Αριθμός 399/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντάλτα, για αναίρεση της με αριθμό 277/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορουμένους τους 1) X1, 2) .... και 3) X2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2006 αίτησή του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 22 Δεκεμβρίου 2006 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1381/2006 Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α΄ ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Η κατά το άρθρο 187 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά μόνο τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα . Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και πρέπει είτε να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, είτε να προκύπτει από αυτή (αιτιολογία) με βεβαιότητα, ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη όμως του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. ΄Οταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού , ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 277/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο εξεταζόμενος ως μάρτυρας στην προανάκριση κατέθεσε γνωρίζοντας ότι είναι ψέμματα ότι "στο 6ο χιλιόμετρο της οδού .... ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο σταματημένο στην άκρη του οδοστρώματος και χωρίς φλάς έστριψε αριστερά με πρόθεση να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων που βρισκόταν εκεί και συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινα εγώ...επίσης λίγο πριν τη σύγκρουση ο Χ2 έκανε σινιάλο με τα φώτα και την κόρνα στο σταματημένο αυτοκίνητο, αλλά αυτό έστριψε ξαφνικά αριστερά προς το πρατήριο". Ο β΄ κατηγορούμενος κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο εξεταζόμενος και αυτός ως μάρτυρας κατά την προανάκριση, κατέθεσε χωρίς όρκο, ενώ γνώριζε ότι είναι ψευδή, ότι "ενώ είχαμε κινήσει τη διαδικασία προσπέρασης ένα αυτοκίνητο... το οποίο ήταν σταματημένο στο δεξιό άκρο του δρόμου που πηγαίναμε, ο οδηγός, αφού κινήθηκε ξαφνικά με το όχημά του και μάλιστα με στροφή προς τα αριστερά, συγκρούσθηκε με το X2 που προπορευόταν από εμάς...είμαι σίγουρος ότι το πρώτο είχε σαν σκοπό να πάει στο πρατήριο καυσίμων και μάλιστα ήθελε να μπεί από το σημείο εξόδου...κάποια στιγμή ενώ ήμουν με το X2 μας πλησίασε ο Ψ1 και του είπε "πώς οδηγάς έτσι..θα μας σκοτώσεις" και αυτός απάντησε "εντάξει ρε παιδιά συμβαίνουν αυτά!". Όλα αυτά τα παραπάνω ήσαν ψευδή και το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, αυτοί, προκλήθηκαν δε στην πράξη τους αυτή από τον τρίτο και τέταρτο κατηγορούμενο, οι οποίοι με παραινέσεις και προτροπές τους έπεισαν να καταθέσουν τα παραπάνω ψευδή και έγινε έτσι για να επιβαρυνθεί η θέση του πολιτικώς ενάγοντος, ως κατηγορουμένου στο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη εκεί. Το ψευδές των γεγονότων αυτών προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ1, ... , .... , οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς δεν ήταν σταματημένο, ούτε κινήθηκε ξαφνικά προς το πρατήριο υγρών καυσίμων, καθόσον είχε καύσιμα και δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη. Βέβαια οι λοιποί μάρτυρες προσπάθησαν να εναρμονιστούν με τη θέση του κατηγορουμένου πλην όμως ανεπιτυχώς. Με βάση λοιπόν αυτά πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται. Μάλιστα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ως αντίδικοι, οι οποίοι δεν συμπλήρωσαν το 17ο έτος της ηλικίας τους κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης τους αυτής (1982 και 1983 έτος γεννήσεως καθενός από αυτούς) και σήμερα το έχουν συμπληρώσει κρίνονται κατά το άρθρο 130 ΠΚ και τιμωρούνται με την ποινή που προβλέπεται για την πράξη τους αυτή. Συνεπώς και αφού απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του τετάρτου κατηγορουμένου ως ουσία αβάσιμος, καθόσον αυτός αποτελεί άρνηση της πράξεως που κατηγορείται, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όλων των πράξεων, όπως κατηγορούνται και όπως αυτές αναφέρονται στο διατακτικό". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία του συγκατηγορουμένου του αυτουργού X1. Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 46 παρ.1α, 224 παρ.1,2 , ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση όχι μόνο στα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, αλλά συνεκτίμησε μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων και την ανώμοτη κατάθεση του ως μάρτυρος εξετασθέντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ1. Η συνεκτίμηση της καταθέσεως αυτής προκύπτει με βεβαιότητα από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης ειδικώς μνημονεύεται η κατάθεση του Ψ1 Συνεπώς είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι αυτή δεν αναφέρεται και στην αρχή του σκεπτικού, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο. Άλλωστε και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο, για να οδηγηθεί στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα κρίση του, συνεκτίμησε και την εν λόγω κατάθεση και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται με την προσβαλλόμενη απόφαση ο λόγος για τον οποίο δεν του αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό της επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως καλής συμπεριφοράς, ελαφρυντικό το οποίο, όπως υποστηρίζει, είχε ζητήσει. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα παρόμοιο αίτημα . Η διαλαμβανόμενη επίσης στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτίαση, ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι, όσα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, είχαν κατατεθεί και σε "όλα τα δικαστήρια που προηγήθηκαν και στα οποία αθωώθηκε ο τρίτος των συγκατηγορουμένων του", αποτελεί απλό υπερασπιστικό επιχείρημα του αναιρεσείοντος, στο οποίο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΛΠΔ λόγος αναιρέσεως, που περιέχεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη της πιο πάνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και διότι αναιτιολόγητα απορρίφθηκε ο περί ελαφρυντικών ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται, παραδεκτώς κατά το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, με προσθέτους λόγους αναιρέσεως. Ειδικότερα . 1) Το Τριμελές Εφετείο, με την παραδοχή του ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση στον συγκατηγορούμενό του X1 με παραινέσεις και με προτροπές να καταθέσει, όταν εξετάστηκε ως μάρτυρας στο Τμήμα Τροχαίας Κοζάνης στα πλαίσια προανάκρισης, όσα αυτός εν γνώσει ψευδή κατέθεσε και τούτο, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, " έγινε έτσι για να επιβαρυνθεί η θέση του πολιτικώς ενάγοντος, ως κατηγορουμένου στο αυτοκινητιστικό ατύχημα που συνέβη εκεί", πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση στον πιο πάνω φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, 2). Τα ψευδή περιστατικά για τα οποία καταδικάστηκε ο αυτουργός της πράξεως X1 (ότι δήθεν το αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντος ήταν σταματημένο και απροειδοποίητα έστριψε αριστερά με πρόθεση να εισέλθει σε πρατήριο υγρών καυσίμων κλπ), αναφέρονται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατέθεσε δε αυτά ο πιο πάνω αυτουργός στη αρμόδια προανακριτική Αρχή και συγκεκριμένα στο Τμήμα Τροχαίας Κοζάνης, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, που συμπληρώνει το σκεπτικό. Τα αληθινά δε περιστατικά, τα οποία είναι τα αντίθετα από εκείνα που κατέθεσε ο πιο πάνω αυτουργός, ανεξαρτήτως ότι τούτο αυτονοήτως συνάγεται από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ειδικώς μνημονεύονται στο σκεπτικό της. Ειδικότερα γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων "δεν ήταν σταματημένο, ούτε κινήθηκε ξαφνικά, προς το πρατήριο υγρών καυσίμων, καθόσον είχε καύσιμα και δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη". Αιτιολογείται δε και η σχέση της ψευδούς καταθέσεως με την υπόθεση για την οποία αυτή λήφθηκε με την πιο πάνω αναφορά ότι " έγινε έτσι για να επιβαρυνθεί η θέση του πολιτικώς ενάγοντος, ως κατηγορουμένου στο αυτοκινητιστικό ατύχημα που συνέβη εκεί", 3) Ειδικά επίσης αιτιολογείται και ο δόλος του κατηγορουμένου, στα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού, κατά τις παραδοχές αυτής, ο κατηγορούμενος προκάλεσε την απόφαση στον αυτουργό να καταθέσει "εν γνώσει τους" (δηλαδή εν γνώσει του αυτουργού και αναιρεσείοντος ηθικού αυτουργού), ότι αυτά ήταν ψευδή, και ότι ο αυτουργός X1 "εξεταζόμενος ως μάρτυρας στην προανάκριση, κατέθεσε γνωρίζοντας ότι είναι ψέματα...." και, επιπλέον, ο ίδιος έπραξε τούτο, όπως προαναφέρθηκε, "για να επιβαρυνθεί η θέση του πολιτικώς ενάγοντος". Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (46 και 224 ΠΚ), είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-7-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως και τους από 22-12-2006 προσθέτους αυτής λόγους του ..... , κατά της 277/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας . Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουάριου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