Αριθμός 477/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Του αναιρεσιβλήτου: Η. Κ. του Α., δικηγόρου, κατοίκου ..., ως οριστικού συνδίκου της πτωχεύσεως της ευρισκομένης σε κατάσταση πτωχεύσεως ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "FRAISE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2005 τριτανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3354/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5072/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, με τους με ιδιαίτερο, από 23.3.20012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1315/29.12.2010 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 41/23.3.2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 5072/30.9.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος δικηγόρος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη 1315/29.12.2010 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 41/23.3.2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 5072/30.9.2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 179587/8119/11.11.2005 τριτανακοπή ο δι' αυτής τριτανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος, οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", εδίωκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, την ακύρωση της 8628/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεως του καθού η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος. Επί της εν λόγω τριτανακοπής εκδόθηκε, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η 3354/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως αμέσου εννόμου συμφέροντος του τριτανακόπτοντος και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 5150/28.5.2009 εφέσεως του τριτανακόπτοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή της τριτανακοπής, η 5072/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Επί της από 29.7.1991 αγωγής της εταιρείας "Λ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ" κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INSURANCE COMPANY OF NORT AMERICA (UK)", με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (πρόκληση πυρκαϊάς σε αποθήκη), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2205/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον Η. Κ. (τριτανακόπτοντα), σύνδικο της πτώχευσης της ενάγουσας εταιρείας, η οποία κηρύχθηκε εν τω μεταξύ σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμ. 1367/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που όρισε ως χρόνο παύσης πληρωμών την 8-4-1993, και ο οποίος (σύνδικος) συνέχισε με την ιδιότητά του αυτή τη δίκη, 142.253 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 4-2-1993. Ακολούθως ο καθ' ου η τριτανακοπή Ε. Γ. ζήτησε από τον αρμόδιο δικαστή του Εφετείου Αθηνών, πρώτο εκτελεστό απόγραφο της παραπάνω απόφασης, επικαλούμενος ότι του είχε εκχωρηθεί από την εταιρεία "Λ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", η απαίτησή της κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, μέχρι του ποσού των 32.000.000 δρχ. (93.910,50 ευρώ), προς εξόφληση δανείου αντίστοιχου ποσού που είχε λάβει η εν λόγω εταιρεία ("Λ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ") από τον ίδιο (Ε. Γ.). Ο αρμόδιος Δικαστής, προκειμένου να αποφανθεί, αν συντρέχει περίπτωση εκδόσεως απογράφου στον Ε.Γ., κάλεσε τον τριτανακόπτοντα, ο οποίος επικαλέσθηκε ότι ο Ε.Γ. δεν δικαιούται να ζητήσει απόγραφο, διότι δεν απέδειξε την απαίτησή του κατά της πτωχευσάσης εταιρείας, αν και τάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος του επί ανακοπής, που άσκησε αυτός, προκειμένου να συμμετάσχει στις διαδικασίες της πτώχευσης. Κατόπιν αυτού απορρίφθηκε το αίτημα του Ε.Γ., ο οποίος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου την από 13-9-2004 αίτησή του, με βάση το άρθ. 918 παρ. 5 ΚΠολΔ, που έγινε δεκτή με την τριτανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 8628/2004 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, το οποίο διέταξε τον αρμόδιο για την έκδοση απογράφων δικαστή, να χορηγήσει στον αιτούντα Ε. Γ. εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθμ 2205/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών για ποσόν 93.910,50 ευρώ πλέον νομίμων τόκων από 4-2-1993. