ΑΡΙΘΜΟΣ 1005/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Σιδηρόπουλο, περί αναιρέσεως της 3336/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 434/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το δημόσιο χρεών που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου αλλά και ως προς το μέγεθος του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Με την επακολουθήσασα αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997 ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, που άρχισε να ισχύει από 1.1.2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 και ορίστηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με φυλάκιση α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παρ.1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες στους προέδρους των ΔΣ, στους διευθυντές ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται παραπάνω, β)..., γ)..., δ)..., ε)..., στ)... . Τέλος κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 ν. 2923/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτηση της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπό την ισχύ του άρθρου 34 παρ.1 ν. 3220/2004 το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία αντιμετωπίζεται ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής) ενώ οι ποινές καθορίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, πρόστιμα κλπ) επί πλέον δε αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Ακόμη από αυτές τις διατάξεις προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω ποινικού αδικήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι α)η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, β)το ύψος του χρέους, γ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και δ) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους, ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Ακόμη από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι αυτουργός του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας, ανεξάρτητα από το εάν λύθηκε ή όχι το νομικό πρόσωπο αυτής, είναι εκείνος ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ή διευθυντής ή εντεταλμένος ή συμπράττων σύμβουλος αυτής ..., ή κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση από δικαστική απόφαση στη διοίκηση διαχείριση αυτής ..., εφόσον ασκούσαν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα παραπάνω καθήκοντα κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, έστω και αν, κατά το χρόνο της βεβαιώσεως αυτών, δεν είχαν πλέον την ιδιότητα αυτή. Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα, υπάρχει όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους γενικά, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσεώς του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Ποιν.Δ. συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη που εφάρμοσε διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε όπως και στην περίπτωση παραβιάσεως εκ πλαγίου της διατάξεως που εφαρμόσθηκε για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού προς το σκεπτικό της, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3336/2012 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι στη Θεσσαλονίκη την 30.4.2007 και την 29.6.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο ... για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το συνολικό ποσό των οποίων από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης την 28.2.2011 του πίνακα χρεών, ο οποίος περιλαμβάνεται στον παρόν διατακτικό, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερο ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία VIEW POINT (ΒΙΟΥ ΠΟΪΝΤ) Α.Ε., δεν προέβη ως όφειλε στην καταβολή ληξιπροθέσμων χρεών προς το δημόσιο τα οποία έχουν βεβαιωθεί από την ΔΟΥ Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, και αναλυτικά εμφανίζονται στον συνημμένο πίνακα χρεών που περιλαμβάνει τον αριθμό των ληξιπροθέσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και τελευταίας δόσεως, υπό έγγραφες με αύξοντες αριθμούς 1 και 2, και το οποίο συνολικά συμπεριλαμβανομένων των νομίμων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων ανέρχεται στο ποσό των 200.011,04 ευρώ, ως εξής: Α.Φ.