Αριθμός 806/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Τ. - Ε. - Ε. «Α. και δ.τ. «Β. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κόλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Δ. Α." και δ.τ. ".. ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 11-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2229/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2613/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2021 αίτησή της και τους από 31-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται για συζήτηση 1) η από 12-5-2021 (αριθμ. καταθ. ..14- 5-2021) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Β. Α. Ε.- Τ.-Ε.-»Ε. και 2) οι από 31-10-2021 (αριθμ. καταθ. ../1-11-2022) πρόσθετοι λόγοι της ιδίας που έχουν ασκηθεί παραδεκτά, με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 1-11-2022, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-12-2022), κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ) της 2613/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Β. Α. Ε.- Τ.-Ε.-»Ε. κατά της 2229/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αφού συνεκδικάσθηκαν 1) η από 16-11-2015 ..αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας («Ε. Α. Δ.-Ε. «Α.) και 2) η από 11-11-2016 ..αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας («Β. Α. Ε.- Τ.-Ε.-»Ε.) απορρίφθηκαν κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Τα δικόγραφα αυτά, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), στρεφόμενα κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει, να συνεκδικαστούν σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α. Δ.-Ε. Α." με την ιδιότητά της ως εκμισθώτρια, άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία «Β. Α. Ε.-Τ.-Ε.-»Ε., την από 16-11-2015 (αριθμ. καταθ../2015) αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι με την από 23-12-2008 σύμβαση μίσθωσης εκμίσθωσε στην εναγομένη, για να χρησιμοποιηθεί ως σύγχρονη μονάδα παροχής υπηρεσιών εστίασης και αναψυχής, το περιγραφόμενο στην αγωγή, κατά θέση και έκταση ισόγειο τουριστικό περίπτερο, ιδιοκτησίας της εκμισθώτριας, που βρίσκεται στα ... ..., για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, αντί ετήσιου, καταβλητέου σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, μισθώματος, ποσού 12.100 ευρώ για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως, κατά τα συμφωνηθέντα και ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, αν και χρησιμοποιεί έκτοτε το μίσθιο, καθυστερεί από δυστροπία να της καταβάλει τα μισθώματα των ετών 2011 έως και 2015, συνολικού ποσού 71.606,17 ευρώ. Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα-εκμισθώτρια ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ως άνω, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ποσό. Ομοίως η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Β. Α. Ε.- Τ.-Ε.-»Ε., με την ιδιότητά της ως μισθώτρια, άσκησε κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και ήδη αναιρεσίβλητης, την από 11-11-2016 (αριθ. καταθ. 77704/2220/2016) αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι με την ως άνω σύμβαση, μίσθωσε το ως άνω τουριστικό περίπτερο κατά τα παραπάνω συμφωνηθέντα, πλην όμως, όπως διαπίστωσε, το μίσθιο έφερε πραγματικά και νομικά ελαττώματα και συγκεκριμένα: α) η έκτασή του προέκυπτε από παράνομη κατάτμηση ευρύτερης έκτασης, β) οι κτιριακές εγκαταστάσεις του ήταν εν μέρει αυθαίρετες, δεν είχε τηρηθεί η απαιτούμενη για την προσθήκη νέου κτιρίου ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση του μισθίου από την εγκεκριμένη γραμμή του αιγιαλού και δ) το ιδιοκτησιακό καθεστώς του μισθίου αμφισβητείτο από το Λιμενικό Ταμείο, με συνέπεια την άρνηση της Πολεοδομίας ... να εκδώσει τις αναγκαίες άδειες οικοδομικών εργασιών και λειτουργίας της επιχείρησης, όλα δε τα ανωτέρω είχαν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου, τα δε παραπάνω ελαττώματα γνώριζε η εναγομένη εκμισθώτρια και δολίως τα απέκρυψε, κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού και κατά την υπογραφή της σύμβασης. Ότι όταν έλαβε γνώση των ελαττωμάτων αυτών, διαμαρτυρήθηκε στην εκμισθώτρια, προέβη δε άμεσα στις απαραίτητες ενέργειες προς τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συμφωνημένη χρήση του (μισθίου), ενώ κατέβαλε στην εκμισθώτρια τα μισθώματα των ετών 2009 και 2010, ποσού 12.535,60 ευρώ και 12.986,88 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι για τον ανωτέρω σκοπό, της ανεμπόδιστης χρήσης του μισθίου, η οποία τελικώς δεν κατέστη δυνατή, δαπάνησε το ποσό των 77.908,77 ευρώ, για έξοδα μελετών, το ποσό των 417.381,57 ευρώ για οικοδομικές εργασίες τροποποίησης και διαρρύθμισης, προσθήκες κατ' επέκταση και ύψος και εργασίες περιβάλλοντος χώρου, το ποσό των 64.094,43 ευρώ για λοιπά έξοδα, ενώ οι τόκοι του δανείου που είχε λάβει ανήλθαν στο ποσό των 60.149,12 ευρώ, και έτσι υπέστη ζημία ίση με το συνολικό ποσό των 619.533,89 ευρώ. Ότι, λόγω της, οφειλομένης στα πραγματικά ελαττώματα, παρεμπόδισης της χρήσης του μισθίου, διατηρεί κατά της εναγομένης αξίωση μη καταβολής των μισθωμάτων και επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων, καθώς και αξίωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας, των 619.533,89 ευρώ, που υπέστη. Επικουρικά