Αριθμός 744/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο-Κόλλια, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5348/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και που στο ακροατήριο παρέστη ο πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ανδρέας Γραμματικός. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1372/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333,358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης ,διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε την ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5348/2006 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής: "1) Η υπ' αριθμ. .... Έκθεση Ελέγχου από Σ.Δ.Ο.Ε, 2) Το με αριθμ. πρωτ. .... από 14-7-2003 έγγραφο από ΣΔΟΕ περιφ/κής Δ/νση Κεντρ. Μακεδονίας. 3) Η υπ' αριθμ. .... Εκθεση Ελέγχου από ΣΔΟΕ. 4) Η έκδοση εικονικών τιμολογίων και αντιστοίχων Δ.Α. από X1 προς την Επιχείρηση "ΧΑΪΚΑ ΑΕ". 5) Η με αριθμ ... Απόφαση Επιβολής Προστίμου από ΔΟΥ Τούμπας ( σύνολο 3 φύλλα) . 6) Η με αριθμ ... Απόφαση Επιβολής Προστίμου από ΔΟΥ Τούμπας. 7) Υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου (Υ.Σ.Ε.) με ημερομηνία ελέγχου 15/11/2002. 8) Το με αριθμό καταχώρισης ..... πληροφορικό Δελτίο από ΣΔΟΕ. 9) Το με αριθμό πρωτ. .... έγγραφο από ΣΔΟΕ. 10) Το από 11-2-2002 έγγραφο από ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ με θέμα Παροχή Στοιχείων" . Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται η ακριβέστερη ημερομηνία εκδόσεως, ο συντάκτης του εγγράφου, η σχέση του με την επίδική υπόθεση, το πρόσωπο που το έγγραφο αυτό αφορά, το περιεχόμενό του, οι συνέπειες που αυτό παρήγαγε κλπ. Ως εκ τούτου το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω αριθμούμενα έγγραφα. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της αίτησης του αναιρεσείοντος , με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα πιο πάνω επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IΙ. Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος ( άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών ( άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων ( άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου, (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι " 1. ΄Οποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά δε την παράγραφο 4 του αυτού άρθρου, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής καθώς και εκείνο που εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή. Ο σκοπός δε του δράστη στην αξιόποινη φοροδιαφυγή κατατείνει στην μείωση ή αποφυγή της φορολογικής του επιβαρύνσεως. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1β ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και τη διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν τη συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 6477/2006 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής . "Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως και 2000 και σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες, με περισσότερες ομοειδείς πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της πράξης έκδοσης των παραπάνω φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, στις 15 Νοεμβρίου 2002 και κατά τη διάρκεια ελέγχου από τους αρμόδιους υπαλλήλους ΣΔΟΕ Περιφερειακής Δ/νσης Κεντρικής Μακεδονίας, διαπιστώθηκε να έχει παράσχει άμεση συνδρομή στον δράστη X1, που διατηρεί επιχείρηση στην οδό ....., με αντικείμενο εργασιών - εμπορία ετοίμων ενδυμάτων - νημάτων - υφασμάτων, στη διάρκεια και εκτέλεση της κύριας πράξης έκδοσης των παρακάτω φορολογικών στοιχείων. Αρχικά ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας ότι ο X1 βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, τον έφερε σε επαφή με τον X2, ο οποίος την εποχή εκείνη εκμεταλλευόταν βιοτεχνία παροχής ενδυμάτων στο .... προκειμένου να αναβιώσουν την υπάρχουσα