Αριθμός 1008/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Αρκούδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.2081-2082/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Τ. του Α., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μυλωνά. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1226/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για τη στοιχειοθέτηση της εγκληματικής πράξεως της ληστρικής κλοπής που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 380 του Π.Κ. απαιτείται α) η τέλεση κλοπής υπό την έννοια του άρθρου 372 του Π.Κ. δηλαδή αφαίρεση ξένου (εν όλω ή εν μέρει) κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση, β) αυτόφωρος κατάληψη του δράστη πριν εξασφαλίσει το πράγμα, γ) βία για τη διατήρηση του πράγματος, χωρίς όμως να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξεως ως ληστρικής κλοπής από το ότι η χρήση της βίας απέβλεπε και στην αποτροπή της συλλήψεως του, και δ) δόλια προαίρεση, που συνίσταται στη γνώση της επ` αυτοφώρου καταλήψεως αυτού και τη θέληση να διατηρήσει με τη χρήση της βίας το αντικείμενο της κλοπής. Το έγκλημα δε αυτό, κατ` ορθή έννοια των παραπάνω διατάξεων και του άρθρου 42 του ίδιου Κώδικα, είναι τετελεσμένο, ευθύς ως ο δράστης χρησιμοποιήσει σωματική βία ή απειλές με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής προς διατήρηση του αφαιρεθέντος πράγματος, ανεξαρτήτως του αν κατόρθωσε τούτο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠΔ, η άσκηση αυτής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία, της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα, εφέσεως, κατά της αθωωτικής αποφάσεως, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 2081-2082/2012, προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την υπ` αριθ. 223/5-3-2009 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά της υπ` αριθ. 521/2009 αθωωτικής, του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, τον κήρυξε ένοχο, των αξιόποινων πράξεων της ληστρικής κλοπής, κατά μεταβολή της κατηγορίας από ληστεία, και της παράνομης οπλοφορίας και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 1.000 Ευρώ. Στην παραπάνω έφεση, του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, αναφέρεται ότι "Συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των τελεσθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων [Α. Τ., Σ. Μ., Α. Κ., Σ. Π., Π. Π. και Δ. Κ. και τις απολογίες των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδείχθηκε πλήρως κατά το νομικό και πραγματικό της μέρος η κατηγορία, όπως διατυπώνεται στο διατακτικό του υπ' αριθμό 438/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στο οποίο διατακτικό παραπέμπουμε προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Ειδικότερα, κατά την ακροαματική διαδικασία, προέκυψαν τα εξής: 1.