Αριθμός 1543/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1,που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μιχαλοπούλου, περί αναιρέσεως της 11336/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.3.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 702/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2910/2001, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α΄153/19.6.2003) "...οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 1.000.000 έως 5.000.000 δραχμών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό". Συνιστά δε επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων έως οκτώ εκατομμυρίων δραχμών για κάθε μεταφερόμενο άτομο, αν (εκτός άλλων) η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω κατά την παρ.3 του άρθρου 187 του ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικάταστασή του με το άρθρο 1 του ν. 2928/27-6-2001, (με τον οποίο κατέστη ανέγκλητη η πράξη της σύστασης, ενώ διατηρήθηκε η πράξη της συμμορίας) "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του Χ2, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "...... Στο Τμήμα Ασφαλείας Θηβών είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι δύο άτομα κινούμενα με αυτοκίνητα ........ και ........, εκ των οποίων το ένα εξ αυτών εκινείτο ως προπομπός, προωθούσαν στο εσωτερικό της Ελλάδος παράνομα αλλοδαπούς, τους οποίους παρελάμβαναν από την περιοχή του .........., πλησίον του Ελληνοτουρκικών συνόρων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, τα αυτοκίνητα αυτά, ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου, τα στοιχεία των οποίων ήταν γνωστά στις αστυνομικές αρχές, επρόκειτο να διέλθουν στην ........... μεταφέροντας λαθρομετανάστες τις απογευματινές ώρες της 4.12.2002. Προς τούτο διετέθησαν για τον εντοπισμό τους και τη σύλληψη των δραστών τρεις ομάδες αστυνομικών, που κατέλαβαν καίρια σημεία της .......... και συγκεκριμένα μία ομάδα στην περιοχή του ......... άλλη στην περιοχή του ......... και τρίτη στην περιοχή των διοδίων της ........... Περί ώρα 4.00 μ.μ. της ιδίας ως άνω ημέρας οι αστυνομικοί που είχαν διατεθεί για έλεγχο στην περιοχή του ........ Βοιωτίας ενημερώθηκαν από συναδέλφους τους, που βρίσκονταν στα διόδια της ........., ότι από τα διόδια διήλθε το με αριθμό ......... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ........, στο οποίο επέβαινε μόνον ο οδηγός του, μετά δε την παρέλευση ολίγων λεπτών έλαβαν νέα ειδοποίηση, ότι σε απόσταση πέντε, περίπου, χιλιομέτρων ακολουθούσε και δεύτερο αυτοκίνητο, τύπου .........., χρώματος μαύρου με φυμέ τζάμια, που έφερε γερμανικές πινακίδες, με αριθμό κυκλοφορίας ......... Όταν το πρώτο αυτοκίνητο έφθασε στην περιοχή του ........., οι αστυνομικοί έκαναν σήμα στον οδηγό του, που ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, να σταματήσει και εκείνος υπάκουσε σταθμεύοντας το όχημα που οδηγούσε και ήταν ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου. Αξιοποιώντας οι αστυνομικοί τις πληροφορίες ότι αυτός αποτελούσε τον προπομπό του αυτοκινήτου που ακολουθούσε μεταφέροντας λαθρομετανάστες, δηλαδή ότι έδινε με την συσκευή κινητής τηλεφωνίας πληροφορίες στον πρώτο κατηγορούμενο σχετικά με την κίνηση ή μη αστυνομικών οργάνων στην οδό που κινούνταν, του πήραν το κινητό τηλέφωνο, ώστε να μην μπορεί να ειδοποιήσει τον πρώτο κατηγορούμενο. Αυτός ζήτησε από τους αστυνομικούς να του επιτρέψουν να κάνει ένα τηλεφώνημα. Όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ήθελε να τηλεφωνήσει στον πρώτο κατηγορούμενο για να του εκφράσει την έκπληξή του για τη σύλληψή του, γεγονός που επιβεβαιώνει την ενοχή του, για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που θα εκτεθεί παρακάτω. Μετά παρέλευση ολίγου χρόνου κατέφθασε και το αυτοκίνητο μάρκας ...., που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, στον οποίο οι αστυνομικοί έκαναν σήμα να σταματήσει αλλά αυτός αρνήθηκε να υπακούσει και προσπάθησε να διαφύγει αναπτύσσοντας ταχύτητα. Στην προσπάθειά του αυτή συγκρούσθηκε με το περιπολικό και αφού εγκατέλειψε το αυτοκίνητό του τράπηκε σε φυγή προς το βουνό αλλά συνελήφθη. Στα χέρια του βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα, ενώ σε έλεγχο που ακολούθησε στο αυτοκίνητό του βρέθηκαν 4 αλλοδαποί υπήκοοι Πακιστανοί, στοιβαγμένοι στο πίσω κάθισμα και ακόμη τρεις (3) αλλοδαποί, υπήκοοι από τη .......... και το ......... στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου. Όλοι οι αλλοδαποί, εστερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Έφθασαν στον ......... μέσω της Τουρκίας με τη βοήθεια ενός Τούρκου στον οποίον πλήρωσαν 2.800 ευρώ ο καθένας και ο οποίος τους πέρασε τον ποταμό ........ και του παρέδωσε τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας στον πρώτο κατηγορούμενο, που τους περίμενε με το αυτοκίνητο και ο οποίος, πρέπει να σημειωθεί, διήνυσε όλη τη διαδρομή χωρίς να ανοίξει το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου καθώς και την πόρτα για να εξέλθουν από το αυτοκίνητο οι αλλοδαποί και να ξεκουρασθούν. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Χαρακτηριστική περί τούτου είναι η κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του μάρτυρα .............., ο οποίος κατέθεσε "Στον ......... μας πέρασε ένας Τούρκος και μας πήγε μέχρι το αυτοκίνητο. Τα λεφτά τα πήρε ο Τούρκος. Υπάρχει και άλλο άτομο στο ποτάμι από εδώ εκτός από τον Τούρκο. Είχαμε πληρώσει στον Τούρκο, ο οποίος ανέλαβε όλη τη διαδικασία μέχρι την Αθήνα. Ήταν βράδυ, μας έφερε ο Τούρκος μέχρι το αυτοκίνητο". Τα ίδια κατέθεσαν και οι υπόλοιποι αλλοδαποί, που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αλλά και ο μάρτυρας αστυνομικός κατέθεσε με κάθε λεπτομέρεια τα παραπάνω αποδειχθέντα γεγονότα τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Μάλιστα, στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος βρέθηκαν τρεις εντολές πληρωμής της ALPHA BANK με εντολέα τον πρώτο κατηγορούμενο και δικαιούχο τον δεύτερο κατηγορούμενο, με τις οποίες έχει κατατεθεί στις 25.10.2002, ποσό 300 ευρώ, την 1.11.2002 ποσό 300 ευρώ και στις 6.11.2002 ποσό 500 ευρώ, η καταβολή των οποίων δεν δικαιολογήθηκε, δεδομένου ότι τα υπό του κατηγορουμένου υποστηριζόμενα περί χρέους του στο δεύτερο κατηγορούμενο δεν επιβεβαιώθηκαν. Οι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους ενίσχυσαν την κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής τους για τις ως άνω πράξεις, τις οποίες προσπάθησαν να αποσείσουν με ατεκμηρίωτες αιτιολογίες. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν με βάση οργανωμένο και προμελετημένο σχέδιο, το οποίο εκτελούσαν με μεθοδικότητα και με συνεργασία τρίτων προσώπων στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή, που τους διευκόλυναν στην ανάπτυξη της εγκληματικής δραστηριότητας με αποκλειστικό σκοπό το παράνομο κέρδος και πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης για πορισμό εισοδήματος .......... Τα αιτήματα του πρώτου κατηγορουμένου για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 842α, 842δ και 842ε ΠΚ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα στην ουσία τους. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο προηγούμενος βίος του ήταν έντιμος, ενώ επιπλέον και το ποινικό του μητρώο δεν είναι λευκό, δεδομένου ότι έχει καταδικασθεί από Δικαστήριο της Στουτγάρδης στη Γερμανία για παράβαση του νόμου περί αλλοδαπών. Επίσης ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε ειλικρινή μετάνοια για την πράξη του, αφού αρνήθηκε την τέλεσή της γι' αυτό και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε μετά την πράξη του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση αυτής καλά, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του, για τις πράξεις της συμμορίας και της προώθησης στη χώρα αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 ΠΚ, 187 παρ. 3, 1 εδ. α, 5, 55 παρ. 1 εδ. δ-α, ν. 2910/2001), απορρίπτοντας το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη χορήγηση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α, δ και ε του ΠΚ και επέβαλε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στον καθένα κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως ενός έτους για την πρώτη πράξη και δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ για το καθένα μεταφερόμενο άτομο για την δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως και συνολική χρηματική ποινή 57.