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο προσκομιζόμενο από 24.10.1991 έγγραφο, με τίτλο "απόδειξη καταβολής 32.000.000 δρχ", με το οποίο ο εκπρόσωπος της εταιρείας "Λ.Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" δηλώνει και βεβαιώνει ότι έλαβε το ποσόν των 32.000.000 δρχ, από τον Ε. Γ., νόμιμο εκπρόσωπο της STAMCO ΕΠΕ, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο αποτελεί δάνειο, που καταβλήθηκε σε δόσεις εντός διαστήματος 5 μηνών, το οποίο ο δανειστής αποδέχεται να είναι άτοκο, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 29-7-1991 αγωγής αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρείας και μόλις εισπραχθεί το ποσόν θα αποδοθεί το δάνειο εντόκως από την επίδοση της αγωγής αυτής, ότι σε κάθε περίπτωση οφείλει να επιστρέψει το δάνειο, αφότου οχληθεί από τον δανειστή, εντόκως μετά δεκαήμερο από της οχλήσεως και ότι εκχωρεί την απαίτησή της έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, που αντιστοιχεί στο ποσόν του δανείου, προς τον δανειστή. Από την επισημείωση που υπήρχε στο τέλος του εγγράφου, έγινε δεκτό από το Δικαστήριο ότι η εκχώρηση αναγγέλθηκε την ίδια ημερομηνία στην ασφαλιστική εταιρεία, της οποία τότε εκπρόσωπος ήταν ο Ε. Γ., που υπέγραψε ως εκπρόσωπός της για την αναγγελία. Το ίδιο έγγραφο έλαβε υπόψη του και το Δικαστήριο τούτο, το οποίο έκρινε με την υπ' αριθμ. 3412/2009 απόφασή του επί της ασκηθείσας ανακοπής του Ε.Γ. (άρθ. 596 ΕμπΝ), που είχε ως βάση τη σύμβαση του δανείου, ότι αυτός δικαιούται να συμμετάσχει στη διαδικασία της πτώχευσης ως πτωχευτικός πιστωτής, δεχόμενο ότι δάνεισε το ποσόν των 32.000.000 δρχ ήτοι 93.910,50 ευρώ στην εταιρεία "Λ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ". Ωστόσο όμως δεν πιθανολογήθηκε ο ισχυρισμός του ότι του εκχωρήθηκε στις 24-10-1991 από την εταιρεία "Λ. Κ. και ΣΙΑ ΕΕ" η απαίτησή της έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, που αποτελούσε και τη βάση της αίτησής του, για τη χορήγηση του απογράφου, διότι από το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου φέρεται αυτός να συμβάλλεται με την ιδιότητά του, ως εκπρόσωπου της εταιρείας STAMCO ΕΠΕ και όχι ατομικά. Άλλωστε και ο ίδιος ο Λ. Κ., εκπρόσωπος της εταιρείας που πτώχευσε, ανέφερε στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον καθού επιστολές, με ημερομηνία 22-7-1998 και 29-7-1998, που απηύθυνε προς τον Εισηγητή της πτώχευσης, ότι η εκχώρηση των απαιτήσεων της "Λ.Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας προς τον Ε.Γ., λόγω δανείου, που είχε λάβει ατομικά από αυτόν, έγινε στις 14-7-1993, όπως προκύπτει άλλωστε και από το με ημερομηνία 14-7-1993 έγγραφο με τον τίτλο "σύμβαση εκχώρησης", όπου γίνεται λόγος για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, για την αγωγή που είχε ασκήσει η εταιρεία σε βάρος της ασφαλιστικής, για δάνειο που έλαβε ατομικά από τον Ε.Γ. και για την εκχώρηση σε αυτόν της απαίτησής της έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, που αναγγέλθηκε στην τελευταία στις 19-7-1993, δηλ. μέσα στο χρόνο παύσεως των πληρωμών, με συνέπεια την ακυρότητα της εκχώρησης. Με βάση όσα αναφέρθηκαν, ο Ε.Γ. με την ενέργειά του να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση πρώτου εκτελεστού απογράφου της παραπάνω απόφασης, προς ικανοποίηση της προερχόμενης από το δάνειο απαίτησής του, για την οποία αναγνωρίσθηκε ως πτωχευτικός πιστωτής με την υπ' αριθμ. 3412/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς να πιθανολογείται ότι του εκχωρήθηκε η απαίτηση το έτος 1991, παρέκαμψε την πτωχευτική διαδικασία, με το δεδομένο μάλιστα ότι το ποσόν που επιδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση το Εφετείου περιλαμβάνεται, ως ασφάλισμα, στην πτωχευτική περιουσία. Εσφαλμένα επομένως έγινε δεκτή η αίτηση του Ε.Γ. περί χορηγήσεως πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. 