Μ. Ιδιότητα: ..., Διευθύνων Σύμβουλος Στοιχεία βεβαίωσης-αριθμ. / ημερ. οικονομικό έτος / είδος φόρου: α/α:1 388 24.1.06 2006 εισόδημα-περαίωση Χρήση: 2000 έως 2002 Αρχική βεβαίωση Διαγραφέν-Εισπραχθέν υπόλ. οφειλής 78.058,00 0,00 48.805,83 29.252,17 Ληξιπρ. κεφάλαιο - Συνεισπραττόμενα Σύνολο απαιτητό 29.252,17 13.533,28 42.785,45 Τρόπος πληρωμής - Αριθμ. ληξιπροθ. δόσεων Ημερομ. Ημερομ. λήξης α'δόσης λήξης τελ.δόσης 19 μηνιαίες δόσεις 8 29.12.06 31.7.07 (εννοούμενη χρονολογία τελέσεως) 30.4.2007 Α.Φ.Μ. Ιδιότητα: ..., Διευθύνων Σύμβουλος Στοιχεία βεβαίωσης-αριθμ. / ημερ. οικονομικό έτος / είδος φόρου: α/α:2 389 24.1.06 2006 ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ ΠΕΡΑΙΩΣΗ Ν. 3259/2004 Χρήση: 2000 Αρ. Απ. 4/06 Αρχική βεβαίωση Διαγραφέν-Εισπραχθέν υπόλ. οφειλής 113.144,50 0,00 11.314,45 101,830,05 Ληξιπρ. κεφάλαιο - Συνεισπραττόμενα Σύνολο απαιτητό 101.830,05 55.395,54 157.229,59 Τρόπος πληρωμής - Αριθμ. ληξιπροθ. δόσεων Ημερομ. Ημερομ. λήξης α'δόσης λήξης τελ.δόσης 18 μηνιαίες δόσεις 17 28.2.06 29.6.07 (εννοούμενη χρονολογία τελέσεως) 28.6.2006 (...) Ακολούθως το ως άνω Τριμελές Εφετείο κατεδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα μετά από την αναγνώριση υπέρ αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως ότι έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την .../10.4.2001 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαίρης Αθανασιάδου συστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "VIEW POINT (ΒΙΟΥ ΠΟΪΝΤ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο (VIPΑΕ). Εγκρίθηκε από το Νομάρχη Θεσσαλονίκης και καταχωρήθηκε στις 6.8.2001, στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομ. Αυτ. Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια η ανακοίνωση της καταχώρησης αυτής δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 7395/20.8.2001 (ΤΕΥΧΟΣ ΑΕ & ΕΠΕ). Στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο της άνω συσταθείσας Α.Ε. ο κατηγορούμενος μετείχε με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου. Στη συνέχεια, στις 28.6.2002 συνήλθε έκτακτη καθολική γενική συνέλευση της άνω ΑΕ, με την οποία εξελέγη το πρώτο ΔΣ που συγκροτήθηκε σε σώμα στις 29.6.2002 οι δε πράξεις εκλογής και συγκρότησής του, καταχωρήθηκαν πολύ αργότερα στις 25.2.2005 στο ΜΑΕ της Ν.Α.Θ. και δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ 1460/8.3.2005. Την 1.7.2002 κατατέθηκε στο ΜΑΕ της ΝΑΘ το από 1.7.2002 πρακτικό της άνω ΑΕ, το οποίο όμως δεν δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ, διότι δεν προσκομίστηκε το απαραίτητα δελτίο είσπραξης, στο πρακτικό δε αυτό φέρεται να είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εν λόγω Α.Ε. ο κατηγορούμενος. Τα ανωτέρω δέχθηκε και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 73/2011 απόφασή του με την οποία απέρριψε σχετική ανακοπή του ήδη κατηγορουμένου με την οποία ζήτησε την ακύρωση της 5776/2006 ειδοποιήσεως εκδοθείσας από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, που φορούσε οφειλές της VIEW POINT Α.Ε. ευθυνόμενου αλληλεγγύως και του νυν κατηγορουμένου ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εν λόγω Α.Ε. Κατά το χρόνο λειτουργίας της άνω ΑΕ βεβαιώθηκαν από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί χρεών στο δημόσιο, σε βάρος αυτής χρέη από κάθε αιτία, που φαίνονται στον πίνακα χρεών που είναι ενσωματωμένος στο διατακτικό της παρούσας, που ήταν πληρωτέα, άλλα εφάπαξ και δεν πληρώθηκαν, όπως και χρέη που ρυθμίστηκαν να πληρωθούν σε μηνιαίες δόσεις και δεν πληρώθηκαν, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών. Αλληλέγγυος προς πληρωμή και ποινικά υπεύθυνος ήταν και ο κατηγορούμενος ως Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εν λόγω ΑΕ, σύμφωνα με τα άρθρα 115 παρ.1-2 του Ν. 2238/1994 και 25 παρ.2 περίπτ.α' του Ν. 1882/1990. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, στη Θεσσαλονίκη στις 30.4.2007 και στις 29.6.2006 ημερομηνίες λήξεως του τετραμήνου, αφότου έπρεπε να πληρωθούν τα ρυθμισθέντα σε δόσεις βεβαιωθέντα χρέη από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, δεν προέβη, ως όφειλε στην καταβολή χρεών συνολικού ποσού 200.011,04 ευρώ. Το ποσό αυτό εμφαίνεται στον πίνακα χρεών, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατακτικού της παρούσας. Στις εγγραφές με Α/Α 1 και 2, εμφαίνονται στις οικείες στήλες η ημερομηνία βεβαίωσης και το είδος του χρέους, το ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και τα συνεισπραττόμενα ποσά τόκων προσαυξήσεων, το σύνολο της απαίτησης ο αριθμός των ληξιπροθέσμων δόσεων και οι ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης (εγγραφές Α/Α 1 και 2) και αυτό ανέρχεται συνολικά σε (42.785,45 ευρώ+157.225,59 ευρώ)= 200.011,04 ευρώ. Τα υπόλοιπα ποσά που εμφαίνονται με Α/Α 3, 4, 5 και 6 στον πίνακα χρεών εξοφλήθηκαν μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου γι' αυτό και ο τελευταίος αθωώθηκε με την πρωτόδικη 14016/2011 απόφαση (...). Από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε με δόλο την πράξη για την οποία κατηγορείται και μόνο κατά το σκέλος που αφορά την μη καταβολή κατά τα ως άνω του ποσού των (42.785,45+157.225,59)=200.011,04 ευρώ και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη του αυτή όπως ορίζεται στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι μετά την τέλεση της άνω πράξεως του έδειξε ειλικρινή μετάνοια και προσπάθησε να μειώσει τις συνέπειες της εν λόγω πράξεως του, αφού ένα πολύ μεγάλο μέρος των βεβαιωμένων προς το δημόσιο οφειλών του, το εξόφλησε δεδομένου ότι από το συνολικό ποσό των 386.610,74 ευρώ απέμεινε μη πληρωθέν ποσό 200.011,04 ευρώ (...). Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ανωτέρω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και αναφέρει για το δόλο του κατηγορουμένου στο σκεπτικό της αποφάσεώς του αν και δεν απαιτείτο ιδιαίτερη άλλη αιτιολογία για τη συνδρομή του, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση του να πραγματώσει την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και δεν καθορίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 ν. 1882/1990 όπως κατά τον κρίσιμο χρόνο ίσχυε μετά την αντικατάστασή του κατά τα προαναφερθέντα το είδος του δόλου ως άμεσου για ν απαιτείται ειδική περί αυτού αιτιολογία. Ειδικότερα προσδιορίζονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και τον προσαρτώμενο σε αυτό με αύξοντα αριθμό 30/2011 πίνακα χρεών που ήταν συνημμένος και στην αίτηση ποινικής διώξεως που είχε προσαρτηθεί και στη μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας ΔΟΥ, ως Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου η ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, το είδος και το ύψος των οφειλομένων χρεών και ο τρόπος πληρωμής τους κατά περίπτωση αναλυτικά, βεβαιωμένα στις 24-1-2006 και καταβλητέα προσδιοριζόμενες ανά χρέος και κατ' αριθμό επιμέρους σε ανά χρέος μηνιαίες δόσεις, η πρώτη από τις οποίες όσον αφορά το υπ' αύξοντα αριθμό 1 χρέος έληξε την 29/12/2006 και η πρώτη από τις ληξιπρόθεσμες μηνιαίες δόσεις όσον αφορά το υπ' αύξοντα αριθμό 9 χρέος έληγε την 28/2/2006. Επί πλέον προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας για οφειλές της οποίας από φόρο εισοδήματος (περαίωση) χρήσεως 2000 έως 2002 και από πρόστιμο Κ.Β.Σ. (περαίωση) χρήσεως 2000 βεβαιώθηκαν σε βάρος του από την ανωτέρω ΔΟΥ τα χρέη αυτά, ως αλληλεγγύως και αυτού ενεχομένου υπό την εν λόγω ιδιότητά του για την πληρωμή τους και τα οποία έπρεπε να πληρωθούν στις πιο πάνω ημεροχρονολογίες που προσδιορίζονται ως χρόνος τελέσεως κάθε επί μέρους πράξεως μετά τη ρύθμιση από την ως άνω ΔΟΥ πληρωμής σε δόσεις και την πάροδο τετραμήνου χωρίς να καταβληθούν τα χρέη αυτά σε δόσεις. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως τα επίμαχα χρέη, ανεξάρτητα από το ότι βεβαιώθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνον που ο ήδη αναιρεσείων ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος στην παραπάνω ανώνυμη εταιρεία και παρά το ότι αφορούσαν σε περαίωση κατά το Ν. 3259/2004 υποθέσεων χρεών από εισόδημα και από πρόστιμα για παραβάσεις Κ.Β.