Αριθμός 1144/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Στρατάκη, περί αναιρέσεως της 3542/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 831/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 §§1, 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται, ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, μπορεί να προσβληθεί μόνο με αίτηση αναιρέσεως για ένα από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠΔ. Εξ άλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, για τον παραπάνω λόγο, έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1Δ ιδίου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως (αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά το άρθρο 161 § 1 του ΚΠΔ στοιχείων της εγκυρότητας της επιδόσεως (Ολ ΑΠ 5/1995). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ' 3542/2006 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 24538/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933. Η προσβαλλομένη απόφαση, εκδοθείσα παρόντος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως εκπροσωπηθέντος από πληρεξούσιο δικηγόρο, αναφέρει στο σκεπτικό της τον χρόνο επιδόσεως της εκκληθείσης αποφάσεως (17.3.2000) το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (του ......, Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης) καθώς και τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως 9-12-2005. Περαιτέρω η πληττομένη απόφαση εδέχθη ότι ο τότε εκκαλών και τώρα αναιρεσείων στην έκθεση εφέσεώς του δεν διέλαβε κανένα περιστατικό ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αλλά μόνο στο ακροατήριο προέβαλε, ως λόγο, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο ότι ήταν γνωστής διαμονής και όχι αγνώστου, χωρίς όμως συγχρόνως να ισχυρισθεί ότι ο λόγος αυτός του ήταν άγνωστος κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ότι προέκυψε μετά την άσκηση αυτού, ώστε να θεωρηθεί ότι παραδεκτά προβάλλεται. Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και οι συναφείς λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Επίσης ο λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο είναι άκυρη η επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως και άρα δεν έτρεξε η προθεσμία της εφέσεως, γιατί επεδόθη απόσπασμα αυτής και όχι πλήρες αντίγραφο, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως. Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου είναι απορριπτέος, και ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, γιατί, για την κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως, αρκεί και επίδοση αποσπάσματος της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 3/2002, 4/2002), παρεκτός του ότι, από την παραδεκτή επισκόπηση του προαναφερθέντος αποδεικτικού επιδόσεως προκύπτει επίδοση "της υπ' αριθμ. 24538/99 αποφάσεως" και όχι αποσπάσματος αυτής. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-4-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3542/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