Αριθμός 1445/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΠΡΩΗΝ ΕΘΝΟΚΑΡΤΑΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Β., κατοίκου ..., 3) Α. Γ., κατοίκου ..., 4) Δ. Δ., κατοίκου ..., 5) Α. Δ., κατοίκου ..., 6) Κ. Κ., κατοίκου ..., 7) Φ. Κ., κατοίκου ..., 8) Δ. Κ., κατοίκου ..., 9) Α. Κ., κατοίκου ..., 10) Κ. Κ., κατοίκου ..., 11) Α. Μ., κατοίκου ..., 12) Ε. Μ., κατοίκου ..., 13) Ε. Μ., κατοίκου ..., 14) Κ. Ν., κατοίκου ..., 15) Κ. Π., κατοίκου ..., 16) Π. Π., κατοίκου ..., 17) Α. Π., κατοίκου ..., 18) Ε. Ρ., κατοίκου ..., 19) Ε. Σ., κατοίκου ..., 20) Φ. Σ., κατοίκου ..., 21) Π. Σ., κατοίκου ..., 22) Έ. Σ., κατοίκου ..., 23) Ν. Χ., κατοίκου ... Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 15, 16, 18, 19, 21, 22, 23 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σαπουντζάκη και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 4, 8, 9, 10, 14, 17, 20 αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σωματείου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" ("ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Καρούζο και Ευστράτιο Καρβέλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ EFG EUROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Πολίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ EFG EUROBANK" ("ΣΩΜΑΤΕΙΟ UNION EUROBANK"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ EFG EUROBANK", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1242/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4360/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/10/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 118 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος, που εκπροσωπεί διάδικο στην αναιρετική δίκη, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Εξάλλου, κατ' άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008). Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερόμενου ως ασκήσαντος την αίτηση αναίρεσης διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας τούτου προς τον υπογράφοντα αυτή (αίτηση αναίρεσης) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π.926/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η κρινόμενη από 3-10-2019 αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της 4360/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 7-2-2022, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο. Όμως, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, οι 4ος, 8η, 9ος, 10ος, 14ος, 17η και 20ος αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και ούτε υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το πρώτο αναιρεσίβλητο σωματείο-Ταμείο υπ' αριθ....'/15-3-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της, 7-2-2022, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης με επισημείωση στο πινάκιο για την δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε, με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως, για τους ως άνω 4ο, 8η, 90, 10ο, 14ο, 17η και 20ο αναιρεσείοντες, κατά το άρθρο 143 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. στον αντίκλητο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σαπουντζάκη που έχει υπογράψει το δικόγραφο της αναίρεσης ως πληρεξούσιός τους. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, παρότι, όπως προαναφέρεται, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από το επισπεύδον τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρώτο αναιρεσίβλητο Ταμείο για την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης από την εν λόγω αρχική δικάσιμο για την προκείμενη δικάσιμο, ισχύει, κατ'άρθρ.226 παρ.4 εδ. 3 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρ. 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2, 226 παρ.4 ΚΠολΔ). Από το φάκελο της δικογραφίας, όμως, δεν προκύπτει η από τους ως άνω απόντες αναιρεσείοντες παροχή πληρεξουσιότητας, δυνάμει συμβολαιογραφικής πράξεως, στο δικηγόρο Πειραιώς Παναγιώτη Σαπουντζάκη, που υπογράφει το αναιρετήριο δικόγραφο, για να ασκήσει το εν λόγω ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν τούτου, και δεδομένου ότι κατά τα ανωτέρω, επί ερημοδικίας του φερόμενου ως ασκήσαντος την αίτηση αναίρεσης διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας τούτου προς τον υπογράφοντα αυτή (αίτηση αναίρεσης) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των 4ου, 8ης, 9ου, 10ου, 14ου, 17ης και 20ου αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί, για τον παραπάνω λόγο, ως απαράδεκτη. Με την κρινόμενη από 3-10-2019 αίτηση αναίρεσης των λοιπών αναιρεσειόντων, διορθωμένου, παραδεκτώς, του επωνύμου του 18ου τούτων, από Ρ. στο ορθό Ρ., προσβάλλεται η 