ΑΡΙΘΜΟΣ 1775/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 91-92/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ2 2. Χ3 και 3. Χ4. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 651/2005. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 394 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από τον οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται αντικειμενικώς ή με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ. λ. π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 91-92/2005 απ ο φάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, δημοσίως αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και εγγράφων, καθώς και απολογιών των κατηγορουμένων στο ακροατήριο), ότι αποδείχθηκαν, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος διατηρεί εργαστήριο χρυσοχοϊας στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ........ αριθ. ...., αγόρασε κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2001 από τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ4 καθώς και από τον Χ5, υπηκόους Ρουμανίας, διάφορες ποσότητες χρυσαφικών, που ήταν ασυνήθιστα μεγάλες και προέρχονταν από κλοπές που αυτοί είχαν διαπράξει, αντί τιμήματος 1.200 δραχμών το γραμμάριο χρυσού, παρόλο που γνώριζε τα ανωτέρω. Και συγκεκριμένα οι εν λόγω ποσότητες χρυσαφικών προέρχονταν από κλοπές που έγιναν: Στις 15/16.7.2001 από τους Χ2, Χ4 και Χ5 σε διαμέρισμα του 2ου ορόφου, στην οδό ....... στη Θεσσαλονίκη, ιδιοκτησίας της Γ1, από τα προϊόντα της οποίας (κλοπής) αγόρασε (ο Χ1) ένα μενταγιόν με χρυσή λίρα και 4 λίρες Αγγλίας. Στις 5.7.2001, στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ...........- ........., σε διαμέρισμα του 2ου ορόφου της εκεί ευρισκόμενης οικοδομής, ιδιοκτησίας Γ2, από τους Χ4, Χ2 και Χ5, από τα προϊόντα της οποίας (κλοπής) αγόρασε 4 χρυσές καδένες λαιμού, ένα χρυσό δαχτυλίδι με μαύρη πέτρα διπλό, ένα χρυσό δαχτυλίδι γωνία με άσπρες πέτρες, ένα χρυσό δαχτυλίδι γωνία με κόκκινες πέτρες, ένα χρυσό δαχτυλίδι σε σχήμα καρδιάς με άσπρη πέτρα, ένα χρυσό δαχτυλίδι με τριπλή ρίγα σε γωνία, ένα χρυσό δαχτυλίδι με άσπρη πέτρα στη μέση και μαύρες γύρω, ένα χρυσό δαχτυλίδι με μαύρο σμάλτο και πεταλούδα και μία χρυσή πλακέτα με το μονόγραμμα Ε. Στις 4.7.2001, στην οδό ........ στη Θεσσαλονίκη, από τους Χ4, Χ2 και Χ5 σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου της εκεί ευρισκόμενης οικοδομής, ιδιοκτησίας της Γ3, από τα προϊόντα της οποίας (κλοπής) αγόρασε δύο αλυσίδες χρυσές λαιμού και μία χρυσή βέρα. Στις 24.6.2001, από τους Χ4 και Χ5 σε διαμέρισμα στην οδό ........., στην ......... της Θεσσαλονίκης, ιδιοκτησίας Γ5, από τα προϊόντα της οποίας (κλοπής) αγόρασε ένα χρυσό κολιέ με πέτρα ζιργκόν, ένα χρυσό κολιέ με τελείωμα πράσινου σμάλτου, μία χρυσή βέργα, μία χρυσή καρδιά με ζιργκόν, ένα επίχρυσο μονόγραμμα *........*, 5 χρυσές αλυσίδες, 3 χρυσές λίρες Αγγλίας, 4 χρυσά βραχιόλια και 10 χρυσά δαχτυλίδια. Στις 23.6.2001, στην οδό ........ στη Θεσσαλονίκη από τους Χ4, Χ5 σε διαμέρισμα του 2ου ορόφου ιδιοκτησίας Γ6. Στις 23.6.2001 στην οδό ....... της Θεσσαλονίκης από τους Χ4, Χ2 και Χ5 σε διαμέρισμα του 2ου ορόφου ιδιοκτησίας Γ7 από τα προϊόντα της οποίας (κλοπής) αγόρασε άγνωστες ποσότητες χρυσαφικών. Και στις 17.7.2001, στην οδό ......... στη Βέροια από τους Χ4, Χ2, Χ5 και άλλους σε διαμέρισμα 3ου ορόφου ιδιοκτησίας Γ8, από τα προϊόντα της οποίας (κλοπής) αγόρασε μία χρυσή βέρα με το όνομα .............., έναν χρυσό σταυρό με άσπρες ψιλές πετρούλες με την αλυσίδα του, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια με μπλε και άσπρες πετρούλες, 3 χρυσές αλυσίδες λαιμού και μία χρυσή στριφτή αλυσίδα ρολογιού. Περαιτέρω, η άνω γνώση του κατηγορουμένου Χ1 ότι, δηλαδή, οι πιο πάνω ποσότητες χρυσαφικών προέρχονταν από κλοπές που οι ανωτέρω είχαν διαπράξει, αποδεικνύεται από το ότι οι άνω πωλητές ήταν αλλοδαποί και ανεπάγγελτοι, ως και από το ότι οι ποσότητες ήταν ασυνήθιστα μεγάλες με μεγάλη ποικιλία αντικειμένων. Ο ισχυρισμός του ότι ως ενεχυροδανειστής ενεργούσε νόμιμα με καταγραφή όλων των συναλλαχθέντων στα σημειωματάρια, που κατέθετε στην ασφάλεια, ως προς τους άνω κατηγορουμένους - πωλητές δεν αποδείχθηκε. Από τα προεκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι πλήρως στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη αυτή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη και του επέβαλε, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' ΠΚ, ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 394 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Επίσης, αναφέρονται με πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου ότι οι ειρημένες ποσότητες χρυσαφικών ήταν προϊόντα των άνω κλοπών που διέπραξαν οι συγκατηγορούμενοί του. Αλλωστε, εν προκειμένω, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Βέβαια ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του πιο πάνω λόγου βάλλει και κατά της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου και μάλιστα πλήττει ως εσφαλμένη την εκτίμηση των αποδείξεων. Η αιτίαση όμως αυτή είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα, γιατί δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως η εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν είναι εσφαλμένη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Μαρτίου 2005 (υπ' αριθ. πρωτ. 676/4-3-2005) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 91-92/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