Σ. χρήσεων 2000-2002 και 2000 αντίστοιχα, αφορούσαν οφειλές της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας προς το Δημόσιο για τις οποίες ευθυνόταν αλληλεγγύως και ο ίδιος κατ' άρθρο 115 παρ.1-2 ν.2138/1994 που προβλέπει ότι στις ανώνυμες εταιρείες που συγχωνεύονται μαζί με τους διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες συμβούλους και εκκαθαριστές των ημεδαπών εταιρειών κατά το χρόνο διαλύσεως ή συγχώνευσής τους που ευθύνονται για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον ως άνω νόμο, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους, ευθύνεται αλληλεγγύως για την πληρωμή των οφειλομένων φόρων της διαλυόμενης εταιρείας και εκείνη που την απορρόφησε ή η νέα εταιρεία που συστήθηκε ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους και κατ' άρθρο 25 ν. 1882/1990. Επί ανακοπής του ιδίου κατά σχετικής ατομικής ειδοποιήσεως της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκη για την πληρωμή τους, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 73/2011 απόφασή του απέρριψε την εν λόγω ανακοπή. Επομένως, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να κρίνει το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την τέλεση της παραβάσεως του άρθρου 34 παρ. 1 ν. 3220/2004 από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για χρέη προς το Δημόσιο, που βάρυναν την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία και ανάγονταν σε χρόνο κατά τον οποίο είχε την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής ο αναιρεσείων και δεν απαιτούνταν ούτε παράθεση και άλλων περιστατικών στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως για τη στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς της αποδοθείσης αξιοποίνου πράξεως και ειδικότερα ως προς την ύπαρξη ή όχι της ιδιότητος του ήδη αναιρεσείοντος ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εν λόγω ανωνύμου εταιρείας κατά το χρόνο γεννήσεως των απαιτήσεων του Δημοσίου κατ' αυτής για τους φόρους και τα πρόστιμα και κατά το χρόνο βεβαιώσεως των χρεών προς το Δημόσιο σε βάρος του ιδίου, ούτε διαπιστώνονται ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως ως προς τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του για τον ήδη αναιρεσείοντα για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Κατ' ακολουθίαν, δεν έσφαλε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 2 και 3 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ.1 ν. 2523/1997, από το ότι δεν οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ιδιότητας του Προέδρου και Διευθύντος Συμβούλου της οφειλέτριας των χρεών προς το δημόσιο ανωνύμου εταιρείας κατά το χρόνο γεννήσεως των χρεών και εκείνον της βεβαιώσεως των πριν από το χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα τα επίμαχα χρέη, αφού δεν παρέλειψε το ως άνω Δικαστήριο να συσχετίσει προς την ιδιότητα αυτή του αναιρεσείοντος για το διάστημα που δέχθηκε κατ' εκτίμηση των αποδείξεων ότι την είχε, προς τις έναντι του Δημοσίου οφειλές της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας από τις οποίες προέρχονται και τα βεβαιωθέντα επίμαχα χρέη, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως των, μετά προηγηθείσα ρύθμιση κατά τις διατάξεις του ν. 3259/2004 για την καταβολή των σε δόσεις, προς περαίωση των με την οποία δεν ήταν συνεπής. Για το λόγο αυτό κατά τα γενόμενα δεκτά, από το δικαστήριο της ουσίας επακολούθησε η βεβαίωση των εν λόγω χρεών σε βάρος του αναιρεσείοντος. Εξ άλλου, για το ζήτημα της ευθύνης της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας έναντι του δημοσίου για τις παραπάνω οφειλές που αποτελούν και τα βεβαιωθέντα σε βάρος του αναιρεσείοντος χρέη υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου αυτής και εκείνο του καταλογισμού αυτών των χρεών σε βάρος του ιδίου, ανεξάρτητα από τη μη προβολή αντιρρήσεων εκ μέρους του στην κατ' έφεση δίκη, αρμόδια είναι τα διοικητικά δικαστήριο και δεν μπορεί το ποινικό δικαστήριο να προβεί σε τέτοιο έλεγχο ούτε παρεμπιπτόντως διότι άλλως η ενώπιον του δίκη θα μετέπιπτε σε διοικητική δίκη. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι παρέλειψε το δικάσαν Εφετείο να εξετάσει αν είχε αυτός την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης αυτής εταιρείας κατά το χρόνο βεβαίωσης της οφειλής ή κατά το χρόνο γέννησης της οφειλής ή αν απέκτησε αυτήν την ιδιότητα μετά τη βεβαίωση της οφειλής και ότι δεν είχε τέτοια εκπροσωπευτική εξουσία κατά τις ημερομηνίες που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα τα χρέη αυτά προς το Δημόσιο. Έτσι ο επί των αιτιάσεων αυτών ερειδόμενος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ε' Κ.