4360/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία συνεκδικάσθηκαν η από 27-4-2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 1242/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οι ασκηθείσες ενώπιον του Εφετείου από 17-9-2018 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου υπέρ των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και από 17-9-2018 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης αναιρεσίβλητης υπέρ των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων. Με την άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 23-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, περί ακυρότητας αποφάσεως της ΓΣ του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου σωματείου, και με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κρίνοντας όμοια, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' εδ.δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), με την επισήμανση ότι η απεύθυνση της αναίρεσης προς τους προσθέτους κατ'έφεση παρεμβαίνοντες, ήτοι προς τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη αναιρεσίβλητους, που δεν ήταν κύριοι διάδικοι στην κατ'έφεση δίκη, εκτιμάται ως κλήση αυτών (Α.Π.734/2021, Α.Π.711/2015, Α.Π.741/2013). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την αυτήν ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που, κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Με το άρθρο δε 778 Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατόν να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 788. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετέσχε στη διαδικασία, να προστατεύσει, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμα του, με την άσκηση τριτανακοπής. Εκτός από τη δεσμευτική ισχύ οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου. Δεν δημιουργούν δε δεδικασμένο για τις δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και όταν το δικαστήριο εξετάζει παρεπιμπτόντως ορισμένο ουσιαστικό δικαίωμα του αιτούντος (Α.Π.390/2016, Α.Π. 560/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Επίσης ελέγχεται και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (Ολ ΑΠ 7/2013, ΑΠ 869/2017). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 2724/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για το κύρος της ένδικης, από 1-3-2015, αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου σωματείου, η οποία επιστηρίζεται στην επίσης κριθείσα-με την άνω απόφαση - τελεσιδίκως άκυρη από 17-2-2015 απόφαση του Δ.Σ του, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι υπάρχει δεσμευτική ισχύς από την προαναφερόμενη απόφαση για το παραπάνω ζήτημα και συνακόλουθα να κάνει δεκτή την έφεσή τους και την αγωγή τους. Από το περιεχόμενο της ως άνω υπ'αριθ.2724/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί κατά την έρευνα του υπό κρίση λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Με την, εκδοθείσα κατ'άρθρον 787 παρ.1 ΚΠολΔ, υπ' αριθ. 324/2015 διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη μεταγενέστερη υπ' αριθ. 353/2015 διάταξη αυτού, επικυρώθηκε το από 24-4-2015 τροποποιημένο καταστατικό του εδώ αναιρεσιβλήτου Ταμείου ΤΑΠΙΛΤΑ-ΑΤ και διατάχθηκε η εγγραφή του τροποποιημένου αυτού καταστατικού στο σχετικό δημόσιο βιβλίο. Κατ'αυτής ασκήθηκε η εκ του άρθρου 787 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. από 16-7-2015 ανακοπή μελών του Ταμείου, με την οποία έπλητταν την έγκριση της τροποποίησης του καταστατικού του Ταμείου με την από 1-3-2015 απόφαση της τακτικής Γενικής του Συνέλευσης, διότι, όπως ισχυρίστηκαν, η από 17-2-2015 εισήγηση του ΔΣ του για την τροποποίηση αυτή του καταστατικού, ελήφθη χωρίς νόμιμη σύνθεση του ΔΣ, λόγω της απώλειας της ιδιότητας του μέλους, δύο εκ των μελών του. Επί της άνω ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2258/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία ακυρώθηκε η άνω ανακοπτόμενη υπ'αριθ.324/2015 διάταξη του Ειρηνοδίκη, όπως είχε τροποποιηθεί. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 13-3-2017 έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου Ταμείου και επ'αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2724/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία επίσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση, δεχθέν το Εφετείο ότι η ανωτέρω, από 1-3-2015 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία είχε συγκληθεί κατόπιν της από 4-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, με θέμα ημερήσιας διάταξης την επικαιροποίηση - εκκαθάριση του μητρώου των μελών του Ταμείου και κατόπιν της από 17-2-2015 απόφασης του Δ.