Ο Εγκαλών Α. Τ., εργολάβος οικοδομών στη …ήταν από 10ετίας και πλέον φίλος του 1ου κατηγορουμένου Σ. Β., μέσω του οποίου γνώρισε την άνοιξη του 2004 τον 2ο κατηγορούμενο Ι. Κ., πρώην αστυνομικό και ιδιοκτήτη επιχειρήσεως καφέ-αναψυκτηρίου στη …[...], ο οποίος του παρουσιάστηκε ως εύπορος επιχειρηματίας δραστηριοποιούμενος σε κτηματομεσιτικές εργασίες στη …που επρόκειτο να αγοράσει ακίνητο 100 στρεμμάτων στην περιοχή ... και ήταν διατεθειμένος να το δώσει επί αντιπαροχή προς ανέγερση στον μηνυτή, ο οποίος επεδίωκε διακαώς να εισχωρήσει στην αγορά οικοδομής της …Στα πλαίσια αυτών των διαπραγματεύσεων συμφωνήσαν το θέρος του 2004 και τα εξής: Προκειμένου να εξοφληθεί χρέος 160.000,00 € του πρώτου προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο μηνυτής εργολάβος μεταβίβασε στο Ι. Κ. τον Αύγουστο του 2004 χωρίς αντάλλαγμα ["για εγγύηση" στη συμφωνία αντιπαροχής] εξοχική κατοικία στη ... αξίας 180.000,00 €, η οποία στο υπ' αρ…/04 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κων/νας Καλογιάννη, που μεταγράφηκε στον τόμο … αρ…, του Υποθ/κείου Κασσανδρείας Χαλκιδικής, εμφανίσθηκε ως ημιυπόγεια αποθήκη εκτάσεως 23,87 m2, αντικειμενικής αξίας 7.892 €, σημειωμένου πάντως ότι ο Ι. Κ. στο ανακριτικό υπόμνημα ισχυρίζεται, ότι κατέβαλε στο μηνυτή το πραγματικό τίμημα των 180.000 €. Επίσης η πλευρά των κατηγορουμένων ισχυρίζεται ότι κατά διαστήματα ο Ι. Κ. δάνειζε διάφορα ποσά τον μηνυτή "σπάζοντας", δηλαδή προεξοφλώντας, επιταγές του, χωρίς όμως κατά τα τέλη του Οκτωβρίου 2004 να υπάρχει μεταξύ τους οποιαδήποτε οικονομική εκκρεμότητα ή απαίτηση. 2.Τον Οκτώβριο του 2004 οι κατηγορούμενοι ζήτησαν από το μηνυτή να δανείσει στον Ι. Κ. το ποσό των 500.000,00-600.000,00 €, το οποίο του έλειπε για να καταβάλλει το πολλαπλάσιο τίμημα της επικείμενης αγοραπωλησίας των 100 στρεμμάτων. Για το λόγο αυτό ο εγκαλών άρχισε να συγκεντρώνει χρήματα. Έτσι στις 20-10-2004, στις 21-10-2004 και 24-10-2004 εισέπραξε από τους οφειλέτες του Γ. Δ., Ν. Σ. και Φ. Γ. τα χρηματικά ποσά των 60.000 ευρώ, 66.000 ευρώ και 5.730 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ στις 27-10-2004 εισέπραξε 71.200 € από το Γ. Μ. [βλ. τις εκδοθείσες από το μηνυτή και προσκομισθείσες από τον ίδιο σχετικές αποδείξεις] και την ίδια ημέρα πραγματοποίησε ανάληψη μετρητών ποσού 350.000 και 30.000 ευρώ από την τράπεζα Aspis Bank [βλ. τα οικία παραστατικά], συγκεντρώνοντας έτσι ποσό πλέον των 580.000 ευρώ. Ακολούθως μέσω του φίλου του Σ. Β. καθορίστηκε ο τόπος και ο χρόνος της συνάντησης, δηλαδή ώρα 21:00' της 29-10-2004, στην οικία του Ι. Κ. [... στην ...], όπου πράγματι ο μηνυτής μετέβη συνοδευόμενος από τη σύζυγο του Σ. Μ., έχοντας μαζί του το ποσό των 530.000,00 €, σημειωμένου ότι οι κουμπάροι του ζεύγους Τ. - Μ., δηλαδή η Α. Κ. και ο Σ. Π. κατέθεσαν ότι γνώριζαν από το μηνυτή προηγουμένως τα σχετικά με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Κατά το ραντεβού, μετά την καταμέτρηση των 530.000 ευρώ και ενώ ο μηνυτής περίμενε να του χορηγηθεί απόδειξη, προκειμένου να τους παραδώσει τα χρήματα, ο δεύτερος των κατηγορουμένων [Κ.] άρπαξε τα χρήματα και τα έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο [Β.]