Ποιν.Δ. για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως και για ασάφεια και κενά σε αυτή, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για ορθή εφαρμογή του νόμου, για όσα δέχθηκε ως προς την ύπαρξη της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως Προέδρου του Δ.Σ. και διευθύνοντος συμβούλου της ανωνύμου εταιρείας VIEW POINT κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία βεβαιώσεις των επιμάχων χρεών σε βάρος του και της γεννήσεως των αντιστοίχων απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου ως εκ του ότι από τα αναφερόμενα ως ληφθέντα αποδεικτικά μέσα που δεν εκτιμήθηκαν ορθώς, προκύπτουν κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος διαφορετικά γεγονότα και για μη προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων δυνάμει των οποίων να είχε αυτός την ως άνω ιδιότητα κατά το χρόνο βεβαιώσεις των χρεών και γεννήσεως των απαιτήσεων, δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Δεν είναι υποχρεωμένο το δικάζον επί της ουσίας ποινικό δικαστήριο να παραθέτει στην αιτιολογία της αποφάσεώς του τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην κρίση του ως προς την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη. Κατά τα λοιπά, με τις αιτιάσεις αυτές, υπό την επίκληση ελλείψεως αιτιολογίας και ελλείψεως νομίμου βάσεως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως οι επί των αιτιάσεων αυτών στηριζόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1δ, 329, 331 παρ.1, 333, 364 παρ.1, 369 και 510 παρ.1 στοιχ.Α' Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του ευθέως και αμέσως ως αποδεικτικά μέσα, έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική στο ακροατήριο συζήτηση, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Επί πλέον δεν παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και στα αναφερόμενα στα πρακτικά της ως αναγνωσθέντα έγγραφα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ των ληφθέντων υπόψη από το δικάσαν Εφετείο στοιχείων για το σχηματισμό της κρίσεως του ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας VIEW POINT, και το από 1/7/2002 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρείας που κατατέθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, χωρίς να δημοσιευθεί στην εφημερίδα της κυβερνήσεως. Όμως, τέτοιο έγγραφο δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Παρά ταύτα από την επιτρεπτή επισκόπηση στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων προκύπτει ότι σε άλλο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα στην περιλαμβανόμενη μεταξύ των ανωτέρω αναγνωσθέντων εγγράφων υπ' αριθμό 73/2011 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα ΙΒ'- Μονομελές) γίνεται λόγος για το ως άνω από 1/7/2002 πρακτικό της ανωτέρω εταιρείας που κατατέθηκε στο Μ.Α.Ε. της Ν.Α.Θ., την ίδια ημέρα και δεν δημοσιεύθηκε, λόγω μη προσκομίσεως του απαραιτήτου διπλοτύπου εισπράξεως καθώς και ότι στο πρακτικό αυτό ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας φέρεται να είναι ο ήδη αναιρεσείων Γ. Π.. Επομένως, από την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του ως άνω από 1.7.2002 πρακτικού του Δ.Σ. της εταιρείας VIEW POINT, για το οποίο, παρά την μη ανάγνωσή του στο ακροατήριο, γίνεται αναφορά σε άλλο αποδεικτικό μέσο και προκύπτει το περιεχόμενο του όσον αφορά τον αναιρεσείοντα από την περιλαμβανομένη στα αναγνωσθέντα κατά την αποδεικτική διαδικασία έγγραφης υπ' αριθμό 73/2001 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Έτσι δεν εμποδιζόταν ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου που τον εκπροσώπησε στη δίκη κατ' έφεση να ζητήσει να προβεί σε έκθεση των απόψεών του και σε παρατηρήσεις και επί του ως άνω από 1.7.2002 πρακτικού του Δ.Σ. αυτής της εταιρείας και δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της προφορικότητας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης, αφού δεν στερήθηκε της δυνατότητας γνώσεως του περιεχομένου του εν λόγω πρακτικού κατά τα προαναφερθέντα και ασκήσεως των από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιωμάτων του ούτε του δικαιώματος να αμφισβητήσει τη γνησιότητα του περιεχομένου στο έγγραφο που αναγνώσθηκε ως άνω πρακτικού του Δ.