Σ εισήγησής του προς τη Γενική Συνέλευση για την τροποποίηση του καταστατικού, κατ'άρθρ.9 παρ.1 περ.1 αυτού, ήταν άκυρη, διότι το Δ.Σ. είχε ελλιπή σύνθεση, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ.1 του καταστατικού, λόγω απώλειας της ιδιότητας του μέλους του Δ.Σ. δύο, εκ των εννέα, μελών του. Στη συνέχεια, οι εδώ αναιρεσείοντες, επίσης μέλη του Ταμείου, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ένδικη, από 23-4-2015, αγωγή κατά του Ταμείου ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου - την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί κατά την έρευνα του υπό κρίση λόγου αναίρεσης- με την οποία ζητούν να ακυρωθεί η από 1-3-2015 απόφαση της γενικής συνέλευσης του αντιδίκου τους Ταμείου, μεταξύ άλλων και για το λόγο ότι η εν λόγω γενική συνέλευση ήταν άκυρη διότι είχε συγκληθεί κατόπιν της 4-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, με θέμα ημερήσιας διάταξης την επικαιροποίηση-εκκαθάριση του μητρώου των μελών του Ταμείου και κατόπιν της από 17-2-2015 απόφασης του Δ.Σ. με την οποία εγκρίθηκε η εισήγηση προς τη Γενική Συνέλευση για την τροποποίηση του καταστατικού, κατ'άρθρ.9 παρ.1 περ.1 αυτού, που ήταν άκυρη, διότι το Δ.Σ. είχε ελλιπή σύνθεση, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ.1 του καταστατικού, λόγω απώλειας της ιδιότητας του μέλους του Δ.Σ. δύο, εκ των εννέα, μελών του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ.1242/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια κατόπιν εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ'αριθ.4360/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή τους. Από την παραπάνω υπ'αριθ. 2724/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί γνήσιας υπόθεσης εκουσίας δικαιοδοσίας και δη επί ανακοπής εκ του άρθρου 787 ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν παράγεται κατ' άρθρο 778 Κ.Πολ.Δικ. δεδικασμένο, ούτε δεσμευτική ισχύς για την παρούσα δίκη, που γίνεται κατά την τακτική (αμφισβητούμενη) διαδικασία, σχετικά με το κύρος της από 1-3-2015 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και της από 17.2.2015 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου Ταμείου. Και τούτο διότι οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ'αριθ.2724/2018 απόφαση, αναπτύσσουν μεν δεσμευτική ισχύ - εκδηλούμενη τόσο αρνητικώς, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, όσο και θετικώς, με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, δεν αναπτύσσουν όμως και δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου κατά τα άρθρ. 321 επ. ΚΠολΔ, οποιαδήποτε δε κρίση τους όταν εξετάζουν παρεμπιπτόντως ορισμένο ουσιαστικό δικαίωμα δεν δεσμεύει το δικαστήριο που θα αποφανθεί για το ίδιο δικαίωμα κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, για τον ερευνώμενο λόγο τα εξής: "...Με την υπ' αριθ. 324/2015 διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 353/2015 διαταγή του ίδιου Ειρηνοδίκη, επικυρώθηκε το τροποποιημένο καταστατικό του εφεσιβλήτου και διατάχθηκε η εγγραφή του στο σχετικό δημόσιο βιβλίο, πλην όμως, κατόπιν ανακοπής μελών του εφεσιβλήτου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2258/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία ακυρώθηκαν οι πιο πάνω διατάξεις, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2724/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία επίσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ" κατά πρωτόδικης απόφασης. Η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίνει διαφορετικά το ζήτημα του κύρους της από 17.2.2015 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εφεσιβλήτου, πλην όμως δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρόν Δικαστήριο, αφού οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως η προαναφερόμενη, ..........δεν αναπτύσσουν και δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου κατά τα άρθρ. 321 επ. ΚΠολΔ,....και δεν δεσμεύει το δικαστήριο που θα αποφανθεί για το ίδιο δικαίωμα κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεχθέν ότι δεν υπάρχει δεσμευτική ισχύς ούτε δεδικασμένο από την 2724/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για το κύρος της από 17-2-2015 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου και της σχετιζόμενης με αυτή από 1-3-2015 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του αναιρεσιβλήτου Ταμείου για την κριθείσα με την προσβαλλομένη απόφαση έννομη σχέση, ορθώς έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, και συνακόλουθα ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.16 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Το άρθρο 93 παρ. 1 του ΑΚ, που έχει ευρύτερη εφαρμογή σε όλα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με σωματειακή μορφή και κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη εφαρμόζεται αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου (Α.