ατομική επιχείρηση, που είχε επί της οδού .... και να μεταφέρει αυτή στην οδό ....., πράγμα που έγινε. Η επιχείρηση δε αυτή ανασυστήθηκε με σκοπό την σύναψη μόνο εικονικών συναλλαγών και την επιστροφή παράνομου ΦΠΑ, αφού δεν λειτούργησε ποτέ εν τοις πράγμασι. Αποδείχθηκε δε ότι η παραπάνω επιχείρηση του X1 εξέδωσε τα παρακάτω φορολογικά στοιχεία, τα οποία ήσαν όλα εικονικά ήτοι: Στη χρήση του έτους 1998: α) 6 εικονικά τιμολόγια πώλησης, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στον πίνακα τιμολογίων εξωτερικού μέσου Ν. 2, που αποτελεί τμήμα της με αριθ. ... έκθεσης ελέγχου και αναφέρεται στο διατακτικό και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα και του παρόντος σκεπτικού και δη με αύξ. αριθ. 1 έως και συνολικής αξίας 498.118 ευρώ, για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, β) της με αριθμ. Νο .... φορτωτικής της WESΤ AIR SERVICE LTD, για ανύπαρκτη αεροπορική μεταφορά προς Στουτγάρδη, όπως αυτή διαλαμβάνεται στον πίνακα Νο3 της άνω έκθεσης και αποτελεί τμήμα του παρόντος σκεπτικού, 2) Στη χρήση του έτους 1999: α) 50 εικονικά τιμολόγια ενδοκοινοτικών παραδόσεων, όπως αυτά διαλαμβάνονται στον πίνακα τιμολογίων Νο 2 της άνω έκθεσης ελέγχου και αναφέρεται στο διατακτικό και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα και του παρόντος, με αύξ. αριθ. από Νο 7 έως και 56, συνολικής αξίας 2.607.048 ευρώ για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, β) 11 εικονικές φορτωτικές του μεταφορέα WEST AIR SERVICE LTD, όπως αναφέρονται στον πίνακα φορτωτικών Νο3 της ίδιας ως άνω έκθεσης, με αυξ. αριθ. από 2 έως και 12 αναφέρονται στο διατακτικό, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα και του παρόντος σκεπτικού, για ανύπαρκτες στο σύνολο τους μεταφορές προς Στουτγάρδη, 3) Στη χρήση έτους 2000: α) 33 εικονικά τιμολόγια ενδοκοινοτικών παραδόσεων ελέγχου, με Α/Α από 57 έως και 89, που αναφέρονται στο διατακτικό, και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα και του παρόντος σκεπτικού, συνολικής αξίας 2.044.986,00 ευρώ για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές και β) 5 εικονικές φορτωτικές του μεταφορέα WEST AIR SERVICE LTD, που αναφέρονται στον πίνακα φορτωτικών Νο3 της ως άνω έκθεσης, με Α/Α από 13 έως και 17, και αναφέρονται στο διατακτικό και αποτελεί τμήμα και του παρόντος σκεπτικού για ανύπαρκτες στο σύνολο τους μεταφορές. Το γεγονός ότι όλες οι παραπάνω συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες προκύπτει από το ότι, όπως αναφέρεται στην ..... έκθεση ελέγχου της ΣΔΟΕ Θεσσαλονίκης, ο διευθυντής της Γερμανικής επιχείρησης "KASSANDRAS MOVE VERTVEBGMBH", η οποία φέρεται ως παραλήπτρια των τιμολογίων, δήλωσε στην φορολογική αρχή της Γερμανίας, μετά από έλεγχο που πραγματοποίησε, ότι δεν γνωρίζει την ελληνική επιχείρηση με την επωνυμία "X1¨" και δεν έχει πραγματοποιήσει καμία ενδοκοινοτική απόκτηση από την παραπάνω ελληνική επιχείρηση (βλ. σελ. 11 της παραπάνω έκθεσης). Επίσης από την ίδια έκθεση προκύπτει ότι οι φορτωτικές που χρησιμοποιήθηκαν για την "νομιμοποίηση" των εικονικών εξαγωγών ήταν πλαστές, αφού, όπως αναφέρεται στην έκθεση επί λέξει, "οι αναφερόμενες κύριες φορτωτικές (MASTER) δεν ανταποκρίνονται στα στοιχεία τα οποία εμφανίζουν οι πρακτοριακές φορτωτικές (ΗOYSE) του πρακτορείου μεταφορών WEST AIRE SERVICE LTD, αφορούν άλλες εξαγωγές με διαφορετικά στοιχεία, πτήση, αποστολέα και παραλήπτη". (βλ. επίσης σελ. 11 της ίδιας έκθεσης). Επιβεβαιωτική της πλαστότητος των φορτωτικών είναι και η κατάθεση σε όργανα της ΣΔΟΕ Θεσσαλονίκης, του ιδιοκτήτη της εν λόγω μεταφορικής εταιρίας ...., στην οποία ανέφερε ότι οι φορτωτικές που του επιδείχθηκαν δεν τις εξέδωσε ο ίδιος, ούτε η επιχείρησή του και συνεπώς οι συναλλαγές που απεικονίζονται σε αυτές δεν είναι πραγματικές. Ο κατηγορούμενος, εκτός από την παραπάνω διαμεσολάβηση, μαζί με τον X1 βρήκε τη λογίστρια ....., για να τηρεί τα λογιστικά