δε ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της τελευταίας είναι παράνομη και υπαίτια και, για το λόγο αυτό, διατηρεί σε βάρος της, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αξίωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της, ως άνω, ζημίας της, ύψους 619.533,89 ευρώ, καθώς και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης. Με το ιστορικό αυτό ζητούσε να αναγνωρισθεί: α) το δικαίωμά της για μη καταβολή του μισθώματος από την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης μέχρι την άρση των περιγραφομένων στην αγωγή νομικών και πραγματικών ελαττωμάτων, β) ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 37.422,48 ευρώ, που κατέβαλε αχρεωστήτως, αφού είχε δικαίωμα μη καταβολής μισθώματος, γ) ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 619.533,89 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 50.000 ευρώ. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμ. 2229/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι στο μίσθιο υπήρχαν τα επικαλούμενα από την μισθώτρια πραγματικά και νομικά ελαττώματα και: Α] απέρριψε, την από 11-11-2016 αγωγή της μισθώτριας: α) κατά την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη ως απαράδεκτη, κατά τα αιτήματά της, περί αναγνώρισης του δικαιώματός της (ενάγουσας) για μη καταβολή μισθωμάτων και περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης (εκμισθώτριας) για καταβολή αποζημίωσης και ως μη νόμιμη, κατά το αίτημά της, περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης (εκμισθώτριας) για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντος μισθωμάτων, β) κατά την επικουρική βάση της από την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης(εκμισθώτριας), ως μη νόμιμη και Β] απέρριψε κατ' ουσία την κριθείσα νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 66 ΕισΝΚΠολΔ, 574, 595, 361, 341, 345, 346 του ΑΚ, από 16-11-2015 αγωγή της εκμισθώτριας κατά το αίτημα απόδοσης της χρήσης του μισθίου και δέχθηκε αυτήν εν μέρει κατ' ουσίαν, κατά το αίτημα περί επιδίκασης ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, ύψους 45.463,54 ευρώ. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η μισθώτρια-ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 12-2-2018 έφεση και τους από 14-12-2018 ..πρόσθετους λόγους, αιτιώμενη εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμ. 2613/2020, απόφασή απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 και 585 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για την ίδια χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν. Αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος (ΑΠ 269/2019). Αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του ή αν το ελάττωμα εμφανίστηκε αργότερα (κατά τη διάρκεια της μίσθωσης) από υπαιτιότητά του (κρινόμενη κατά τη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ), τότε ο μισθωτής, εφόσον δεν χρησιμοποίησε το μίσθιο, έχει δικαίωμα, αντί για μείωση ή μη καταβολή μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 659/2021). Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση. (ΑΠ 269/2019). Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια, ότι η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως, είτε επικουρικώς, εφόσον, βεβαίως, αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, αφού από τη φύση της μίσθωσης, ως διαρκούς σύμβασης, και την υποχρέωση του εκμισθωτή, όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο, για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο γι` αυτήν και απαλλαγμένο από ελαττώματα και ελλείψεις, όσο διαρκεί η μίσθωση, προκύπτει, ότι η ύπαρξη των διαζευκτικώς συρρεουσών αξιώσεων συνδέεται με το χρονικό διάστημα, στο οποίο υπάρχουν τα ελαττώματα ή οι ελλείψεις είναι δε ενδεχόμενο σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα να υπάρχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, όχι όμως και δικαίωμα αποζημίωσης, διότι δεν συντρέχουν και οι ειδικές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, γεννάται το δικαίωμα αυτό, ενώ σε άλλο χρονικό διάστημα, όπως στην περίπτωση που σ' αυτό υφίσταται υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, να υπάρχει και αξίωση αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 50/2005, ΑΠ1638/2018). Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ` ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μην καταβάλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου οπό το ελάττωμα και αν το προκατέβαλε, δικαιούται να αναζητήσει αυτό ως αχρεώστητο κατά το άρθρο 904 του ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη και ανενόχλητη, κατά τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του και να αναιρείται και η γενόμενη παράδοση της χρήσης του μισθίου (ΑΠ 269/2019, ΑΠ 1469/2013). Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτουμένης αδείας δημοσίας αρχής (Ολ.ΑΠ 50/2005, ΑΠ 835/2021), η έκδοση της οποίας πρέπει να γίνει με ενέργειες του εκμισθωτή (ΑΠ 509/2020, ΑΠ 415/2014). Αν ωστόσο η χρήση του μισθίου δεν εμποδίζεται παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων χορήγησης άδειας τότε δεν υπάρχει ελάττωμα και ο μισθωτής που παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος, έκανε χρήση του μισθίου, δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα των άρθρων 575 επ. του ΑΚ (ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 896/2020, ΑΠ 399/2004) και έχει υποχρέωση (ο μισθωτής) να καταβάλει το μίσθωμα, που οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε (ΑΠ 1291/2014, ΑΠ 322/2004, ΑΠ 1/2007). Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 επ. του ΑΚ, με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του εκμισθωτή για κάθε είδους ελαττώματα του μισθίου, πραγματικά ή νομικά, όπως από αυτές τις ίδιες προκύπτει, είναι ενδοτικού δικαίου, με την έννοια ότι επιτρέπεται, με τους όρους πάντοτε των γενικών διατάξεων των άρθρων 332 επ. του ΑΚ, να συμφωνηθεί ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της ειδικής αυτής ευθύνης του εκμισθωτή. Η συμφωνία αυτή, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), με την οποία ο εκμισθωτής δεν φέρει καμία ευθύνη για φθορές ή βλάβες του μισθίου, που θα προκύψουν κατά την πορεία της μίσθωσης από οποιαδήποτε αιτία ακόμη και για τα τυχερά ή την ανώτερη βία, είναι άκυρη, αν τα ελαττώματα αποσιωπήθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 835/2021, ΑΠ 1474/2004, ΑΠ 850/2004). Εφόσον συντρέχει η άνω προϋπόθεση, επέρχεται ακυρότητα της απαλλακτικής ρήτρας, πράγμα που σημαίνει, ότι δεν λαμβάνεται υπόψη αυτή και, επομένως, ο εκμισθωτής φέρει πλήρως την από το νόμο ευθύνη του. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή δεν συντρέχει η άνω προϋπόθεση, η συμφωνία μη ευθύνης είναι έγκυρη (άρθρο 361 σε συνδ. με 332 παρ.1 του ΚΠολΔ) και επιφέρει τα αποτελέσματά της, δηλ. απαλλάσσεται ο εκμισθωτής για την ευθύνη του από την ύπαρξη των πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων, μέσα στα πλαίσια και το εύρος της συγκεκριμένης κάθε φορά συμφωνίας (ΑΠ 835/2021, ΑΠ 1015/2015). Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 659/2021,ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν, σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 2/2022). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 509/2020). Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την από 11-11-2016 αγωγή της μισθώτριας εταιρίας ως ακολούθως: ''... με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η υπό κρίση από 11-11-2016 αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που η ενάγουσα μισθώτρια, επικαλούμενη την παρεμπόδισή της στη χρήση του μισθίου, λόγω πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων αυτού, σωρεύει στο δικόγραφο της αγωγής, για την ίδια χρονική περίοδο, αξίωσή της για μη καταβολή μισθωμάτων (αιτούμενη να αναγνωρισθεί το σχετικό δικαίωμά της) και αξίωσή της για καταβολή αποζημίωσης (αιτούμενη να αναγνωριστεί η σχετική υποχρέωση της εναγομένης εκμισθώτριας), καθόσον, ... οι εν λόγω αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικώς και επομένως, η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση της άλλης, είτε κυρίως είτε επικουρικώς, ώστε να μην είναι η δυνατή η επιδίωξη αμφοτέρων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο συναφής πέμπτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, η εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί". Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι "... η υπό κρίση αγωγή, κατά το αίτημα αυτής περί επιστροφής στην ενάγουσα μισθώτρια, ως αχρεωστήτων, των καταβληθέντων μισθωμάτων, συνολικού ποσού 37.422,48 ευρώ, είναι, υπό τα εκτιθεμένα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον, το ανωτέρω ποσό δόθηκε από την ενάγουσα σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης που ανέλαβε με την ένδικη μισθωτική σύμβαση, η οποία αποτελεί νόμιμη αιτία καταβολής, ώστε να μη δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ, που προϋποθέτει την έλλειψη νόμιμης αιτίας. Η ενάγουσα δε, δεν επικαλείται ότι η ένδικη σύμβαση κατέστη, για οποιονδήποτε λόγο, ανίσχυρη, ή ότι έχουν ανατραπεί τα δικαιοπρακτικά της θεμέλια, ενώ η επικαλούμενη αξίωσή της για μη καταβολή μισθωμάτων, απερρίφθη, κατά τα ανωτέρω, ως απαράδεκτη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, με την ίδια εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο συναφής πέμπτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, η εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ...''. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την από 16-11-2015 αγωγή της εκμισθώτριας εταιρίας και ως προς την ουσία της υπόθεσης, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: " ... Με την υπ' αριθ. 4407/19-08-2008 προκήρυξη, η ενάγουσα [ορθώς από το εσφαλμένο η εναγομένη], που τότε έφερε την επωνυμία «Ε. Τ. Α. Α..Ε.. (ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α. Δ. - Ε. «Α.) προκήρυξε ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκμίσθωση του Τουριστικού Περιπτέρου ..., με βασικές επιδιώξεις, τις οποίες ο πλειοδότης μισθωτής θα δεσμευόταν να εκπληρώσει, μεταξύ άλλων, την ανακαίνιση και αναβάθμιση του ακινήτου (αισθητική και λειτουργική), τον εκσυγχρονισμό της κτιριακής εγκατάστασης, καθώς και τη διαμόρφωση, συντήρηση και προστασία του περιβάλλοντος χώρου. Δυνάμει απόφασης της υπ' αριθ. 305/5-11-2008 συνεδρίασης του Δ.