Αριθμός 22/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ελένης Αυγερινού του Γεωργίου, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για αναίρεση της 1500/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Χ1, 2) Χ2 και 3. Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 31/2005.. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.-Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η΄ του ΚΠοινΔ, η υπέρβαση εξουσίας ως αναιρετικός λόγος υπάρχει όταν, εκτός των άλλων περιπτώσεων, το δικαστήριο α)... γ) έκρινε για την πολιτική αγωγή κατά παράβαση των ορισμών των άρθρων 65 παρ.1 και 66 παρ.1 και δ) καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 50 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, κατ' εξαίρεση του κανόνα της αυτεπάγγελτης δίωξης των αξιοποίνων πράξεων, στις περιπτώσεις που ρητά ορίζονται στον ποινικό κώδικα ή σε άλλους νόμους, η ποινική δίωξη γίνεται μόνο μετά από έγκληση του παθόντος, δεν υπάγεται δε στις περιπτώσεις αυτές η κατά το άρθρο 229 του ΠΚ ψευδής καταμήνυση, η δίωξη για την οποία ασκείται αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, αλλά και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο της ασκήσεως και της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 ΚΠοινΔ, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, μόνο εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτό, ως είναι ο ψευδώς καταμηνυόμενος που προσβάλλεται από την εναντίον του πράξη στο απόλυτο δικαίωμα επί της προσωπικότητας. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή για την έρευνα του βασίμου της αναιρέσεως επισκόπιση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών, στο οποίο λόγω της ιδιότητας της κατηγορουμένης ως δικηγόρου εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό η υπόθεση, με τη 1835/2003 απόφασή του, κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχη του ότι εν γνώσει της, κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση τόπο και χρόνο, ψευδώς καταμήνυσε τους α) Χ2 β) Χ1 και γ) Χ3 ότι τέλεσαν το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας στην από τρίτο πρόσωπο πράξη της αυτοδικίας. Τα ανωτέρω πρόσωπα εμφανίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και νομότυπα δήλωσαν παράσταση πολιτικής για την ηθική βλάβη την οποία επικαλέσθηκαν ότι υπέστησαν από την εις βάρος τους πράξη της κατηγορουμένης. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο οποίο κατόπιν εφέσεως της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας εισήχθη η υπόθεση, πριν και πάλι αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, τα παραπάνω πρόσωπα επανέλαβαν τη δήλωσή τους για παράσταση πολιτικής αγωγής, αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την 1.500/2004 απόφασή του, δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτών και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη σε καθένα απ' αυτούς, το πρωτοδίκως επιδικασθέν ως άνω χρηματικό ποσό. Ενόψει αυτών, για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η υποβολή εγκλήσεως, οι δε πολιτικώς ενάγοντες για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία αξίωσαν, συννόμως παραστάθηκαν στη επ' ακροατηρίου διαδικασία. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η΄ του ΚΠοινΔ, αντίστοιχα, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου, με την αιτίαση της ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των ως άνω οι οποίοι παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες και της υπέρβασης εξουσίας για τον λόγο ότι παρά τον νόμο το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της πολιτικής αγωγής και την καταδίκασε, χωρίς την υποβολή εγκλήσεως, είναι αβάσιμοι. ΙΙ.- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 320 παρ.2, 321 παρ. 2, 4 και 5 ΚΠοινΔ οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 500 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και στην κατ' εφεση δίκη, το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση του κατηγορουμένου προς εμφάνιση συντάσσονται σε δύο αντίτυπα από τα οποία το ένα επιδίδεται στο κατηγορούμενο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Η κλήση προς εμφάνιση, με ποινή ακυρότητας, πρέπει, να περιέχει όσα στοιχεία και το κλητήριο θέσπισμα, η δε έλλειψη στοιχείου του κύρους της κλήσης αποδεικνύεται ή από την κλήση που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στην