. Ακολούθως, αμφότεροι έδιωξαν απωθώντας βιαίως τον εγκαλούντα και τη σύζυγο του από την παραπάνω οικία, εκστομίζοντας εναντίον τους απειλές κατά της ζωής τους. Ο παθών και η σύζυγος του εμβρόντητοι για την απρόσμενη αυτή συμπεριφορά των, μη δυνάμενοι να αντιδράσουν, φοβούμενοι για τη σωματική ακεραιότητα τους και προκειμένου να μην υποστεί ψυχολογικό σοκ η σύζυγος του εγκαλούντος, η οποία ήταν έγκυος, εξήλθαν και τρομοκρατημένοι πήγαν στο αυτοκίνητο τους, που ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία, όπου παρέμειναν μέχρι να ηρεμήσουν. Στη συνέχεια, θέλοντας να ανακτήσουν νηφάλια σκέψη, αποχώρησαν από το σημείο εκείνο και περιφέρονταν με το αυτοκίνητο τους στους δρόμους της ... πολλές ώρες. Τις πρωινές ώρες της 30-10-2004 είδαν ένα αυτοκίνητο FIAT ΡΑΝΤΑ, στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Κ., και το ακολούθησαν, ενώ ο εγκαλών ειδοποίησε περί ώρα 03:43' σχετικά την αστυνομία [βλ. την 1020/ 1481/1-α/27-8-05 βεβαίωση της Δ/νσης Άμεσης Δράσης Θεσσαλονίκης]. Όταν ο κατηγορούμενος Ι. Κ. αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθεί ο μηνυτής, στάθμευσε το αυτοκίνητο του, βγήκε και πλησιάζοντας αυτό του παθόντος, πρότεινε εναντίον του ένα πιστόλι, που έφερε παράνομα και έδειξε απειλητική διάθεση για τη ζωή του μηνυτή και της συζύγου του. Ο εγκαλών, φοβούμενος για τη ζωή του, αποχώρησε από το σημείο εκείνο, όπως ταυτόχρονα και ο προαναφερθείς κατηγορούμενος, φοβούμενος την άφιξη της αστυνομικής δύναμης. Όταν τελικά ύστερα από λίγο κατέφθασε το περιπολικό από το Αστυνομικό Τμήμα Νέων Επιβατών, βρήκε μόνο τον παθόντα και τη σύζυγο του, στην οδό ... (βλ. και τις από 4 και 5-10-05 ένορκες καταθέσεις στην προδικασία των αστυνομικών Σ. Γ. και Μ. Δ., οι οποίοι επιβεβαίωσαν ότι ειδοποιήθηκαν και προσήλθαν για κλοπή χρημάτων και ότι μετά από απειλή κατά του μηνυτή το αυτοκίνητο των δραστών εξαφανίστηκε). Το χρηματικό ποσό των 530.000,00 ευρώ οι κατηγορούμενοι το κατακράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν χωρίς νόμιμο δικαίωμα, καθ' όσον ο παθών δε συναίνεσε προς τούτο και δεν υπήρχε άλλη νόμιμη αιτία. Μάλιστα οι κατηγορούμενοι συνέχισαν και αργότερα -μετά τη λήξη του επεισοδίου- να απειλούν τη ζωή του μηνυτή και της συζύγου του, με συνέπεια να τον αποτρέψουν να υποβάλλει - πέραν της άνω προφορικής καταγγελίας-έγγραφη έγκληση, γεγονός που έπραξε στις 9-12-04, όταν του το συνέστησε ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Ε. Θ., στον οποίο αρχικά κατέφυγε. 3. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν όχι μόνο την κατηγορία, αλλά και το γεγονός της συναντήσεως τους στις 29-10-04 με το ζεύγος Τ.-Μ., υποστηρίζοντας ότι ο πρώτος σκηνοθέτησε την ληστεία για να καλυφθεί έναντι της συζύγου του από απώλεια μεγάλων χρηματικών ποσών σε τυχερά παίγνια στο καζίνο Θεσσαλονίκης. Όμως η εξήγηση δεν είναι καθόλου πειστική, αφού η σύζυγος συμμετείχε ενεργά στη "σκηνοθεσία". Εξάλλου ο μάρτυρα υπερασπίσεως Δ. Κ. κατέθεσε, ότι ποτέ δεν είδε τον μηνυτή στο καζίνο. Περαιτέρω, το άλλοθι που οψιγενώς εμφάνισε έκαστος των κατηγορουμένων είναι διάτρητο. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά στα απολογητικά τους υπομνήματα ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης αρνήθηκαν απλώς την κατηγορία, ύστερα ενώπιον του Ανακριτή, ο μεν πρώτος στις 6-4-06 υποστήριζε ότι από 27 μέχρι 30-10-04 απουσίαζε στην Βουλγαρία και προσκόμισε ακύρωτες φωτοτυπίες του διαβατηρίου του, που εμφάνιζαν σχετικές σφραγίδες εισόδου και εξόδου του Βουλγαρικού μεθοριακού σταθμού στον Προμαχώνα Σερρών, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι κατά το διάστημα 24-31/10/04 ήταν "στο …στο ... όλες τις ημέρες και όλες τις ώρες". Όμως αργότερα ο Ι. Κ. στην από 24-11-06 κατ' αντιπαράσταση με τον μηνυτή εξέταση του ενώπιον του Ανακριτή Θεσσαλονίκης υποστηρίζει, ότι κατά το επίδικο διάστημα διέμενε στο σπίτι του φίλου του Α. Ζ. στον ... σημειωμένου ότι ο μάρτυρας υπερασπίσεως Δ.Κ. κατά την ακροαματική διαδικασία επέμεινε στην αρχική εκδοχή καταθέτοντας ότι "Τις ημέρες εκείνες μέναμε στο ... στο ξενοδοχείο ... στο ... Ο κατηγορούμενος δεν έφυγε καθόλου από εκεί.". Εξάλλου, όταν ο Ανακριτής Θεσσαλονίκης ζήτησε την προσκομιδή του πρωτότυπου διαβατηρίου του πρώτου κατηγορουμένου, αυτός δήλωσε στις 24-11-06 πως το έχασε και εν τέλει εξακριβώθηκε, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν ήταν στη Βουλγαρία, όπως ψευδώς υποστήριξε αρχικά, αλλά και κατά την ακροαματική διαδικασία [βλ. το υπ' αρ. 1016/22/29-6/14-12-06 έγγραφο του Α.Τ. Προμαχώνα, το υπ' αρ. 162/242-34311/08 (ΜΗΤΣ) από 28-3-08, σήμα της Δ/νσης Διεθν. Αστυν. Συνεργασ. /4ο Τμ. Διεθν. Οργ.-INTERPOL και την από 29-11-06 ένορκη βεβαίωση του Δ. Β. Μ.], ενώ έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμη της 1-4-09 για τα αδικήματα της κατοχής και χρήσης πλαστού ταξιδιωτικού εγγράφου-διαβατηρίου και της ψευδούς αναφοράς στην αρχή και συγκεκριμένα ενώπιον του Ανακριτή Θεσσαλονίκης την 6-4-06." Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, το Πενταμελές Εφετείο, απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της παραπάνω εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης κατά της υπ` αριθ. 521/2009 αθωωτικής του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και αφού δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση του Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, στη συνέχεια, εξέτασε την ουσία της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατά τα εκτεθέντα. Προκειμένου να απορρίψει την παραπάνω ένσταση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η έκθεση έφεσης του Εισαγγελέα κατά της προσβαλλόμενης αθωωτικής [κατά πλειοψηφία] αποφάσεως είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη καθόσον όπως προέκυψε από το αναγνωσθέν περιεχόμενο αυτής, ο Εισαγγελέας αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την εξενεχθείσα από το δικαστήριο κρίση περί της αθωότητας του κατηγορουμένου και δεν αρκείται σε μόνη την παράθεση των αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου και η εντεύθεν κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επί πλέον κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό διαλαμβάνει στην έκθεση του ποια είναι τα σημεία εκείνα των καταθέσεων που δεν έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που σε συνδυασμό με τα λοιπά από δεκτικά μέσα θα το οδηγούσαν σε καταδικαστική κρίση. Ενόψει αυτών πρέπει να γίνει αυτή τυπικά δεκτή απορριπτόμενης της σχετικής ενστάσεως που προ βλήθηκε από τον συνήγορο που εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο." Η