Σ. της προαναφερθείσης εταιρείας. Συνεπώς οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1δ Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 364 Κ.Ποιν.Δ. στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν κατά τους νομίμους τύπους και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους ... Επίσης διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί και τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η ανάγνωση στο ακροατήριο από το δικαστήριο οποιουδήποτε εγγράφου που συμπεριλαμβάνεται στη δικογραφία, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατά πρόταση του Εισαγγελέα και αν αυτό δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του και χωρίς να εναντιωθεί ο κατηγορούμενος στην ανάγνωσή του, δεν επιφέρει ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας ούτε ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας μεταξύ άλλων εγγράφων και την υπ' αριθμό 73/2011 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να προβληθεί ουδεμία αντίρρηση στην ανάγνωση της εκ μέρους του συνηγόρου που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη μέχρι να εκδοθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ούτε να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του. Συνεπώς, από την ανάγνωση στο ακροατήριο του κατ' έφεση δικάσαντος δικαστηρίου και λήψη υπόψη ως εγγράφου της παραπάνω αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ανεξάρτητα από το ότι δεν περιλαμβανόταν στα έγγραφα που αναφέρονται στην πρωτοδίκως εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ως αναγνωσθέντα και του ότι κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος πρέπει να επρόκειτο για έγγραφο που συσχετίσθηκε στη δικογραφία ως αποσταλέν μαζί με έγγραφο ενημερωτικό για την εξέλιξη της οφειλής του κατηγορουμένου που εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών κατ' άρθρο 25 παρ.8 ν. 1882/1990, που προσετέθη με το άρθρο 3 παρ.1β ν. 3943/2011 από την ΔΟΥ, υπάλληλος της οποίας είχε κληθεί ως μάρτυρας αλλά δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και παρά το ότι δεν επρόκειτο για έγγραφο που να προσκομίστηκε κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προκλήθηκε ουδεμία ακυρότητα. Εξάλλου δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προσέβαλε τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως πλαστά ούτε εζήτησε κατ' άρθρο 145 Κ.Ποιν.Δ. τη διόρθωση των κατά το μέρος που αφορούν στην ανάγνωση στο ακροατήριο δημόσια των παρατιθεμένων ως αναγνωσθέντων δεκαπέντε (15) προσδιοριζομένων επαρκώς ως προς την ταυτότητα εγγράφων και την εν συνεχεία παρατιθεμένη διαπίστωση του δικαστηρίου, ότι για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από κανέναν από τους παράγοντες της δίκης. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε αναλυτική αναφορά των αναγνωσθέντων εγγράφων με συνέπεια αυτός να μην αντιληφθεί ότι περιλαμβάνονταν σε αυτά μη υποβληθέν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο έγγραφο όπως η ανωτέρω 73/2011 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δεν περιλαμβανόταν ούτε στα έγγραφα που υπήρχαν από την προδικασία στη δικογραφία και αναγνώσθηκαν πρωτοδίκως και ότι έτσι δεν κατέστη δυνατό να σχολιάσει ή να αμφισβητήσει το ανωτέρω έγγραφο, είναι απορριπτέες και ο επ' αυτών ερειδόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' Κ.Ποιν.Δ. τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Οι ίδιες αιτιάσεις κατά το μέρος που αφορούν την λήψη υπόψη από το δικάσαν Εφετείο και του από 1/7/2002 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω αναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας είναι απορριπτέες ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενες, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν περιλαμβάνεται αυτό στα αναφερόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ κατά τα λοιπά εδικαιολογείτο η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του ως άνω πρακτικού κατά τα προαναφερόμενα ανωτέρω σε σχέση με την απόρριψη του προηγουμένου συναφούς λόγου αναιρέσεως. Μετά από όλα τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/3/2013 δήλωση-αίτηση του Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 3336/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