2205/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος - καθού η τριτανακοπή με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Α. Κύριο Δικόγραφο Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως σε αντιδιαστολή με τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, ως αίτηση, κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοείται το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως ή τριτανακοπής, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο επεδίκασε μη αιτηθέν ή περισσότερα του αιτηθέντος ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο, που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, ως την πρώτη συζήτηση της αγωγής, που αφορά στην κύρια υπόθεση, έχει δικαίωμα, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του, εφ' όσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την μεταρρύθμιση ή την ανάκληση απόφασης με βάση αυτήν, πρέπει η απόφαση να διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα. Αν η σχετική αίτηση δικάζεται απλώς κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων διότι επιτάσσει αυτό σχετική νομική διάταξη, χωρίς να λαμβάνονται και ασφαλιστικά μέτρα, δεν χωρεί ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης. Στη δίκη συνεπώς, αντικείμενο της οποίας δεν είναι η προσωρινή δικαστική προστασία κάποιου δικαιώματος, αλλά απλά η αίτηση εκδικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της διαδικασίας αυτής, αλλά μόνο εκείνες των οποίων δικαιολογείται η εφαρμογή και επομένως οι διατάξεις περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης σε υποθέσεις, στις οποίες η παρεχόμενη δικαστική προστασία πρέπει να έχει οριστικότητα δεν μπορούν να εφαρμοσθούν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 918 παρ. 5 ΚΠολΔ σε περίπτωση που ο αρμόδιος για τη χορήγηση απογράφου αρνηθεί την έκδοσή του, αυτός που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσφύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου, το οποίο καλείται να άρει τη διαφωνία. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην έρευνα διαπίστωσης των προϋποθέσεων έκδοσης απογράφου. Η απόφασή του δεν αποτελεί δεδικασμένο, γι' αυτό και κάθε αμφισβήτηση ακόμη και αν ανάγεται σε θέματα που κρίθηκαν μ' αυτή, κατ' άρθρο 918 παρ. 5, μπορεί να κριθεί στις εκτελεστικές δίκες από το αρμόδιο γι' αυτές δικαστήριο, μετά από άσκηση ανακοπής (933 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, ενώ στην ουσία πρόκειται για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση απογράφου, δεν εκδίδει το ίδιο το απόγραφο, αλλά διατάσσει τον αρμόδιο για την έκδοσή του, που αρνείται, να το χορηγήσει. Τέλος η αίτηση για τη χορήγηση του απογράφου δεν απαιτείται να απευθύνεται κατά κάποιου προσώπου, δηλαδή δεν υπάρχει αντίδικος σ' αυτή, καθόσον όπως προαναφέρεται πρόκειται ουσιαστικά για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία κατά τη ρύθμιση του παραπάνω άρθρου δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η οποία εξασφαλίζει την ταχύτερη έκδοση του απογράφου, διότι η απόφαση της εκούσιας δικαιοδοσίας επιτρέπεται να προσβληθεί με έφεση και αναίρεση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 583, 586, 588 και 590 ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν έλαβε μέρος, ως διάδικος, στη μεταξύ άλλων διεξαχθείσα δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο το έννομο συμφέρον του, μπορεί να ασκήσει κατά της απόφασης εκείνης τριτανακοπή, η οποία έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της προσβαλλόμενης απόφασης ως ανενεργού έναντι αυτού. Η βλάβη, στην οποία θεμελιούται το έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντος ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του, μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση ή και ενδεχόμενη, αλλά το βλαπτόμενο ή σε κίνδυνο τιθέμενο δικαίωμά του πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό κατά το χρόνο της εκδόσεως της τριτανακοπτομένης απόφασης. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και επί των υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741, 773 ΚΠολΔ). Συνεπώς, και επί των εν λόγω υποθέσεων, ο τρίτος που δεν κλητεύθηκε μετά από διαταγή του δικαστηρίου ή δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση κατά την εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, είναι μεν υποχρεωμένος να δεχθεί την διάπλαση της εννόμου σχέσεως που έγινε με την εκδοθείσα απόφαση, πλην όμως, εφ' όσον έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ασκήσει κατ' αυτής τριτανακοπή και να ζητήσει την ακύρωση της τριτανακοπτομένης απόφασης επικαλούμενος ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση της ή ότι, εάν οι απόψεις του ετίθεντο ενώπιον του εκδόσαντος την τριτανακοπτομένη απόφαση, δικαστηρίου, το τελευταίο θα έκρινε διαφορετικά, στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας. Σε περίπτωση