βιβλία της ατομικής επιχείρησης του X1. Επίσης ο κατηγορούμενος, μαζί με τον X1 και τον X2, προσκόμισαν το βιβλίο εσόδων - εξόδων της εν λόγω επιχείρησης, καθώς και τα φορολογικά στοιχεία για την σύνταξη των περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ 1998 και 2000 και αντιστοίχων εκκαθαριστικών, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό από πρόθεση άμεση συνδρομή στον X1, τόσο κατά την σύσταση της επιχείρησης έκδοσης εικονικών τιμολογίων, όσο και κατά την έκδοση εικονικών τιμολογίων, αφού γνώριζε ότι οι συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκαν ήταν εικονικές. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε κατά την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση την πράξη της άμεσης συνέργειας σε έκδοση εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, όμως είχε μεταβληθεί η κατηγορία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για άμεση συνέργεια έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ, ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας στην αξιόποινη πράξη της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε( 19 παρ.1,4 Ν. 2523/97, 46 παρ.1β, 98 ΠΚ), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν διευκρινίζεται σε τι έγκειται η άμεση συνδρομή και ποιός ο τρόπος παροχής της και αν υφίσταται δόλος "που να καλύπτει τόσο την παροχή αυτή καθ' εαυτήν της συνδρομής, όσο και την παροχή της συνδρομής κατά την εκτέλεση της άδικης κυρίας πράξης" και ότι δεν γίνεται μνεία πραγματικών περιστατικών σχετικών για την θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος παρέμειναν δε αναπάντητοι οι σχετικοί ισχυρισμοί που προέβαλαν στο ακροατήριο οι συνήγοροί του. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του, σύμφωνα με το νόμο και αιτιολογημένα κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα άμεσης συνέργειας στον αυτουργό της πράξεως εικονικών φορολογικών στοιχείων X1 κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της κυρίας πράξεως που εκείνος ( ο αυτουργός) διέπραξε. Ειδικότερα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης μνημονεύονται οι ενέργειες του αναιρεσείοντος με τις οποίες αυτός παρέσχε άμεση συνδρομή στον αυτουργό, συνιστάμενες στο ότι αυτός έφερε σε επαφή τον αυτουργό με τον X2 για την λειτουργία της πιο πάνω επιχείρησης έκδοσης εικονικών τιμολογίων και εικονικών συναλλαγών (πωλήσεις και φορτωτικές) και με την προσκόμιση των βιβλίων της επιχείρησης αυτής μαζί με τον πιο πάνω αυτουργό στη λογίστρια για την τήρηση αυτών. Παρέσχε δε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άμεση συνδρομή στον αυτουργό, τόσο κατά την σύσταση της επιχείρησης έκδοσης των πιο πάνω εικονικών τιμολογίων, όσο και κατά την έκδοση αυτών. Η συνδρομή αυτή, η οποία ειδικώς μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνάγεται από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, έγινε με πρόθεση και ήταν απολύτως αναγκαία για την τέλεση της κύριας πράξεως από τον αυτουργό. Παρείχε δε την συνδομή αυτή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με πρόθεση, συγκείμενη στην ηθελημένη παροχή συνδρομής και γνώση ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως από τον πιο πάνω αυτουργό, όπως τούτο ειδικώς μνημονεύεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και συνάγεται από το ότι, κατά τις παραδοχές της, ο αναιρεσείων ήταν εκείνος που υπέδειξε στον αυτουργό το τρόπο με τον οποίο αυτός θα εξέδιδε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία ( αναβίωση ατομικής επιχείρησης με σκοπό την έκδοση εικονικών τιμολογίων κλπ). Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Ε και Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΙV Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-7-2006 αίτηση (δήλωση με αριθμό πρωτ. 7035/20-7-2006) αναιρέσεως του ...., κατά της 5348 /2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