2-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, ορίστηκε, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (26-9-2022), ο δε αιτών άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 1-6-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 1-6-2021, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο. Από τις υπ' αριθμ. 11382Γ'/22-7-2022 και 11380Γ'/22-7-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας, με έδρα στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, Α. Τ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες, στις 22-7-2021, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 και 528 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τον αριθ. 1 άρθρ. τρίτο Ν. 4335/2015 και 44 παρ. 2 Ν. 3994/2011, αντίστοιχα, προκύπτει ότι η προφορική συζήτηση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Η απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει, όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, αλλά και για τον αντίδικο του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως (άρθρ. 20 παρ. 2 Συντ.), αλλά και επιβάλλεται για να εξασφαλίζεται η ισότητα των όπλων (άρθρ. 110 ΚΠολΔ) και η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 635/2020, ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 93/2013, ΑΠ 280/2012, ΑΠ 866/2008). Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την, κατά τα προεκτιθέμενα, αντικατάστασή του, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ίδιου Κώδικα), αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης έφεσης από τον πρωτοδίκως ερημοδικασθέντα διάδικο, αν κατά τη συζήτηση αυτής, παρά τον υποχρεωτικό προφορικό χαρακτήρα της, ερημοδικεί (όπως και πρωτοδίκως) ο ίδιος διάδικος ως εκκαλών, ο δε εφεσίβλητος αρκεστεί στην κατάθεση προτάσεων και δήλωσης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, τότε η συζήτηση της έφεσης ματαιώνεται κατ' άρθρο 260 ΚΠολΔ. Συνεπώς, αν το δικαστήριο θεωρήσει προσήκουσα την παράσταση του εφεσιβλήτου και ακολούθως απορρίψει την έφεση λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ιδρύεται ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο μη κήρυξης άκυρης της παράστασης του εφεσιβλήτου, που είχε ως δικονομική συνέπεια την ερημοδικία του, αφού ο τελευταίος, όφειλε για να θεωρηθεί προσηκόντως παριστάμενος στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι να παραστεί με δήλωση αυτού κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθ. 4/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η από 30.9.2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και ως ουσία βάσιμη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει σ` αυτές το συνολικό ποσό των 138.465,24 ευρώ. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων την από 15.2.2017 έφεση, η συζήτηση της οποίας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 10.11.2017. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την άνω δικάσιμο ο μεν αναιρεσείων, ως εκκαλών, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε αναιρεσίβλητες, ως εφεσίβλητες, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καρβούνη, ο οποίος δεν παρέστη, αλλά προκατέθεσε προτάσεις και την από 7.11.2017 δήλωσή του, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Το Εφετείο, με την υπ' αριθ. 1/2018 απόφασή του, έκρινε ως κανονική την παράσταση των αναιρεσιβλήτων και με τη σκέψη αυτή, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, ως εκκαλούντος, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Όμως, αφού ήταν υποχρεωτική ενώπιον του Εφετείου η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, δεν είχε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ούτε για τις εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες. Έπρεπε δηλαδή το Εφετείο να κρίνει ως μη κανονική την παράσταση, με δήλωση, των τελευταίων, γεγονός το οποίο θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση της συζήτησης. Επομένως το Εφετείο, το οποίο θεωρώντας προσήκουσα την παράσταση των εφεσιβλήτων (αναιρεσιβλήτων) και δικάζοντας ερήμην μόνο τον αναιρεσείοντα, απέρριψε την έφεσή του, λόγω της ερημοδικίας του, υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και έτσι οι σχετικοί συναφείς λόγοι της αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που προσβάλλεται μ' αυτήν η υπ' αριθ. 1/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας και να αναιρεθεί η τελευταία αυτή απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (πρβλ. ΑΠ 866/2008), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-2-2019 αίτηση του Σ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 16/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, ως απαράδεκτη. Αναιρεί την υπ' αριθ. 1/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