Π.734/2021, Α.Π. 433/2009), ορίζει ότι η συνέλευση των μελών αποτελεί το ανώτατο όργανο του σωματείου και αποφασίζει για κάθε υπόθεσή του, που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου. Κατά δε τα άρθρα 95 και 96 ΑΚ, εξουσία συγκλήσεως της συνελεύσεως του σωματείου έχει κατ` αρχήν η διοίκηση του σωματείου και σε εξαιρετικές περιπτώσεις η μειοψηφία των μελών, μετά από προηγούμενη εξουσιοδότηση του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση που τα μέλη του σωματείου κληθούν σε γενική συνέλευση άνευ τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων και από αναρμόδια πρόσωπα ή όργανα, η τοιαύτη συγκέντρωση δεν δύναται να θεωρηθεί ως γενική συνέλευση, δηλαδή είναι νομικά ανύπαρκτη και οι αποφάσεις αυτές δεν δύναται να θεωρηθούν ως αποφάσεις του συλλογικού τούτου οργάνου, αλλά είναι απολύτως άκυρες, την ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προβάλει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και δεν χρήζουν προσβολής προς ακύρωση κατά το άρθρο 101 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνελεύσεως, η οποία συγκλήθηκε νόμιμα, αντίκειται όμως στο νόμο ή το καταστατικό (Α.Π. 734/2021, Α.Π.1506/2018, Α.Π. 1601/2002). Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η γενική αναγνωριστική αγωγή, κατ` άρθρο 70 ΚΠολΔ, η οποία είναι κατ` αρχήν απρόθεσμη και μπορεί να ασκηθεί, αν η προσβαλλόμενη απόφαση του σωματείου λόγω της βαρύτητας του ελαττώματος δεν είναι απλώς ακυρώσιμη, (επί της οποίας ισχύει η σύντομη αποσβεστική προθεσμία των έξη μηνών (ΑΠ 433/2009), αλλά ανυπόστατη ή απολύτως άκυρη (βλ. ΑΚ 180). Τέτοιες αποφάσεις είναι και εκείνες, οι οποίες δεν περιεβλήθησαν τα εξωτερικά γνωρίσματα αποφάσεως ή αποφάσεις προδήλως κατά το φαινόμενο μόνον τέτοιες ή αυτές που εκδόθηκαν πέραν από την ανήκουσα στη συνέλευση εξουσία ή εμφανίζουν αντίθεση με απαγορευτικό νόμο ή τα χρηστά ήθη από την άποψη του περιεχομένου της τυχόν εκφρασθείσης με αυτές δικαιοπρακτικής βουλήσεως, κατά τα άρθρα 174 και 178 ΑΚ, οπότε στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 101 ΑΚ (Α.Π.734/2021, Α.Π. 1506/2018, Α.Π. 819/2007). Επίσης, από την ερμηνεία του άρθρου 101 του ΑΚ προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του σωματείου, ακόμη και αν είναι ακυρώσιμες, εντούτοις παράγουν όλα τα συνδεόμενα με αυτές αποτελέσματα, το δε διοικητικό συμβούλιο του σωματείου έχει την υποχρέωση για την εκτέλεση τους. Για την ακύρωση ελαττωματικής απόφασης Γενικής Συνέλευσης σωματείου απαιτείται αγωγή κάθε μέλους, που δεν συνήνεσε ή τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας του σωματείου και δικάζεται με την τακτική διαδικασία, ενώ είναι απαράδεκτη η υποβολή αιτήματος ακυρώσεως κατ' ένσταση ή παρεμπιπτόντως (ΑΠ 663/1992). Μέχρι την έκδοση της κατά τα ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, που κηρύσσει άκυρη την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία έχει διαπλαστική ισχύ, η τελευταία παράγει όλα τα αποτελέσματα της έναντι πάντων, επομένως πρόκειται στην πραγματικότητα για ακυρώσιμη και όχι για άκυρη απόφαση παρά την διατύπωση του άρθρου 101 του ΑΚ που την αποκαλεί "άκυρη". Για την ακύρωση της απόφασης της γενικής συνέλευσης σωματείου κατά το ως άνω άρθρο 101 του ΑΚ, αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του νόμου ή του καταστατικού και μη ουσιωδών (ΑΠ 433/2009 ). Δηλαδή η προσβολή πλήττει βασικά τις αποφάσεις οι οποίες είναι ελαττωματικές, γιατί παραβιάσθηκαν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού, οι οποίες αναφέρονται, είτε στο περιεχόμενο των αποφάσεων, είτε στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων από τη γενική συνέλευση. Το παραπάνω άρθρο αναφέρεται σε ενδοσωματειακές παρανομίες, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν αμέσως τη γενικότερη έννομη τάξη και αυτό γιατί οι διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού, που ρυθμίζουν τη διαδικασία για τη λήψη από τη γενική συνέλευση των αποφάσεων δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά έχουν τεθεί από το νόμο για την εξασφάλιση της ακώλυτης ζωής του σωματείου με σκοπό την ελεύθερη και γνήσια έκφραση της βούλησης των μελών του, για το σχηματισμό της απόφασης της γενικής συνέλευσης, πράγμα που αποτελεί συμφέρον όλων των μελών του. Για το λόγο αυτό και ο νόμος, χωρίς να απαιτεί την ad hoc επίκληση και απόδειξη εννόμου συμφέροντος, δίδει στα μέλη του σωματείου το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσουν την κήρυξη της ακυρότητας των ενδοσωματειακών παράνομων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης. Περαιτέρω, το καταστατικό σωματείου αποτελεί έκφραση της αυτονομίας του και περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του, έχει δε συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα. Ειδικότερα, συνιστά δήλωση βουλήσεως απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων. Επομένως δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεών του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως. Γι` αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων (ΑΠ 497/2019). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1681/2018). Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 150/2015). Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 898/2020, ΑΠ 1685/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους κατωτέρω αναιρετικούς λόγους ζητήματα της ακυρότητας αποφάσεων των οργάνων του εφεσιβλήτου ήδη αναιρεσιβλήτου Ταμείου για την τροποποίηση του καταστατικού του την 1-3-2015, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "..Η διάταξη της παρ. 1 περ. α' του άρθρ. 2 του καταστατικού του εφεσιβλήτου όριζε (πριν την τροποποίησή του) τα εξής: "1. Μέλη του ταμείου γίνονται: α. Τα πρόσωπα που παρέχουν κάθε φορά εξαρτημένη εργασία, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με αμοιβή .... και στις Τράπεζες ...., τα οποία είναι μέλη των οικείων Συλλόγων των Τραπεζών αυτών". Η διάταξη της παρ. 3 περ. β' του ίδιου άρθρου όριζε τα εξής: "3. Χάνουν την ιδιότητα του μέλους: ...β. Όσοι από τους παραπάνω χάσουν την ιδιότητα του υπαλλήλου χάνουν αυτοδικαίως και την ιδιότητα του μέλους του Ταμείου, εφόσον βέβαια τούτο γίνεται πριν τη θεμελίωση δικαιώματος για σύνταξη". Από την πρώτη των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι την ιδιότητα του μέλους του εφεσιβλήτου μπορούν να αποκτήσουν μόνο όσοι είναι εν ενεργεία εργαζόμενοι των αναφερομένων στο καταστατικό Τραπεζών (και μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων) και επομένως πρόσωπα που έχουν καταστεί συνταξιούχοι δεν μπορούν να ζητήσουν για πρώτη φορά να γίνουν μέλη του εφεσιβλήτου. Από τη δεύτερη των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η απώλεια, για οποιοδήποτε λόγο, της ιδιότητας του υπαλλήλου των Τραπεζών αυτών συνεπιφέρει αυτοδικαίως και την απώλεια της ιδιότητας του μέλους του εφεσιβλήτου. Εξαίρεση όμως προβλέπεται στην περίπτωση που ο υπάλληλος, πριν την απώλεια της συγκεκριμένης ιδιότητάς του, είχε θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης, οπότε, στην περίπτωση αυτή, διατηρεί εκείνος, μολονότι συνταξιούχος, την ιδιότητα του μέλους του εφεσιβλήτου. Ο συνταξιούχος αυτός μπορεί περαιτέρω, ως μέλος του εφεσιβλήτου, να εκλέγεται και στο διοικητικό συμβούλιο του τελευταίου, με τον μόνο περιορισμό ότι δεν μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου (άρθρ. 4 παρ. 2 του καταστατικού). Αν όμως η θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδότησης είναι μεταγενέστερη της απώλειας της ιδιότητας του υπαλλήλου, λ.χ. με εξαγορά του χρόνου ασφάλισης ή με την πλήρωση των προβλεπομένων ηλικιακών προϋποθέσεων που προβλέπει το καταστατικό του εφεσιβλήτου (άρθρ. 22, 24), τότε η απώλεια της ιδιότητας του μέλους είναι οριστική, αφού το καταστατικό δεν προβλέπει δυνατότητα επανάκτησης ή το πρώτον κτήσης της ιδιότητας του μέλους από συνταξιούχους. ....Κατόπιν των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης του εφεσιβλήτου που είχαν προκηρυχθεί στο παρελθόν με την από 10.3.2012 απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης των μελών αυτού, οι οποίες έλαβαν χώρα από τις 28.3.2012 μέχρι 6.4.2012, ανακηρύχθηκε στις 2.5.2012, όταν και ανακοινώθηκαν από την τότε κεντρική εφορευτική επιτροπή τα αποτελέσματα της σχετικής ψηφοφορίας, το διοικητικό συμβούλιο του εφεσιβλήτου, για θητεία τριών ετών (άρθρ. 4 παρ. 1,11 παρ. 2 του καταστατικού), αποτελούμενο από εννέα τακτικά μέλη, ενώ ανακηρύχθηκαν και εννέα αναπληρωματικά μέλη (άρθρ. 10 παρ. 9, 13 του καταστατικού). Μεταξύ των εκλεγέντων τακτικών μελών του παραπάνω διοικητικού συμβουλίου ήταν και οι Ι. Β. και Α. Ν. (6ος και 7ος κατά σειρά επιτυχίας). Οι προαναφερόμενοι, ωστόσο, κατά το χρόνο της εκλογής τους στο διοικητικό συμβούλιο, είχαν ήδη απωλέσει την ιδιότητα του μέλους του εφεσιβλήτου, επειδή είχαν ήδη αποχωρήσει από τις τράπεζες όπου εργάζονταν χωρίς να έχουν θεμελιώσει μέχρι την αποχώρησή τους δικαίωμα συνταξιοδότησης (βλ. παραπάνω υπό V) και ειδικότερα ο μεν I.. Β. είχε απωλέσει την ιδιότητα του μέλους του εφεσιβλήτου από 1.1.1998, ο δε Α.. Ν. από 1.1.1994. Η απώλεια της ιδιότητας των παραπάνω προσώπων ως μελών του εφεσιβλήτου ήταν "αυτοδίκαιη", όπως ρητώς ορίζεται στο καταστατικό (βλ. επίσης παραπάνω υπό V) και επομένως ανεξάρτητη από οποιαδήποτε μεταγενέστερη σχετική πράξη του διοικητικού συμβουλίου του εφεσιβλήτου, η οποία έχει "διαπιστωτικό" και μόνο χαρακτήρα ως προς την απώλεια της ιδιότητας του μέλους του εφεσιβλήτου. Περαιτέρω, αφού οι προαναφερόμενοι δεν ήταν μέλη του εφεσιβλήτου, δεν είχαν δικαίωμα και να εκλεγούν στο διοικητικό συμβούλιο αυτού. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 92 του ΑΚ "Η διοίκηση του σωματείου, αν το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, αποτελείται από μέλη του σωματείου" και στο καταστατικό του εφεσιβλήτου δεν υπάρχει τέτοια διαφορετική διάταξη, δηλαδή που να προβλέπει ρητώς ότι δικαιούνται και μη μέλη αυτού να εκλεγούν στο διοικητικό συμβούλιο. Αντιθέτως, από το άρθρ. 10 παρ. 10 του καταστατικού, που ορίζει ότι στον πίνακα ανακήρυξης των υποψηφίων για το διοικητικό συμβούλιο και στα αντίστοιχα ψηφοδέλτια "...θα αναγράφονται κατά απόλυτη αλφαβητική σειρά: "α) Σε χωριστή στήλη οι υποψήφιοι για το Διοικητικό Συμβούλιο οι προερχόμενοι από τους Συνταξιούχους, β) Σε χωριστή στήλη οι προερχόμενοι από τα εν ενεργεία μέλη...", προκύπτει ότι το καταστατικό επιβεβαιώνει τον κανόνα του άρθρ. 92 του ΑΚ. Η εκλογή όμως των I.. Β. και Α.. Ν. στο διοικητικό συμβούλιο του εφεσιβλήτου, ως προσώπων που δεν είχαν την αντίστοιχη προϋπόθεση του νόμου και του καταστατικού - δηλαδή να είναι ταυτοχρόνως και μέλη του σωματείου - καθιστούσε ακυρώσιμη κατά το άρθρ. 101 του ΑΚ (και όχι ανυπόστατη ή αυτοδικαίως άκυρη) την απόφαση της εκλογής τους.... Ωστόσο η από 2.5.2012 εκλογή των προσώπων αυτών στο διοικητικό συμβούλιο του εφεσιβλήτου δεν προσβλήθηκε με ακυρωτική αγωγή και μάλιστα εντός της προβλεπόμενης (από το άρθρ. 101 ΑΚ) εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, ούτε συνακολούθως κηρύχθηκε η ακυρότητα της εκλογής τους με αντίστοιχη διαπλαστική δικαστική απόφαση (τελεσίδικη). Έτσι, το διοικητικό συμβούλιο του εφεσιβλήτου είχε νόμιμη συγκρότηση - τέτοια συντρέχει όταν υπάρχει ο αριθμός όλων των μελών του διοίκησης του νομικού προσώπου που προβλέπει το καταστατικό, ενώ δεν υπάρχει όταν ο αριθμός των μελών υπολείπεται του συνολικού, έστω και αν τα εναπομείναντα μπορούν να σχηματίσουν απαρτία... - και αντιστοίχως το διοικητικό συμβούλιο δεν είχε έλλειψη διοίκησης στις 4.2.2015, όταν έλαβε την απόφαση σύγκλησης της γενικής συνέλευσης για τις 1.3.2015, καθώς και στις 17.2.2015, όταν ενέκρινε την πρόταση/εισήγηση προς τη γενική συνέλευση για την τροποποίηση του καταστατικού, είναι δε απορριπτέος ως ουσιαστικώς αβάσιμος ο (4ος κατά την αρίθμηση της απόφασης αυτής) αντίθετος λόγος της αγωγής..... Περαιτέρω, ...και ..επί απωλείας από τους I.. Β. και Α.. Ν. της ιδιότητας του μέλους του διοικητικού συμβουλίου όχι στις 1.1.1998 και 1.1.1994 αντιστοίχως, αλλά από τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της 4.2.2015- δηλαδή όταν και εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο το επικαιροποιημένο μητρώο μελών που δεν περιείχε πλέον αυτούς .....τούτο δεν ..επιδρούσε ακυρωτικώς για τη γενική συνέλευση της 1.3.2015. Ειδικότερα, ...: α) Δεν έπασχε η απόφαση σύγκλησης της γενικής συνέλευσης από το διοικητικό συμβούλιο στη συνεδρίασή του της 4.2.2015, αφού αυτή προηγήθηκε της έγκρισης επικαιροποίησης του μητρώου μελών του, δεδομένου ότι η σύγκληση ήταν το 4° θέμα της ημερήσιας διάταξης και η επικαιροποίηση το 5° θέμα της ημερήσιας διάταξης. Επομένως, όταν ελήφθη η απόφαση σύγκλησης της γενικής συνέλευσης οι προαναφερόμενοι δεν είχαν απωλέσει ακόμα, έστω και κατ' ελάχιστο χρονικό διάστημα, την ιδιότητα του μέλους του εφεσιβλήτου και συνακολούθως δεν είχαν απωλέσει ακόμα ούτε την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου του εφεσιβλήτου. β) Όσον αφορά δε τη μεταγενέστερη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της 17.2.2015 - στην οποία δεν παρέστη ο Α.. Ν., ενώ ο I.. Β. παρέστη μόνο προς υποβολή εγγράφων αιτημάτων αναβολής της επικείμενης γενικής συνέλευσης, μετά την απόρριψη των οποίων και αποχώρησε - και την τότε εισήγηση αυτού (δ.σ.) προς τη γενική συνέλευση σχετικώς με την τροποποίηση του καταστατικού, η οποία (εισήγηση) προβλέπεται στο άρθρ. 9 παρ. 1 περ. Γ του καταστατικού του εφεσιβλήτου ("Αποφασίζει και εισηγείται αρμόδια την τροποποίηση ή συμπλήρωση των διατάξεων του παρόντος"), ακόμη και αν έγινε από διοικητικό συμβούλιο χωρίς νόμιμη συγκρότηση, δεν επηρέαζε το κύρος της αντίστοιχης απόφασης της γενικής συνέλευσης. Και τούτο διότι, αφού η γενική συνέλευση είναι το κυρίαρχο όργανο του σωματείου και η μόνη αρμόδια για την τροποποίηση του καταστατικού, η σχετική απόφασή της τελικώς αποσυνδέεται από την πρόταση/εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου στο ίδιο θέμα.......". Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης και εντεύθεν την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων, περί αναγνώρισης ακυρότητας της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του αναιρεσιβλήτου σωματείου, ως αβάσιμη. Δέχθηκε, έτσι, ανέλεγκτα, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι η απόφαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, της 1-3-2015, για την τροποποίηση του καταστατικού του Ταμείου, δεν ήταν άκυρη, αλλά έγκυρη, το μεν λόγω του κύρους των από 4-2-2015 και 17-2-2015 αποφάσεων του έχοντος νόμιμη σύνθεση Διοικητικού Συμβουλίου του, το δε ως ληφθείσα από το ανώτατο όργανο του Ταμείου (Γ.Σ), που συγκλήθηκε νομίμως με την από 4-2-2015 απόφαση του ΔΣ, ανεξάρτητα από το κύρος ή την ακυρότητα της επομένης, από 17-2-2015, αποφάσεώς του, και συνακόλουθα ήταν αβάσιμη η αγωγή και εντεύθεν απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η αγωγή τους. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 2-5-2012 εκλογή των δύο ως άνω μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την αρχαιρεσιακή Γενική Συνέλευση της 2-5-2012, δεν είχε προσβληθεί με την ακυρωτική αγωγή εντός έξι μηνών, η απόφαση αυτή περί της εκλογής τους ανέδυε αποτελέσματα έναντι πάντων και συνεπώς αυτοί εξακολουθούσαν να διατηρούν την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου έως τη λήξη της θητείας τους, δηλαδή έως 2-5-2015. Συνακόλουθα, το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίασή του, τόσο στις 4-2-2015, όσο και στις 17-2-2015, δεν είχε ελλιπή σύνθεση, αλλά την προβλεπόμενη, εννεαμελή σύνθεση, όπως απαιτούσε το άρθρο 4 παρ.1 του καταστατικού, σε συνδυασμό με το άρθρο 92 ΑΚ και νομίμως το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε την απόφασή του για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης την 1-3-2015 για την τροποποίηση του καταστατικού και κατόπιν τούτων, η επίδικη, από 1-3-2015 της Γενικής Συνέλευσης του αναιρεσιβλήτου δεν είναι άκυρη, αλλά έγκυρη. Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι η απόφαση αυτή δεν είναι άκυρη, άλλα έγκυρη, ως ληφθείσα από το κυρίαρχο προς τούτο καταστατικό όργανο του Ταμείου (Γ.Σ), όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του καταστατικού και είναι σύμφωνη με το άρθρο 93 του ΑΚ., που συγκλήθηκε νομίμως, κατά τα άνω, και ανεξάρτητα από το έγκυρο ή μη της από 17-2-2015 απόφασης- εισήγησης του ΔΣ της για την τροποποίηση του καταστατικού της, καθόσον η εισήγηση αυτή του ΔΣ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 περ.ι του καταστατικού, έχει μόνο γνωμοδοτικό-διαπιστωτικό χαρακτήρα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92, 95, 101 του Α.Κ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του άνω συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών, καθ'όσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της απόφασης της γενικής συνέλευσης του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη της αγωγής, και εντεύθεν της έφεσης των αναιρεσειόντων. Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, υπό κρίση λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που διαλαμβάνει αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης από το αρθ.559 αρ.1 ΚΠολΔ ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173, 174, 180 Α.Κ., που επικαλούνται ως εφαρμοστέες οι αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε για το άνω αποδεικτικό του πόρισμα, τις ανωτέρω διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν ανυπόστατη ή απολύτως άκυρη απόφαση, που είναι εκείνη, που δεν περιεβλήθη τα εξωτερικά γνωρίσματα αποφάσεως ή απόφαση προδήλως κατά το φαινόμενο μόνον τέτοια ή αυτή που εκδόθηκε πέραν από την ανήκουσα στη συνέλευση εξουσία ή εμφανίζει αντίθεση με απαγορευτικό νόμο ή τα χρηστά ήθη από την άποψη του περιεχομένου της τυχόν εκφρασθείσης με αυτή δικαιοπρακτικής βουλήσεως, και στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 101 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, περίπτωση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Περαιτέρω, με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών, ανεπαρκών και πλημμελών αιτιολογιών, αφού αναφορικά με το ζήτημα της ακυρότητας της επίδικης αποφάσεως της γενικής συνέλευσης, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εξέθεσε με επάρκεια, πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό κρίση λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018), όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (Α.Π.25/2011). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενοι ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου του πριν την επίδικη τροποποίηση καταστατικού του αναιρεσιβλήτου Ταμείου σχετικά με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 εδ.β' αυτού και αν είχε προβεί στην ορθή ανάγνωσή του, θα είχε κρίνει ότι η με την επίδικη τροποποίηση επήλθε μεταβολή του σκοπού του Ταμείου με συνέπεια την ακυρότητα της επίδικης απόφασης της Γενικής Συνέλευσης διότι η απόφαση αυτή δεν ελήφθη με έγγραφη συναίνεση όλων των μελών του και συνακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση θα είχε δεχθεί την έφεσή τους και την αγωγή τους. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "...Στην προκείμενη περίπτωση, το άρθρ. 1 εδ. β' του καταστατικού του εφεσιβλήτου, το οποίο περιελάμβανε και το σκοπό αυτού, είχε ως εξής: "1....Σκοπός του σωματείου είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους αποχωρούντες από την υπηρεσία υπαλλήλους του προσωπικού οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες Τράπεζες, εφ' όσον θεμελιώνουν δικαίωμα κύριας συντάξεως στο ΤΑΠΙΛΤ ή στο ΙΚΑ ή σε ειδικούς ασφαλιστικούς φορείς κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων που ορίζονται από το παρόν καταστατικό και εφ' όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτού". Μετά την επίδικη τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός περιλαμβάνεται πλέον στο άρθρ. 2 του καταστατικού και διαμορφώθηκε ως εξής: "1.Βασικός ενεργός σκοπός του ταμείου είναι η επικουρική ασφάλιση των ασφαλιζομένων προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 5 και η χορήγηση επικουρικής σύνταξης, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος καταστατικού, για τους ασφαλιστικούς κινδύνους γήρατος ή αναπηρίας ή θανάτου. 2. Βασικό κριτήριο της εκπλήρωσης του ενεργού σκοπού του ταμείου είναι η διασφάλιση, κατά τους ορισμούς της αναλογιστικής επιστήμης, σύμμετρων ασφαλιστικών δικαιωμάτων στο σύνολο των διαχρονικά ασφαλισθέντων σ' αυτό προσώπων. 3. Διεύρυνση ασφαλιστικών σκοπών ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ στο μέλλον. Το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ δύναται μελλοντικά να συστήσει, οργανώσει και λειτουργήσει ανεξάρτητους κλάδους ασφάλισης προνοίας (εφάπαξ), προσυνταξιοδοτικών παροχών κύριας σύνταξης και συμπληρωματικών παροχών κλάδου υγείας, βάσει σχετικών κανονισμών που θα καταρτιστούν και θα εγκριθούν κατά τους ορισμούς των άρθρων 71, 72 και 73 του παρόντος καταστατικού, αντίστοιχα". Μετά τις παραπάνω τροποποιήσεις διατηρήθηκε η νομική φύση του εφεσιβλήτου ως αλληλοβοηθητικού ταμείου καθώς επίσης και ο κύριος σκοπός του εφεσιβλήτου, δηλαδή η παροχή επικουρικής ασφάλισης με τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης, ο οποίος περαιτέρω και δεν θίγεται απλώς με την πρόβλεψη, στην παρ. 3 του νέου άρθρ. 2, της δυνατότητας μελλοντικής σύστασης κλάδων ασφάλισης και μάλιστα ανεξάρτητων από τον ήδη λειτουργούντα κλάδο επικουρικής ασφάλισης. Με βάση τα προεκτιθέμενα, είναι ουσιαστικώς αβάσιμος ο (3ος κατά την αρίθμηση της απόφασης αυτής) λόγος της αγωγής που σχετίζεται με το ζήτημα της έλλειψης της συναίνεσης όλων των μελών του εφεσιβλήτου για τη φερόμενη μεταβολή του σκοπού αυτού". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος κατά την ανάγνωση του επικαλούμενου εγγράφου-προηγούμενο ισχύον καταστατικό του αναιρεσιβλήτου- αλλά, αφού ορθά το ανέγνωσε δέχθηκε ότι μετά τις τροποποιήσεις του καταστατικού αυτού διατηρήθηκε η νομική φύση του Ταμείου-εφεσιβλήτου ως αλληλοβοηθητικού ταμείου καθώς επίσης και ο κύριος σκοπός του δηλαδή η παροχή επικουρικής ασφάλισης με τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης, ο οποίος περαιτέρω και δεν θίγεται απλώς με την πρόβλεψη, στην παρ. 3 του νέου άρθρ. 2, της δυνατότητας μελλοντικής σύστασης κλάδων ασφάλισης και μάλιστα ανεξάρτητων από τον ήδη λειτουργούντα κλάδο επικουρικής ασφάλισης και έκρινε αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης και την αγωγική βάση για ακυρότητα της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης λόγω της έλλειψης της συναίνεσης όλων των μελών του εφεσιβλήτου για τη φερόμενη μεταβολή του σκοπού αυτού, οδηγήθηκε δηλαδή σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.δ' Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα εξ ολοκλήρου μεταξύ όλων των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων, που εφαρμόστηκαν (άρθρ. 179 σε συνδ.173 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-10-2019 αίτηση για αναίρεση της 4360/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης. Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ όλων των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