Σ. της ενάγουσας αποφασίσθηκε η κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού στην εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα). Ακολούθως, καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, η οποία, όπως προεκτέθηκε, τότε έφερε την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε" και της εναγομένης, η από 23-12-2008 μισθωτική σύμβαση, με την οποία η πρώτη εκμίσθωσε στη δεύτερη, για χρονικό διάστημα 12 ετών, από 21-1-2009, οπότε έλαβε χώρα η παράδοση του μισθίου, έως 21-1-2021, το Τουριστικό Περίπτερο ..., προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως σύγχρονη μονάδα παροχής υπηρεσιών εστίασης και αναψυχής. Συγκεκριμένα το εν λόγω τουριστικό περίπτερο αποτελεί ισόγειο πλακοσκεπές κτίριο, με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα επιφανείας 127,40 τ.μ. και περιλαμβάνει τους εξής χώρους: αίθουσα εστίασης, μαγειρείο, wc και αποθηκευτικούς χώρους. Επίσης περιλαμβάνει εξωτερικούς χώρους, επιφανείας 200,30 τ.μ. Ολόκληρο δε το κτίσμα και οι εξωτερικοί στεγασμένοι χώροι έχουν ανεγερθεί επί έκτασης συνολικής επιφάνειας 2.370 τ.μ. Στο άρθρο 4 της σύμβασης ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η επιλογή του μισθίου για τη συμφωνημένη χρήση έγινε με προσωπική και αποκλειστική ευθύνη της μισθώτριας και με τη συνδρομή δικού της αποκλειστικά τεχνικού συμβούλου και εν γένει συμβούλων και προσωπικού, επιπλέον δε η τελευταία δήλωσε ότι η τυχόν εμφάνιση ελαττωμάτων του μισθίου αποτελεί μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου, τον οποίο εξολοκλήρου αναλαμβάνει, δεδομένου ότι αποτελεί τμήμα των υποχρεώσεών της η διενέργεια κάθε επισκευής και συντήρησης, έτσι ώστε το μίσθιο να ανταποκρίνεται στις τιθέμενες προδιαγραφές. Περαιτέρω, στο άρθρο 7 της σύμβασης ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η μισθώτρια υποχρεούται σε διάστημα δύο (2) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης να υποβάλει στην εκμισθώτρια πλήρη φάκελο με τη μελέτη του συνόλου των εργασιών που προτίθεται να πραγματοποιήσει για την ανακαίνιση του μισθίου, ότι τα προβλεπόμενα στην προσφορά της μισθώτριας έργα θα γίνουν με αποκλειστική φροντίδα, ευθύνη και έξοδά της, καθώς και ότι η τελευταία υποχρεούται να προβαίνει η ίδια, με αποκλειστικά δική της επιμέλεια, ευθύνη, έξοδα και δαπάνες σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση, επέκταση ή και αναθεώρηση, καθώς και για τη διατήρηση σε ισχύ όλων των αδειών και εγκρίσεων στο όνομα της εκμισθώτριας, οι οποίες απαιτούνται για τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου. Ορίσθηκε επίσης ότι η μισθώτρια υποχρεούται να έχει αποπερατώσει το σύνολο των εργασιών το αργότερο σε διάστημα έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, ότι η νομιμότητα και η δυνατότητα εκτέλεσης των εργασιών, στις οποίες θα προβεί η μισθώτρια αποτελούν αποκλειστικά δική της ευθύνη και μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου που αναλαμβάνει με την υπογραφή της σύμβασης, η καταβολή δε του μισθώματος δεν αναβάλλεται ούτε αναστέλλεται για οποιονδήποτε λόγο αναγόμενο στην εκτέλεση ή την περάτωση των εργασιών της μίσθωσης. Συμφωνήθηκε επίσης, ότι όλα τα έξοδα, δαπάνες, κόστος, επιβαρύνσεις, επισκευές, επιδιορθώσεις και εν γένει εργασίες, που απαιτούνται καθόλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης για τη διατήρηση του μισθίου κατάλληλου για τη συμφωνημένη χρήση, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που θεσπίζονται λόγω μεταβολής ή τροποποίησης της νομοθεσίας, βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο τη μισθώτρια. Στο άρθρο δε 14 της σύμβασης ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κάθε τροποποίηση των όρων αυτής θα γίνεται και θα αποδεικνύεται μόνο εγγράφως, αποκλειομένου ρητά κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου. Περαιτέρω, στο παράρτημα Β' της σύμβασης, υπό τον τίτλο ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ, που αποτελεί επανάληψη του περιεχομένου στην, ως άνω, προκήρυξη παραρτήματος, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η έκταση, επιφανείας 5.000 τ.μ. (τμήμα της οποίας αποτελεί η έκταση των 2.370 τ.μ. που μισθώθηκε), βρίσκεται εκτός ζωνών αιγιαλού και παραλίας και εντός της ζώνης του παλαιού αιγιαλού, όπως αυτό προέκυψε μετά τον καθορισμό ορίων αιγιαλού και παραλίας, ο οποίος έγινε με την υπ' αριθ. 725/16-2-2006 απόφαση, καθώς και ότι η προς αξιοποίηση έκταση των 2.370 τ.μ. διέπεται από τις διατάξεις του π.δ. 24-5-1985 ("τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, κατά συνέπεια είναι δυνατή μόνο η συντήρηση-επισκευή του νομίμως υφισταμένου κτίσματος. Τέλος, το μίσθωμα ορίσθηκε ετήσιο καταβλητέο σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις εντός των πρώτων δέκα ημερών κάθε ημερολογιακού εξαμήνου, δηλαδή το πρώτο δεκαήμερο Ιανουαρίου και το πρώτο δεκαήμερο Ιουλίου κάθε έτους. Για το πρώτο έτος της μίσθωσης, δηλαδή για το έτος 2009, το ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 12.100 ευρώ, ορίσθηκε δε ότι θα αναπροσαρμόζεται ετησίως, αρχής γενομένης από το δεύτερο έτος της μίσθωσης, δηλαδή από την 1-1-2010, με βάση το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) του προηγούμενου μισθωτικού έτους, όπως αυτός δημοσιεύεται από την Ε.Σ.Υ.