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο, στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, διέλαβε ότι ο αναιρεσείων κατελήφθη να προωθεί τους ειδικά μνημονευόμενους στο διατακτικό αλλοδαπούς, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, αν και γνώριζε ότι αυτοί στερούνταν διαβατηρίου και ταξιδιωτικών εγγράφων μετά θεωρήσεως εισόδου στο Ελληνικό έδαφος και οι περί του αντιθέτου, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω των ελλείψεων αυτών, είναι αβάσιμες. Επίσης το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στήριξε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πιο πάνω πράξη κατ' επάγγελμα, με την παραδοχή του ότι αυτός και ο συγκατηγορούμενος του ενεργούσαν με βάση οργανωμένο και προμελετημένο σχέδιο και με συνεργασία τρίτων προσώπων στην ημεδαπή και αλλοδαπή, περιγράφει δε την υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει, από την οποία προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των οποίων ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και αναιτιολόγητα αξιολόγησε και ερμήνευσε απολογία του ίδιου και καταθέσεις μαρτύρων, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως (στοιχ. 2.Α και Β), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, ως προς το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, η ανάγνωσή του κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο είναι αναγκαία μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο το λαμβάνει υπόψη, κατά νόμιμη υποχρέωση, στο στάδιο της διαδικασίας που ακολουθεί την περί ενοχής απόφαση και δη κατά την επιβολή της ποινής, και τη χορήγηση ή μη στον καταδικασθέντα αναστολής της ποινής (άρθρ. 99 ΠΚ, όπως ήδη ισχύει) όχι δε και όταν αυτό (ποινικό μητρώο) λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό στοιχείο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Τότε όπως όλα τα αποδεικτικά έγγραφα πρέπει να αναγιγνώσκεται. Εξάλλου, η κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 ΚΠΔ απαγόρευση της αποσφράγισης και ανάγνωσης του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού του μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπισή του λειτουργία της διάταξης αυτής αδρανεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον έλεγχο της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, η συνήγορος του κατηγορουμένου, που τον εκπροσώπησε, κατά την έναρξη της διαδικασίας κατέθεσε έγγραφο που περιείχε αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων και αίτημα για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ. 2α ΠΚ), καθόσον, όπως ισχυριζόταν, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων δεν έχει υποπέσει σε κανένα παράπτωμα, δεν έχει καταδικασθεί από κανένα Δικαστήριο " και ως εκ τούτου έχει λευκό ποινικό μητρώο...", ζητώντας έτσι εμμέσως την ανάγνωση αυτού από το Δικαστήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το πιο πάνω εκτιθέμενο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, στήριξε την περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει (μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία παρόντος συγκατηγορουμένου του ήδη αναιρεσείοντος). Ακολούθως, το Δικαστήριο, αφού κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος, ερευνώντας τη βασιμότητα του πιο πάνω αιτήματος για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντόμου βίου, απέρριψε αυτό ως κατ' ουσία αβάσιμο "διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο προηγούμενος βίος του ήταν έντιμος, ενώ επιπλέον και το ποινικό του μητρώο δεν ήταν λευκό, δεδομένου ότι έχει καταδικασθεί από το Δικαστήριο της Στουτγάρδης στη Γερμανία η για παράβαση του νόμου περί αλλοδαπών". Όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις, δεν έλαβε υπόψη του και δη ευθέως και αμέσως αλλ' ούτε και συνεκτίμησε καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό του λοιπά αποδεικτικά μέσα το αντίγραφο του ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος, που δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα, τα οποία κατά τα πρακτικά της δίκης φέρονται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλ' αντιθέτως ότι το περιεχόμενο αυτού λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο μετά την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου προκειμένου το τελευταίο να σταθμίσει και από αυτό τον καθόλου έντιμο βίο αυτού και να αποφανθεί περί της επιβολής ή όχι μειωμένης ποινής, λόγω συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ., αφού η διακρίβωση της αλήθειας του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος δεν ήταν δυνατόν να λάβει χώρα χωρίς την ανάγνωση του ποινικού του μητρώου, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει. Το γεγονός δε ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος το ποινικό αυτού μητρώο, προκύπτει, επιπλέον, και από το ότι στα πρακτικά της δίκης η ανάγνωση αυτού μνημονεύεται μετά την περί ενοχής απόφασή του, ενώ αντιθέτως, από το πιο πάνω σκεπτικό, προκύπτει ότι τούτο αναγνώσθηκε πριν από την απόρριψη του αιτήματος για τη αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, η δε γενόμενη στα πρακτικά έντυπη μνεία ότι το ποινικό μητρώο διαβάστηκε "μετά την απαγγελία της απόφασης αυτής", έχει την πρόδηλη έννοια ότι αναφέρεται αποκλειστικά στην περί ενοχής και όχι στην περί απορρίψεως του αιτήματος των ελαφρυντικών απόφαση. Ενόψει τούτων, εφόσον δεν προκύπτει ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο πριν να προβεί στην επιμέτρηση της επιβλητέας στον αναιρεσείοντα ποινής, προκειμένου να μορφώσει την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, καίτοι δεν αναγνώσθηκε, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και, επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, " το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α), "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του"(περ. δ). και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των πιο πάνω τριών ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς κατά την αγόρευσή του. Ειδικότερα, εκτός από το αίτημα για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, για το οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω, ο αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας, επικαλούμενος ότι ομολόγησε την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και έδειξε πράγματι μετανοιωμένος για αυτές και ότι έδωσε όλες τα σχετικές πληροφορίες σχετικά με την μεταφορά των επτά αλλοδαπών. Επίσης ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξη, επικαλούμενος ότι δεν έχει απασχολήσει κατά οποιονδήποτε τρόπο τις Αρχές και ότι γενικά ζει έκτοτε ήσυχα και φιλειρηνικά, προσπαθώντας να επιβιώσει ως ελεύθερος επαγγελματίας, φροντίζοντας για το καλό της οικογενείας του. Τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος απέρριψε το Τριμελές Εφετείο με την πιο πάνω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, δεχόμενο ότι, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε για τη θεμελίωσή τους, δεν αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει στο σκεπτικό του. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής των εν λόγω ισχυρισμών του απόφασης, μεταξύ των οποίων ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και αναιτιολόγητα αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία και έκρινε ότι το ποινικό του μητρώο δεν ήταν λευκό, και ότι δεν ομολόγησε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο τα αντίθετα διαλαμβάνων σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως (με στοιχεία 2 Δ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της διατάξεως αυτής (συμμορία) συντελείται με μόνη την ένωση με άλλον για τη διάπραξη κακουργήματος ή των αναφερομένων σε αυτή πλημμελημάτων. Η πράξη δε της εν λόγω διατάξεως μπορεί να συρρέει αληθινά με τα εγκλήματα για τα οποία οι δράστες του εγκλήματος αυτού ενώθηκαν να διαπράξουν και διέπραξαν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 187 παρ.3 του ΠΚ, διότι, όπως υποστηρίζει, με το να δεχθεί, στο μεν σκεπτικό της, ότι ο συγκατηγορούμενός του Χ2 εκινείτο ως προπομπός του δικού του αυτοκινήτου, στο δε διατακτικό της, ότι ο ίδιος ως προπομπός προπορευόταν του οχήματός του δίνοντας πληροφορίες με συσκευή, έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ περί συναυτουργίας και όχι τη διάταξη του άρθρου 187 παρ.3 του ΠΚ. Η αιτίαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, απαραδέκτως προβάλλεται. Κατά το μέρος δε που αφορά τις πράξεις που αφορούν τον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμη, αφού η πράξη του άρθρου 187 παρ.3 ΠΚ, όπως προαναφέρθηκε, τιμωρείται ανεξάρτητα από την τέλεση της πράξεως που συμφωνήθηκε, με μόνη την ένωση προς διάπραξη αυτής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 136/13-3-2006 αίτηση (έκθεση) του Χ1, κατά της 11336/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