παραπάνω αιτιολογία της εφέσεως του Εισαγγελέως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, διότι, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθεται σ` αυτήν ποιες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Ειδικότερα, δεν αρκείται ο Εισαγγελέας να αναφέρει στην έφεσή του τη στερεότυπη έκφραση "για κακή εκτίμηση των αποδείξεων", αλλ` αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα, διαλαμβάνει τα σημεία των καταθέσεων, των απολογιών των κατηγορουμένων στον Ανακριτή, και των αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσαν, που δεν έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα θα προέκυπτε η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, δεν υπερέβη την εξουσία του το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την ένσταση περί απαραδέκτου της εφέσεως, με την προαναφερθείσα εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και στη συνέχεια με το να κρίνει παραδεκτή την έφεση και να καταδικάσει στη συνέχεια τον αναιρεσείοντα. Πρέπει, επομένως, ο σχετικός Α' λόγος της κρινομένης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, περί υπέρβασης εξουσίας καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί έλλειψης αιτιολογίας της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, με την υπ` αριθ.2081-2082/2012, απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της αξιόποινης πράξης της ληστρικής κλοπής, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ληστρικής κλοπής: "Ο Α. Τ., εργολάβος οικοδομών στη Χαλκιδική ήταν από 10ετίας και πλέον φίλος του ήδη αποβιώσαντος κατηγορουμένου Σ. Β., μέσω του οποίου γνώρισε την άνοιξη του 2004 τον κατηγορούμενο 1. Κ., πρώην αστυνομικό και ιδιοκτήτη επιχειρήσεως καφέ - αναψυκτηρίου στη …[...], ο οποίος του παρουσιάστηκε ως εύπορος επιχειρηματίας δραστηριοποιούμενος με κτηματομεσιτικές εργασίες στη …και ότι προτίθετο ν' αγοράσει ένα ακίνητο 100 στρεμμάτων στην περιοχή ... .... Ο Τ. που επιθυμούσε διακαώς να εισχωρήσει στην οικοδομική αγορά της …[γεγονός που γνώριζε ο Β.] άκουσε με ενδιαφέρον την πρόταση που του έκανε ο Κ. να αγοράσει αυτός το ακίνητο και στη συνέχεια να το δώσει με αντιπαροχή στον μηνυτή για την ανέγερση συγκροτήματος κατοικιών. Ύστερα από διαπραγματεύσεις συμφώνησαν το θέρος του 2004 και τα εξής: Προκειμένου να εξοφληθεί χρέος 160.000 ευρώ του Β. προς τον Κ., ο μηνυτής μεταβίβασε σ'αυτόν τον Αύγουστο του 2004 χωρίς αντάλλαγμα ["για εγγύηση" στη συμφωνία αντιπαροχής] εξοχική κατοικία στη ... αξίας 180.000 ευρώ η οποία στο υπ' αρ… /04 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κων/νας Καλογιάννη, που μεταγράφηκε στον τόμο … αρ…, του Υποθ/κείου Κασσάνδρειας Χαλκιδικής, εμφανίσθηκε ως ημιυπόγεια αποθήκη εκτάσεως 23,87 m2, αντικειμενικής αξίας 7.892 Ε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κ. στο ανακριτικό του υπόμνημα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον μηνυτή το πραγματικό τίμημα των 180.000 ευρώ. Κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 ο Β. και ο Κ. ζήτησαν από το μηνυτή να δανείσει στον 1. Κ. το ποσό των 500.000,00-600.000,00 Ε, το οποίο του έλειπε για να καταβάλλει το πολλαπλάσιο τίμημα της επικείμενης αγοραπωλησίας των 100 στρεμμάτων. Για το λόγο αυτό ο μηνυτής άρχισε να συγκεντρώνει χρήματα. Έτσι στις 20-10-2004, στις 21-10-2004 και 24-10-2004 εισέπραξε από τους οφειλέτες του Γ. Δ., Ν. Σ. και Φ. Γ. τα χρηματικά ποσά των 60. 