Ε. προστιθεμένης πλέον μιας ποσοστιαίας μονάδας (1%), προσθετικά στο μίσθωμα του αμέσως προηγουμένου μισθωτικού έτους. Συμφωνήθηκε επίσης ότι το αναλογούν (3,6%) τέλος χαρτοσήμου θα βαρύνει την εναγομένη μισθώτρια. Κατόπιν των ανωτέρω, το ετήσιο μίσθωμα, βάσει του εκάστοτε ισχύοντος ΔΤΚ προστιθεμένης μιας ποσοστιαίας μονάδας διαμορφώθηκε ως ακολούθως: 1) για το έτος 2010 στο ποσό των 12.535,60 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ποσού 451,28 ευρώ (12.535,60 Χ 3,6%), δηλαδή στο συνολικό ποσό των 12.986,88 ευρώ (12.535,60+ 451,28), 2) για το έτος 2011 στο ποσό των 13.312,981 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ποσού 479,26 ευρώ (13.312,981 X 3,6%), δηλαδή στο συνολικό ποσό των 13.792,07 ευρώ (13.312,981 + 497,26), 3) για το έτος 2012 στο ποσό των 13.765,44 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ποσού 495,56 ευρώ (13.765,44 Χ 3,6%), δηλαδή στο συνολικό ποσό των 14.261 ευρώ (13.765,44 + 495,56), 4) για το έτος 2013 στο ποσό των 14.013,22 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ποσού 504,48 ευρώ (14.013,22 Χ 3,6%), δηλαδή στο συνολικό ποσό των 14.517,70 ευρώ (14.013,22 + 504,48), 5) για το έτος 2014, ομοίως, στο ποσό των 14.013,22 ευρώ (χωρίς αναπροσαρμογή, κατόπιν μείωσης του ΔΤΚ) πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ποσού 505,48 ευρώ (14.013,22 Χ 3,6%), δηλαδή στο συνολικό ποσό των 14.517,70 ευρώ (14.013,22+ 504,48), 6) για το έτος 2015 στο ποσό των 14.013,22 ευρώ (χωρίς αναπροσαρμογή, κατόπιν μείωσης του ΔΤΚ) πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ποσού 504,48 ευρώ (14.013,22Χ 3,6%), δηλαδή στο συνολικό ποσό των 14.517,70 ευρώ (14.013,22+504,48). Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη, από την παραλαβή του μισθίου κάνει ανενόχλητη χρήση αυτού, πλην όμως καθυστερεί αδικαιολόγητα την καταβολή των μισθωμάτων των ετών 2011 έως και 2015, συνολικού ποσού 71.606,17 ευρώ (13.792,07 + 14.261 + 14.517,70 + 14517,70 + 14.517,70), όπως αναλύθηκαν ανωτέρω κατ' έτος, καθένα από τα οποία ήταν καταβλητέο, κατά τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο. σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις εντός του πρώτου δεκαημέρου Ιανουαρίου και Ιουλίου κάθε αντίστοιχου έτους. Η εναγόμενη πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση, την οποία επαναφέρει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με τους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης, καθώς και με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους, όπως εκτιμώνται από το δικαστήριο, περί μη καταβολής μισθωμάτων, ισχυριζόμενη ότι μετά την παραλαβή του μισθίου διαπίστωσε ότι τούτο έφερε πραγματικά και νομικά ελαττώματα, τα οποία γνώριζε και δολίως απέκρυψε η εναγομένη, τόσο κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού, όσο και κατά την υπογραφή της σύμβασης και συνεπεία των οποίων παρεμποδίσθηκε στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι: α) η εδαφική έκταση του μισθίου, εμβαδού 2.370 τ.μ., προέκυπτε από παράνομη κατάτμηση ευρύτερης έκτασης, εμβαδού 5.000 τ.μ., β) οι κτιριακές εγκαταστάσεις του μισθίου ήταν εν μέρει αυθαίρετες, γ) δεν είχε τηρηθεί η απαιτούμενη για την προσθήκη νέου κτιρίου ελάχιστη υποχρεωτική απόσταση από την εγκεκριμένη γραμμή του αιγιαλού και δ) το ιδιοκτησιακό καθεστώς του μισθίου αμφισβητείτο από άλλο φορέα και, ειδικότερα, από το Λιμενικό Ταμείο Λάγος. Με την εν λόγω ένσταση, η εναγομένη, από τις παρεχόμενες και διαζευκτικώς συρρέουσες αξιώσεις των άρθρων 576, 577 ΑΚ, νομίμως επιλέγει την άσκηση της αξίωσής της για μη καταβολή μισθώματος (άρθρο 576 παρ. ] ΑΚ), αφού με την προεκτεθείσα από 11-11-2016 αγωγή της δεν προέβη στην επιλογή αξίωσης, αλλά προέβη απαραδέκτως, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, στη σωρευτική άσκηση των αξιώσεων για μη καταβολή μισθωμάτων και για αποζημίωση. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μετά την παραλαβή του μισθίου, η εναγομένη, σε εκτέλεση της σχετικής υποχρέωσής της, ξεκίνησε τη διενέργεια εργασιών επισκευής και διαρρύθμισης αυτού, ώστε να καταστεί δυνατή η συμφωνημένη χρήση του. Κατόπιν δε αίτησής της έλαβε από την Πολεοδομία ... την υπ' αριθ. 1249/31-3-2010 άδεια για εκτέλεση εργασιών μικρής κλίμακας, που αφορούσαν σε απλή περιτοίχιση, επισκευή όψεων, αντικατάσταση κουφωμάτων, εσωτερικές διαρρυθμίσεις, κατασκευή πέργκολας. Εν τω μεταξύ, κατόπιν αίτησής της, είχε λάβει από το Δήμο ..την από 22-3-2010 προέγκριση άδειας για τη λειτουργία στο μίσθιο καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος "Κέντρο Αναψυχής και Εστίασης". Ακολούθως, η εναγομένη υπέβαλε στην Πολεοδομία ... την από 6-7-2010 αίτηση προς έκδοση οικοδομικής άδειας για εργασίες προσθήκης κατ' επέκταση και καθ' ύψος και μετατροπή στεγασμένου χώρου σε χώρο κύριας χρήσης. Ενώ η εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών είχε ξεκινήσει και βρισκόταν σε εξέλιξη, η Πολεοδομία ..., με το υπ' αριθ. 3035/19-08-2010 έγγραφο, αρνήθηκε την έκδοση οικοδομικής άδειας, με την αιτιολογία ότι "η αιτούμενη προσθήκη του κτιρίου δεν πληροί την υποχρεωτική απόσταση από την εγκεκριμένη γραμμή αιγιαλού". Ωστόσο η εναγομένη προέβη, χωρίς οικοδομική άδεια, στην εκτέλεση εργασιών επέκτασης του μισθίου, οι οποίες στη συνέχεια χαρακτηρίσθηκαν αυθαίρετες, καθόσον διενεργήθηκαν καθ' υπέρβαση της υπ' αριθ. 1249/31-3-2010 άδειας εργασιών μικρής κλίμακας. Προέβη δε η εναγομένη στις εν λόγω