Αριθμός 974/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ και 2) Ζ που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Πιέρρου, περί αναιρέσεως της 6734/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21.11.2006 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1970/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδιοι για την εξέτασή του, β) τα κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η γνώση δε ατή πρέπει ειδικά να αιτιολογείται στην καταδικαστική απόφαση, δηλαδή να διαλαμβάνεται σ' αυτήν όχι μόνο τα υπό του μάρτυρος κατατεθέντα ψευδή γεγονότα, αλλά και ποιά ήταν τα αληθινά, τα οποία αυτός εγνώριζε. Περαιτέρω, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας (άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως προς διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, όπως με προτροπή και παρακλήσεις που έγιναν με πίεση, πειθώ και φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος συνιστάμενος στη γνώση και την θέληση των στοιχείων της πράξεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 6743/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείουσες, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κηρύχθηκαν ένοχες με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ η μεν Χ ψευδορκίας μάρτυρα ή δε Ζ ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και επιβλήθηκε σε κάθε μία ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, ανασταλείσα επί 3ετίαν. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Ψ άσκησε την από 25.4.2001 αγωγή του κατά της συζύγου του δεύτερης κατηγορουμένης Ζ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τη λύση του γάμου τους λόγω συνεχούς διαστάσεως από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Ενόψει αυτού, η σύζυγός του έπεισε την αδελφή της πρώτη κατηγορουμένη Χ με φορτικότητα να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου την 1.10.2001 το εξής περιστατικό, το οποίο πράγματι αυτή κατέθεσε επί λέξει: "χώρισαν οριστικά πριν ένα χρόνο". Το περιστατικό όμως αυτό ήταν ψευδές και το γνώριζε τόσο η ίδια, όσο και η αδελφή της που την παρέπεισε με λόγια να το καταθέσει. Μάλιστα σε χρόνο προγενέστερο σε άλλη δίκη διατροφής μεταξύ των συζύγων, η ίδια μάρτυρας είχε καταθέσει ότι αυτοί βρίσκονται σε διάσταση από το 1996. Πράγματι το αληθές είναι ότι οι σύζυγοι είχαν οριστικά χωρίσει από το μήνα Ιανουάριο του 1996, οπότε ο μηνυτής είχε αποχωρήσει από τη συζυγική οικία. Είναι προφανές ότι οι κατηγορούμενες αδελφές με την επίκληση του άνω ψευδούς περιστατικού επεδίωξαν να παραπλανήσουν το δικαστήριο σχετικά με το χρόνο που επήλθε η διάσταση των συζύγων με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή. Το δικαστήριο όμως δεν πείσθηκε από την ανωτέρω κατάθεση, διότι δέχτηκε την αγωγή και απάγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων λόγω συμπληρώσεως 4ετούς διαστάσεως αυτών Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι αληθείς οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι ο χωρισμός των συζύγων επήλθε το έτος 2000, διότι ο μηνυτής ερχόταν τακτικά στη συζυγική οικία. Και τούτο διότι αυτός πράγματι μέχρι το έτος αυτό επισκεπτόταν το σπίτι της περιοδικά, όχι όμως γιατί επήλθε αποκατάσταση στις σχέσεις του, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να επικοινωνεί με τα τέκνα του. Με αυτά τα περιστατικά, η πρώτη κατηγορουμένη τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, την απόφαση δε για την εκτέλεση της πράξεως αυτής προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα η δεύτερη κατηγορουμένη. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχες για ψευδορκία μάρτυρα η πρώτη και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή η δεύτερη. Και οι δύο όμως έως το χρόνο που τελέστηκαν οι πράξεις αυτές έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και πρέπει να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας εις αυτήν, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα, το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του εκθέτει με επάρκεια και σαφήνεια τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία η αναιρεσείουσα μάρτυρας Χ ενόρκως κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αρμοδίας προς ένορκη εξέταση αρχής), προς ανταπόδειξη των θεμάτων της από 25.4.2001 αγωγής του μηνυτή Ψ κατά της συζύγου του για λύση του γάμου, λόγω τετραετούς διάστασης, ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και ότι αυτή εγνώριζε την αναλήθεια αυτών, δοθέντος ότι σε προγενέστερο χρόνο, σε άλλη δίκη διατροφής μεταξύ των συζύγων η ιδία μάρτυρας είχε καταθέσει ότι οι σύζυγοι είχαν χωρίσει οριστικώς από τον μήνα Ιανουάριο του 1996 (ενώ στην προκειμένη περίπτωση κατέθεσε ότι οι σύζυγοι "χώρισαν οριστικά πριν ένα χρόνο", με σκοπό να απορριφθεί η ως άνω αγωγή περί λύσεως του γάμου, η οποία ως νομική βάση είχε την τετραετή διάσταση των συζύγων). Προσθέτως, πλήρως αιτιολογημένη είναι η απόφαση και ως προς την αναιρεσείουσα ηθικό αυτουργό (Ζ), αφού αναφέρει ότι όσα η μάρτυρας κατέθεσε ήταν αποτέλεσμα της προτροπής (πειθούς) που αυτή (ηθικός αυτουργός) σε εκείνη άσκησε με φορτικότητα, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και περαιτέρω πραγματικών περιστατικών για την πληρότητα της αιτιολογίας. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και καθό μέρος, με τους λόγους αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αυτοί πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του εν σχέσει με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέτει τις απόψεις του και να κάμει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου τους. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητος του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η αιτίαση ότι το δικάσαν κατ' έφεση δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την ενοχή των κατηγορουμένων - αναιρεσειουσών έγγραφα, τα οποία φέρονται μεν ως αναγνωσθέντα και είναι: α) δύο έγγραφα της ΔΟΥ Ηλιούπολης, β) ένα άλλο έγγραφο προς ΔΟΥ Ηλιούπολης και γ) το υπ' αριθ. 11 έγγραφο ΔΟΥ Ηλιούπολης, των οποίων, όμως, εγγράφων δεν προσδιορίζεται με επάρκεια στην απόφαση η ταυτότητα και επήλθε, έτσι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί αυτές εστερήθηκαν της δυνατότητας να ασκήσουν τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους. Ενόψει, όμως, του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε αναγνωσθέντος εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως αναφέρθηκε, μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας περί του ότι το έγγραφο αυτό (και όχι κάποιο άλλο) αναγνώσθηκε, στη συγκεκριμένη δίκη, ο προαναφερόμενος προσδιορισμός της ταυτότητας των παραπάνω εγγράφων, είναι επαρκής, ώστε να μη καταλείπεται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Άλλωστε, δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των εγγράφων αυτών, αφού δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τους ίδιους, ως άνω, προσδιορισμούς. Έτσι, οι κατηγορούμενες, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα των εγγράφων αυτών, είχαν κάθε ευχέρεια να ασκήσουν τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματα, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στις κατηγορούμενες να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων. Είναι, επομένως, αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1Α ΚΠΔ, αμφοτέρων των αιτήσεων. Απορριπτομένων των λόγων αμφοτέρων των αιτήσεων και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 21.11.2006 δύο αιτήσεις των: 1) Χ και 2) Ζ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6734/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