παραδοχής της τριτανακοπής, η απόφαση θα ακυρωθεί για το μέλλον (ex nunc), ενώ τα αποτελέσματα που είχαν επέλθει εν τω μεταξύ δεν ανατρέπονται. Για την άσκηση τριτανακοπής κατ' αποφάσεως της εκούσιας δικαιοδοσίας αρκεί η υπό τον τριτανακόπτοντα επίκληση υφισταμένης βλάβης ή κινδύνου των συμφερόντων του από την προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς να απαιτείται η από αυτόν επίκληση δόλου ή συμπαιγνίας των αρχικών διαδίκων, αφού οι αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν παράγουν δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 321 ΚΠολΔ, ούτως ώστε να τύχει εφαρμογής η ρύθμιση της παρ.2 του άρθρου 586 ΚΠολΔ, αλλά η κατά τα ανωτέρω δέσμευση του τριτανακόπτοντος είναι απόρροια της διαπλαστικής ενέργειας της πιο πάνω απόφασης. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 159 και 933 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως που έγιναν χωρίς να τηρηθούν οι απαιτούμενες από το νόμο διατυπώσεις δεν είναι αυτοδίκαια άκυρες, έστω και αν η τήρηση των διατυπώσεων αυτών επιβάλλεται με την ποινή της ακυρότητας, αλλά παράγουν όλες τις έννομες συνέπειες τους μέχρις ότου απαγγελθεί η ακυρότητα από το δικαστήριο, κατόπιν άσκησης της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η ακυρότητα, μάλιστα, των εν λόγω πράξεων πρέπει να προταθεί έγκαιρα, μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, γιατί, διαφορετικά, η άπρακτη πάροδος των προθεσμιών αυτών θεραπεύει την ακυρότητα, με την έννοια ότι κάνει τις άκυρες πράξεις απρόσβλητες. Με το πιο πάνω άρθρο 934 ΚΠολΔ καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής, με ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα, των επιμέρους πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας. Η ακυρότητα μιας προηγούμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την επόμενη πράξη, μόνο εφόσον και η επόμενη πράξη προσβληθεί με ανακοπή και κηρυχθεί από το δικαστήριο η ακυρότητα της. Διαφορετικά, παρά την κήρυξη της ακυρότητας μιας προηγούμενης πράξης, που αποτελεί την προϋπόθεση της, εφόσον προχώρησε η εκτελεστική διαδικασία και δεν προσβλήθηκε εμπρόθεσμα αυτοτελώς με ανακοπή, έστω και σύμφωνα με το άρθρο 69§1 περ.δ ΚΠολΔ, και η επόμενη πράξη, η τελευταία ισχυροποιείται και παραμένει απρόσβλητη. Σε συνέπεια με τις παραπάνω σημειούμενες διατάξεις και τις γενόμενες δεκτές κατά την ερμηνεία τους νομικές παραδοχές, κατ' ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη, κατά παραδοχή του αντίστοιχου περιεχομένου αιτήματος της τριτανακοπής του αναιρεσίβλητου, στην ακύρωση της πληττόμενης δι' αυτής 8628/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να αναιρείται το έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντος (ΚΠολΔ 68) από το γεγονός ότι, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ολοκληρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να προσβληθεί, που επέσπευσε ο αναιρεσείων με βάση το απόγραφο της 8628/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, το οποίο χορηγήθηκε στον τελευταίο σε εκτέλεση της ακυρούμενης αποφάσεως, δοθέντος ότι οι έννομες αυτής συνέπειες δεν περιορίζονται στα πλαίσια της εκτελεστικής διαδικασίας. Επομένως οι προβαλλόμενες με το α' και β' σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14 και 9 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας (α) κατά παράβαση του άρθρου 696 ΚΠολΔ παρέλειψε να απορρίψει την τριτανακοπή ως απαράδεκτη, προκειμένης αποφάσεως (8628/2004) η οποία υπόκειται σε ανάκληση και (β) επεδίκασε πλέον αιτηθέντος, ελέγχονται, ως ερειδόμενες αντίστοιχα επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμες. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η διατυπούμενη με το γ' σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο προέβη σε ολική ακύρωση της πληττόμενης με την τριτανακοπή αποφάσεως αντί της κηρύξεως της ως ανενεργούς έναντι του τριτανακόπτοντος για το μέλλον, δοθέντος ότι πρόκειται για έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την φύση της ακυρούμενης αποφάσεως, χωρίς εντεύθεν να διαλαμβάνονται στο διατακτικό της ακυρωτικής αποφάσεως. Η αυτή αρνητική αξιολόγηση προσήκει στην προβαλλόμενη όμοια αναιρετική αιτίαση με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο, με αποδιδόμενη δι' αυτής πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την τριτανακοπή ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσίβλητου, λόγω ολοκληρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως. ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον τρίτο κατά σειρά προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή της, ότι η διατυπούμενη στο από 24.10.1991 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση εγχωρήσεως συνομολογήθηκε μεταξύ της ήδη πτωχής ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και της εταιρείας "STAMCO ΕΠΕ", ως εκπρόσωπος της οποίας φέρεται να συμβάλλεται κατ' αυτήν ο αναιρεσείων, έλαβε υπόψη μη διαλαμβανόμενο στο δικόγραφο της τριτανακοπής ισχυρισμό, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι ο δι' αυτής ρητά αμφισβητείται η ύπαρξη της επίμαχης αξιώσεως του αναιρεσείοντος κατά της ήδη πτωχής εταιρείας, διαλαμβάνοντας παράλληλα ότι πρόκειται για σύμβαση εγχωρήσεως εικονική. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται, ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου. που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από το Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι η διατυπούμενη στο από 24.10.1991 έγγραφο σύμβαση εγχωρήσεως συνομολογήθηκε μεταξύ της ήδη πτωχής εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και της εταιρείας "STAMCO ΕΠΕ", ως εκπρόσωπος της οποίας φέρεται να συμβάλλεται κατ' αυτήν ο αναιρεσείων. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την παραδοχή της κατά του τελευταίου απευθυνόμενης τριτανακοπής του αναιρεσίβλητου, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται και να δημιουργεί αντιφάσεις από την παράλληλη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι με την 3421/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της προβλεπομένης από το άρθρο 596 ΕμπΝ και στη σύμβαση δανείου θεμελιούμενης ανακοπής του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της οποίας έγινε δεκτό ότι ο τελευταίος δικαιούται να συμμετάσχει στην διαδικασία της πτωχεύσεως ως πτωχευτικός πιστωτής για το διάφορο, σε σχέση προς την εγχώρηση, ζήτημα του δανείου από τον αναιρεσείοντα προς την πτωχή εταιρεία για το ποσό των 32.000.000 δρχ. (93.910,50 €), περίπτωση κατά την οποία θα συμμετείχε ως πιστωτής της πτωχευτικής διαδικασίας, σε αντιδιαστολή με την ικανοποίηση της αυτής απαιτήσεώς του, εκτός της πτωχευτικής διαδικασίας, την οποία επέτυχε με την εκτέλεση κατά τις κοινές διατάξεις, με βάση το απόγραφο, το οποίο του χορηγήθηκε σε εκτέλεση της ακυρούμενης 8628/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως η προβαλλόμενη με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια, προφανώς, της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμη. Η κύρια αυτή αιτιολογία, η οποία ανεπιτυχώς πλήττεται, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αίρεση δικονομική συνέπεια η αυτή αναιρετική αιτίαση, διατυπούμενη αναφορικά με την επάλληλη επικουρική αιτιολογία της περί ακυρότητας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 537 ΕμπΝ, της συνομολογηθείσης στις 14.7.1993 μεταξύ της πτωχής εταιρείας και του αναιρεσείοντος συμβάσεως εγχωρήσεως της αυτής απαιτήσεως, η οποία, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε ήδη εγχωρηθεί από 24.10.1991 στην εκπροσωπούμενη από τον αναιρεσείοντα εταιρεία "STAMCO ΕΠΕ", αρνητικά να αξιολογείται, προεχόντως ως αλυσιτελής και άρα απαράδεκτη. Β. Πρόσθετο Δικόγραφο Όπως προαναφέρθηκε στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος απευθυνομένης τριτανακοπής του αναιρεσίβλητου, χωρίς να αναιρείται το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον του τελευταίου από το γεγονός ότι πράγματι η απορρέουσα από τη συνομολογηθείσα στις 24.10.1991 σύμβαση εγχωρήσεως αξίωση της εταιρείας "STAMCO ΕΠΕ" δεν υπάγεται στην διαδικασία της πτωχευτικής διαδικασίας, σε αντιδιαστολή προς εκείνη του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση δανείου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με το πρόσθετο δικόγραφο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 189, 207, 208, 537 ΕμπΝ και 455, 460 ΑΚ, να ελέγχονται ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 1315/29.12.2010 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 41/23.3.2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 5072/30.9.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