οικοδομικές εργασίες στο μίσθιο, χωρίς να υφίσταται σχετικό συμβατικό δικαίωμά της, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, με την ένδικη σύμβαση ανέλαβε μόνο την εκτέλεση εργασιών επισκευής και διαρρύθμισης του μισθίου, στο Β' δε παράρτημα της σύμβασης, υπό τον τίτλο ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ρητά προβλεπόταν, όπως προεκτέθηκε, ότι είναι δυνατή μόνο η συντήρηση-επισκευή του νομίμους υφισταμένου κτίσματος. Επιπλέον η εναγομένη, δεν πληροφορήθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, τον ορισμό γραμμής αιγιαλού για πρώτη φορά με το υπ' αριθ. 3035/19-8-2010 έγγραφο της Πολεοδομίας ..., αφού, όπως προεκτέθηκε, στο ίδιο, ως άνω, παράρτημα της σύμβασης περιγράφεται ότι η ευρύτερη ιδιοκτησία, εντός της οποίας βρίσκεται η μίσθια έκταση, των 2.370 τ.μ. "βρίσκεται εκτός των ζωνών αιγιαλού και παραλίας και εντός της ζώνης του παλαιού αιγιαλού, όπως αυτό προέκυψε μετά τον καθορισμό ορίων αιγιαλού και παραλίας, ο οποίος έγινε με την υπ' αριθ. 725/16-2-2006 Απόφαση". Ενόψει των ανωτέρω, η άρνηση της Πολεοδομίας ... να χορηγήσει οικοδομική άδεια για τον ανωτέρω λόγο, της μη τήρησης της υποχρεωτικής απόστασης από την εγκεκριμένη γραμμή του αιγιαλού, αφορούσε στην, κατά παράβαση της μισθωτικής σύμβασης, προσθήκη κτιρίου και όχι στην εκτέλεση των συμβατικών εργασιών επισκευής και διαρρύθμισης του μισθίου, για την οποία, όπως προεκτέθηκε, είχε χορηγηθεί η υπ' αριθ. 1249/31-3-2010 άδεια εργασιών μικρής κλίμακας. Επομένως, η συνεπεία της άρνησης της έκδοσης οικοδομικής αδείας επικαλούμενη παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου δεν οφειλόταν σε πραγματικό ή νομικό ελάττωμα αυτού, που απέκρυψε η ενάγουσα και αγνοούσε η εναγομένη, ούτε συνδεόταν με τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, αλλά οφειλόταν στις ανωτέρω ενέργειες της τελευταίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, με την ίδια εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι έφεσης, με τους οποίους η εναγομένη-εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, από το ίδιο, ως άνω, έγγραφο της Πολεοδομίας ... καθίσταται σαφές ότι η άρνηση της για χορήγηση οικοδομικής άδειας οφείλεται μόνο στον αναφερόμενο σ' αυτό, ως άνω, λόγο και όχι στην επικαλούμενη από την εναγομένη παράνομη κατάτμηση της ευρύτερης έκτασης, των 5.000 τ.μ., τμήμα της οποίας αποτελεί η μίσθια έκταση, των 2.370 τ.μ. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι για τη νομιμοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών της εναγομένης, η οποία (νομιμοποίηση) επακολούθησε και στην οποία συνέπραξε η ενάγουσα, ελήφθη υπόψη η ευρύτερη έκταση, των 5.000 τ.μ. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη παράνομη κατάτμηση του μισθίου συνιστά ελάττωμα αυτού, που παρεμπόδισε με οποιονδήποτε τρόπο τη συμφωνημένη χρήση του. Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι παρεμποδίσθηκε η συμφωνημένη χρήση του μισθίου από προϋπάρχουσες της κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης αυθαίρετες κατασκευές αυτού. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι μόνη η επικαλούμενη αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του μισθίου από το Λιμενικό Ταμείο είχε ως αποτέλεσμα την αφαίρεση ή την παρεμπόδιση της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου. Εξάλλου, η μισθώτρια δεν προσκομίζει έγγραφα των αρμοδίων αρχών από τα οποία να προκύπτει άρνησή τους για χορήγηση οικοδομικής άδειας και άδειας λειτουργίας επιχείρησης στο μίσθιο εξαιτίας των επικαλούμενων από αυτήν πραγματικών ελαττωμάτων. Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από το έτος 2011 έως το έτος 2015, παρεμποδίσθηκε στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, συνέπεια πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων αυτού, ώστε να υφίσταται αξίωσή της για μη καταβολή των μισθωμάτων των αντιστοίχων ετών. Επομένως, η σχετική περί μη καταβολής μισθώματος ένστασή της είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, με την ίδια εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο συναφής τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη-εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της ενάγουσας προφορική συμφωνία περί μη καταβολής μισθωμάτων, με αντίστοιχη τροποποίηση του σχετικού περί καταβολής μισθωμάτων συμβατικού όρου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, σύμφωνα με το προεκτεθέν άρθρο 14 της σύμβασης, οποιαδήποτε τροποποίηση αυτής πρέπει να γίνεται και να αποδεικνύεται εγγράφως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη-εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, απορριπτέα, ως αβάσιμη είναι η ένσταση της εναγομένης-εκκαλούσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για επιδίκαση των οφειλομένων μισθωμάτων, καθόσον θεμελιώνεται στα ίδια, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η ένσταση περί μη καταβολής μισθωμάτων, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν αποδείχθηκαν. Ούτε, εξάλλου, καθιστά καταχρηστική την άσκηση της αξίωσης της ενάγουσας για είσπραξη των οφειλομένων μισθωμάτων η σύμπραξή της στη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών της εναγομένης, η εκ μέρους της (ενάγουσας) ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής της δαπάνης