δικογραφία αντίτυπο αυτής και σε έλλειψή της από το αποδεικτικό επιδόσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, καθώς προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα εμφανίσθηκε κατά την αρχικώς ορισθείσα προς εκδίκαση της υποθέσεώς της δικάσιμο της 19-3-2004 κατά την οποία, λόγω σημαντικών αιτίων, η δίκη αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο για την 20-9-2004. Κατά την άνω μετ' αναβολή δικάσιμο εμφανίσθηκε και πάλι, πρόβαλε δε και υποστήριξε ότι το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπο της κλήσης για την αρχική ως άνω δικάσιμο δεν είχε από τα αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία εκείνα της χρονολογίας, σφραγίδας και υπογραφής του καλούντος Εισαγγελέα Εφετών, χωρίς όμως να επικαλεστεί και να προσκομίσει ως όφειλε προς απόδειξη της μη νόμιμης κλητεύσεώς της κατά την αρχική δικάσιμο, ότι και το άλλο αντίτυπο της κλήσεως που επιδόθηκε εις αυτήν είχε τις ίδιες ελλείψεις, δεδομένου ότι κατά τη σαφή έννοια της παρ.5 του άρθρου 321 ΚΠοινΔ, το παραμένον στην δικογραφία αντίτυπο της κλήσης έχει αποδεικτική μόνον ισχύ, η δε τυχόν έλλειψη των στοιχείων που πρέπει κατά τον νόμο να περιέχει, δεν επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εάν το επιδιδόμενο εις τον κατηγορούμενο αντίτυπο είναι πλήρες. Συνεπώς, ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως παρά την λαβούσα χώρα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος. IV.- Κατά το εδαφ. γ΄ του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν.2408/996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις ανεξάρτητα από το αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης απόκειται μεν στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα γιατί, διαφορετικά προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 170 παρ.2 ΚΠοινΔ) και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠοινΔ. Αν το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 139 εδ.γ' ΚΠοινΔ, να διαλάβει στη σχετική απόφασή του την από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, η κατηγορουμένη υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να εκδοθεί απόφαση του Σ.τ.Ε στο οποίο εκκρεμεί προσφυγή της για ακύρωση της οικοδομικής αδείας, επικαλέσθηκε δε ότι υπάρχει ευνοϊκή υπέρ αυτής εισήγηση. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το δικαστήριο που δίκασε με την εξής αιτιολογία: "Από την επισκόπηση της υπ' αριθμ.3386/2002 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που αναγνώσθηκε προκύπτει ότι με αυτήν απερρίφθη αίτηση της κατηγορουμένης και των τέκνων της με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής αδείας, που εκδόθηκε στο όνομα του εργολήπτη ....., για ανέγερση πολυωρόφου οικοδομής επί οικοπέδου των αιτούντων (κατηγορουμένης και τέκνων της) κατά το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς και της χορηγηθείσας υπ' αριθμ. 24/19-3-1999 αναθεωρήσεως της εν λόγω οικοδομικής αδείας του αρμοδίου Πολεοδομικού Γραφείου Δήμου Ζωγράφου και κατά της οποίας οι αιτούντες άσκησαν την από 12-3-2003 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Σ.τ.Ε που συζητήθηκε στις 24-3-2004 δίχως να έχει εκδοθεί ακόμα σχετική απόφαση, προκύπτει ότι το θέμα της ακυρότητας ή όχι των άνω ατομικών διοικητικών πράξεων, δεν έχει σχέση με την προκείμενη ποινική δίκη, απορριπτομένου του αιτήματος της κατηγορουμένης αναβολής της δίκης μέχρις εκδόσεως αποφάσεως του Σ.τ.Ε.". Η αιτιολογία αυτή της εν λόγω παραμπίπτουσας απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την έννοια του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, αφού εκτίθεται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα στοιχεία τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε το μη βάσιμο του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση ότι η απόφαση του Σ.τ.Ε δεν αποτελούσε πρόκριμα για την πρόοδο της δίκης αυτή καθώς και τις αποδείξεις που τη στηρίζουν. Επομένως, είναι αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' λόγος της αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθ΄όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος αυτού. V.- Κατά το άρθρο 229 παρ.1 του ΠΚ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής. Στην περίπτωση του εγκλήματος αυτού η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό του δράστη, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1500/2004 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: "... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε την κατηγορουμένη και ήδη εκκαλούσα για ψευδή καταμήνυση των πολιτικώς εναγόντων ότι την 12-6-2000 προκάλεσαν την απόφαση στον Ψ να τελέσει την σε βάρος της αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας, που συνίστατο στην άσκηση αυθαίρετης αξίωσης σχετικά με δικαίωμα που από πεποίθηση οικειοποιήθηκε, με την είσοδο και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στο επί της οδού .... ακίνητο ιδιοκτησίας της. Αθώωσε κατά τα λοιπά την κατηγορουμένη για εξύβριση καθώς και όλους τους λοιπούς κατηγορουμένους για το αδίκημα για το οποίο καθένας τους κατηγορείτο και ειδικότερα τον Ψ για αυτοδικία και τους λοιπούς για ηθική αυτουργία σε αυτοδικία. Δέχεται, περαιτέρω, η ίδια απόφαση, ότι με τα πιο πάνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, η κατά τον εις το διατακτικό τόπο και χρόνο καταμήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών των 1) Χ2 2) Χ1 3) Χ3, ότι με πρόθεση προκάλεσαν την απόφαση στον Ψ να τελέσει την σε βάρος της αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας, είναι ψευδής, πράγμα που η κατηγορουμένη γνώριζε κατά την υποβολή της μηνύσεως κατ' αυτών και ειδικότερα, ως εκ της ιδιότητάς της ως δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, γνώριζε αυτή ότι το Τ.Ε.Ε είχε νόμιμο δικαίωμα και υποχρέωση, σε περίπτωση υποβολής σ' αυτό σχετικής αιτήσεως από ιδιώτη, να διορίσει πραγματογνώμονα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί των (στην αίτηση) τεχνικών ζητημάτων, εμπιπτόντων στην αρμοδιότητα των μελών του, όπως έκανε διορίζοντας ως πραγματογνώμονα τον Ψ, διπλωματούχο Αγρονόμο, Τοπογράφο Μηχανικό του Αριστ. Παν/μίου Θεσσαλονίκης και ότι ο Χ3, πέραν από την παραλαβή-πρωτοκόλληση και διαβίβαση της αιτήσεως για ορισμό πραγματογνώμονος στο αρμόδιο τμήμα, ο Χ2 πέραν από την παραλαβή της αιτήσεως και εισηγήσεως του διορισμού του ως άνω ως πραγματογνώμονος και του Προέδρου του Τ.Ε.Ε Χ1 πέραν της υπογραφής του εγγράφου του διορισμού του Ψ ως πραγματογνώμονα καθώς και την παράδοση στον τελευταίο, όπως σε κάθε διοριζόμενο πραγματογνώμονα, από το τμήμα πραγματογνωμοσυνών εγγράφου του ΤΕΕ, περιέχοντος γενικές οδηγίες προς τον πραγματογνώμονα σε περίπτωση απαγορεύσεως εισόδου στον χώρο της αυτοψίας κ.λ.π κατά τα προαναφερόμενα (ίδιο έγγραφο πήρε και η κατηγορουμένη το πρωϊ της 12-6-2000 το οποίο εγχείρισε η ίδια στα αστυνομικά όργανα του ΑΤ Ζωγράφου, όπου υπέβαλε και τη μήνυση....), ουδεμία άλλη επαφή με τον πραγματογνώμονα είχαν οι πολιτικώς ενάγοντες. Παρά ταύτα, καταμήνυσε αυτούς, εν γνώσει της ψευδώς, με σκοπό να ασκηθεί κατά των πολιτικώς εναγόντων ποινική δίωξη για το άνω αδίκημα, όπως και έγινε..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ανωτέρω δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την άνω αναφερόμενη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατά των πολιτικώς εναγόντων και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών για κάθε πράξη ψευδούς καταμηνύσεως και συνολικά ποινή δέκα πέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή της, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 ΠΚ την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου Η αιτίαση της κατηγορουμένης ότι δεν είχε δόλο στην καταμήνυση των πολιτικώς εναγόντων, διότι ο διορισθείς για την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης Ψ δεν είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προς τούτο προσόντα, ότι οι πολιτικώς ενάγοντες κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας προέβησαν στον διορισμό αυτού και ότι οι τελευταίοι παρέλαβαν και ενέκριναν την πραγματογνωμοσύνη, είναι απαράδεκτη γιατί πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με την ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου, της εν γνώσει ψευδούς καταμηνύσεως, για το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει, κατά τα ανωτέρω, πλήρη αιτιολογία. Συνεπώς, και οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε του ΚΠοινΔ για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ) και την δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-12-2004 αίτηση της ..... για αναίρεση της 1.500/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2006. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