νομιμοποίησης, καθώς και το επικαλούμενο γεγονός ότι η εναγομένη υποβλήθηκε σε μεγάλου ύψους δαπάνη για την αναβάθμιση του μισθίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, απέρριψε σιωπηρά την εν λόγω ένσταση, κατά το μέρος που βάλλει κατά της αξίωσης της ενάγουσας για είσπραξη των οφειλομένων μισθωμάτων, ορθά κατ' αποτέλεσμα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, η εναγομένη-εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή στην ενάγουσα των μισθωμάτων των ετών 2011 έως και 2015, συνολικού ποσού 71.606,17 ευρώ. Μετ' αφαίρεση δε από το ποσό αυτό του ποσού των 26.142,63 ευρώ, που δαπάνησε η εναγομένη για την τακτοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών του μισθίου, κατόπιν αποδοχής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της σχετικής ένστασης περί συμψηφισμού, υφίσταται υποχρέωσή της για καταβολή του συνολικού ποσού των 45.463,54 ευρώ, όπως τούτο έγινε δεκτό και αναλύεται στην εκκαλουμένη απόφαση ...". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσία την από 12-2-2018 έφεση της μισθώτριας-εκκαλούσας και τους από 14-12-2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 306 εδ. α',576,577 και 578 του ΑΚ, αναφορικά με το ζήτημα της απόρριψης της αγωγής α) ως απαράδεκτης κατά το μέρος, που η ενάγουσα μισθώτρια, επικαλούμενη παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου, λόγω πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων έχει σωρεύσει στο ίδιο δικόγραφο αναγνωριστική αγωγή για μη καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων και αναγνωριστική αγωγή για καταβολή αποζημίωσης για την ίδια χρονική περίοδο, καθόσον αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα ή αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα, ο μισθωτής έχει κατά διαζευκτική επιλογή το δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος ή αποζημίωσης και οι αξιώσεις αυτές δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά αλλά διαζευκτικά, η δε επιλογή της μιας αποκλείει της αξίωση της άλλης, με οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως είτε επικουρικώς, εφόσον, βεβαίως, αφορούν, όπως εν προκειμένω, το ίδιο χρονικό διάστημα και β) ως μη νόμιμης κατά το αίτημά της περί επιστροφής σε αυτή (μισθώτρια), των καταβληθέντων μισθωμάτων, ως αχρεωστήτων, συνολικού ποσού 37.422,48 ευρώ, καθόσον το ποσό αυτό δόθηκε από την ενάγουσα σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης που ανέλαβε με την ένδικη μισθωτική σύμβαση, η οποία αποτελεί νόμιμη αιτία καταβολής, ώστε να μη δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 904 του ΑΚ, που προϋποθέτει την έλλειψη νόμιμης αιτίας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, καθώς και τους συναφείς πρόσθετους λόγους της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1178/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της, τον οποίο αυτή πρότεινε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο, σχετικά με ότι "το μίσθιο βαρύνεται, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, με σοβαρό πραγματικό και νομικό ελάττωμα, που ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα ότι όλη η μισθωθείσα στην εναγομένη-μισθώτρια έκταση από την άκρη του λιμένα ... έως τη πρόσοψη του κτιρίου δεν ανήκε στην εκμισθώτρια, αλλά ανήκε στο Λιμενικό Ταμείο Λάγους, όπως προκύπτει από την από 8/1/21-9-1998 πράξη της Λιμενικής Επιτροπής Λάγους". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος. Από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των ως άνω διατάξεων 576, 577 και 578 του ΑΚ, αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Το Εφετείο, με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, δεν αποδείχθηκε ότι η μισθώτρια εταιρία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως και το έτος 2015, παρεμποδίστηκε στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου συνεπεία πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων αυτού, ώστε να υφίσταται αξίωσή της για μη καταβολή των μισθωμάτων των αντίστοιχων ετών. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, δηλ. της ύπαρξης ή μη πραγματικού ελαττώματος, που εμπόδιζε τη συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου κατά τον επίδικο χρόνο και, αντίστοιχα, την υπαίτια ή μη καθυστέρηση στην καταβολή των μισθωμάτων από μέρους της μισθώτριας-αναιρεσείουσας, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τις αιτιάσεις της τελευταίας (αναιρεσείουσας): α) ότι παρεμποδίστηκε η συμφωνημένη χρήση του μισθίου, εξαιτίας κήρυξης αυτού σε χώρο λιμένα και β) ότι λόγω του ελαττώματος της έλλειψης της απαιτούμενης απόστασης του κτίσματος του Τουριστικού Περιπτέρου από την εγκεκριμένη γραμμή αιγιαλού υπήρξε άρνηση της Πολεοδομίας ... για χορήγηση οικοδομικής άδειας, με αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί η χρήση και αξιοποίηση του μισθίου, δέχθηκε ότι: α) δεν αποδείχθηκε ότι μόνη η επικαλούμενη αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του μισθίου από το Λιμενικό Ταμείο είχε ως αποτέλεσμα την αφαίρεση ή την παρεμπόδιση της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου, ούτε η μισθώτρια προσκόμισε έγγραφα των αρμοδίων αρχών από τα οποία να προκύπτει άρνησή τους για χορήγηση οικοδομικής άδειας και άδειας λειτουργίας επιχείρησης στο μίσθιο, εξαιτίας των επικαλούμενων από αυτήν πραγματικών ελαττωμάτων και β) στο παράρτημα Β' της σύμβασης, υπό τον τίτλο ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ, που αποτελεί επανάληψη του περιεχομένου στην προκήρυξη παραρτήματος, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η έκταση, επιφανείας 5.000 τ.μ. (τμήμα της οποίας αποτελεί η έκταση των 2.370 τ.μ. που μισθώθηκε), βρίσκεται εκτός ζωνών αιγιαλού και παραλίας και εντός της ζώνης του παλαιού αιγιαλού, όπως αυτό προέκυψε μετά τον καθορισμό ορίων αιγιαλού και παραλίας, ο οποίος έγινε με την υπ' αριθ. 725/16-2-2006 απόφαση, καθώς και ότι η προς αξιοποίηση έκταση των 2.370 τ.μ. διέπεται από τις διατάξεις του π.δ. 24-5-1985 ("τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και κατά συνέπεια είναι δυνατή μόνο η συντήρηση-επισκευή του νομίμως υφισταμένου κτίσματος. Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής τους αβασιμότητας, όπως προαναφέρθηκε, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, σχετικώς με την απόρριψη ως αβάσιμης της ένστασης της αναιρεσείουσας, περί μη καταβολής μισθώματος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από το έτος 2011 έως το έτος 2015, καθόσον παρεμποδίσθηκε στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, εξαιτίας πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων αυτού. Όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επομένως, ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά το αναιρετήριο, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω διατάξεως), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και αβάσιμοι, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του (Ολ.ΑΠ 2/2008). Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΑΠ 659/2021). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 233/2020). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 6-7-2010 αίτησης προς την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... (Δ/νση Πολεοδομίας) εκλαμβάνοντας την αίτηση ως υποβληθείσα από αυτήν ως μισθώτρια εταιρία, ενώ η αίτηση υποβλήθηκε από την εκμισθώτρια (ως αιτούσα), για χορήγηση άδειας προσθήκης κατ' επέκταση και καθ' ύψος και μετατροπή στεγασμένου χώρου σε χώρο κύριας χρήσης. Αυτό δε ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον αν είχε αναγνωσθεί η ως άνω αίτηση θα μπορούσε να κρισιολογηθεί προσηκόντως αν πράγματι υφίσταται συμφωνία να μη γίνει προσθήκη στο κτίριο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται σφάλμα ως προς την ανάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου του ως άνω αποδεικτικού εγγράφου, του οποίου το περιεχόμενο σωστά ανέγνωσε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 12/2000, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 1306/2018). Αντίθετα, οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 14/2022). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ. Στο αναιρετήριο πρέπει να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο, που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο. Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας, που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε (ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 449/2012), δηλ. τα γεγονότα που ιδρύουν το λόγο. Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι " ... αν το παρόν δικαστήριο ήθελε δεχθεί ότι η απόρριψη της ένστασης μη καταβολής μισθωμάτων στηρίζεται στην ισχύ κάποιας συμβατικής απαλλακτικής ρήτρας της αναιρεσίβλητης από την ευθύνη της και συγκεκριμένα στις ρήτρες 4 και 7 της από 23-12-2008 μισθωτικής σύμβασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια των άρθρων 559 αριθμ. 14 και 8 καθόσον δεν εξέτασε όπως όφειλε, τον ισχυρισμό μας περί απαραδέκτου προβολής του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσιβλήτου ...". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο σχετικός δικονομικός κανόνας, ο οποίος παραβιάστηκε από το Εφετείο (αναφέρεται μόνο η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 332 του ΑΚ) και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκε, αλλά και ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο απέρριψε την από 12-2-2018 έφεση της μισθώτριας-εκκαλούσας, κατά τις ανωτέρω παραδοχές ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη-μισθώτρια, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από το έτος 2011 έως το έτος 2015, παρεμποδίσθηκε στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, συνεπεία πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων αυτού, ώστε να υφίσταται αξίωσή της για μη καταβολή των μισθωμάτων των αντιστοίχων ετών και όχι ως απαράδεκτη, πλέον του ότι δεν διαλαμβάνονται παραδοχές, περί εφαρμογής απαλλακτικών ρητών. Μετά από αυτά, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε`του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ` άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 206 του ν. 4389/2016, εφαρμόζεται υπέρ και κατά της αναιρεσίβλητης (ΑΠ 1178/2021). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την, από 12-5-2021 (αριθμ. καταθ ..14-5-2021) αίτηση και τους από 31-10-2021 (αριθμ. καταθ. ../1-11-2022) πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 2613/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