000 ευρω, 66.000 ευρω και 5.730 ευρω, αντίστοιχα, ενώ στις 27-10-2004 εισέπραξε 71.200 Ε από το Γ. Μ. [βλ. τις εκδοθείσες από τον μηνυτή και προσκομισθείσες από τον ίδιο σχετικές αποδείξεις]. Την ίδια ημέρα πραγματοποίησε ανάληψη μετρητών ποσού 350.000 και 30.000 ευρώ από την τράπεζα Aspis Bank [όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα οικεία παραστατικά], συγκεντρώνοντας έτσι ποσό πλέον των 580.000 ευρω. Ακολούθως μέσω του φίλου τους Σ. Β. καθορίστηκε ο τόπος και ο χρόνος που θα συναντιόταν για να παραδώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό στον Κ. ήτοι η 29-10-2004 και ώρα 21.00 στο σπίτι του τελευταίου [... στην ...], όπου πράγματι μετέβη ο μηνυτής συνοδευόμενος από τη σύζυγο του Σ. Μ., έχοντας μαζί του το ποσό των 530. 000 ευρώ μέσα σε έναν σάκο. Στη παραπάνω οικία, τους υποδέχθηκαν φιλικά ο Β. και ο Κ. και αφού κάθησαν όλοι μαζί στο σαλόνι του σπιτιού, ο μηνυτής άνοιξε τον σάκο προκειμένου να μετρήσει το χρηματικό ποσό και ακολούθως να του χορηγήσει ο Κ. την σχετική απόδειξη παραλαβής των χρημάτων κατά την συμφωνία τους. Πριν προλάβει όμως να αρχίσει το μέτρημα των χρημάτων και ενώ αυτά βρισκόταν ακόμη στη κατοχή του ο κατηγορούμενος Κ. επενέβη αιφνιδιαστικά και με μια απότομη κίνηση τα αφαίρεσε από την κατοχή του μηνυτή και τα έδωσε στον Β., ακολούθως δε αμφότεροι άρχισαν να απωθούν βίαια τον μηνυτή και την σύζυγο του προς την εξώπορτα της οικίας, εκστομίζοντας εναντίον τους απειλές κατά της ζωής τους. Ο παθών και η σύζυγος του εμβρόντητοι από την απρόσμενη αυτή συμπεριφορά τους και ιδιαίτερα του φίλου τους Β. μη δυνάμενοι να αντιδράσουν, φοβούμενοι για τη σωματική τους ακεραιότητα και προκειμένου να μην υποστεί ψυχολογικό σοκ η σύζυγος του μηνυτή η οποία ήταν έγκυος, εξήλθαν της οικίας και τρομοκρατημένοι πήγαν στο αυτοκίνητο τους, που ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία, όπου παρέμειναν μέχρι να ηρεμήσουν. Στη συνέχεια, θέλοντας να ανακτήσουν την ψυχραιμία τους και να σκεφθούν νηφάλια, αποχώρησαν από το σημείο εκείνο και άρχισαν να περιφέρονται με το αυτοκίνητο τους στους δρόμους της .... Τις πρωινές ώρες της 30-10-2004 είδαν ένα αυτοκίνητο FIAT ΡΑΝΤΑ, στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης ο Κ., και το ακολούθησαν, ειδοποιώντας ταυτόχρονα, περί ώρα 03:43' την αστυνομία [βλ. την 1020/ 148ν1-α/27-8-05 βεβαίωση της Δ/νσης Άμεσης Δράσης Θεσσαλονίκης]. Όταν ο κατηγορούμενος Ι. Κ. αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθεί ο μηνυτής, σταμάτησε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε βγήκε απ' αυτό και πλησιάζοντας το αυτοκίνητο του μηνυτή πρότεινε εναντίον του ένα πιστόλι, που έφερε παράνομα και έδειξε απειλητική διάθεση για τη ζωή του μηνυτή και της συζύγου του αν απευθύνονταν στην αστυνομία. Ο εγκαλων, όπως ήταν φυσικό, φοβούμενος για τη ζωή του, αποχώρησε από το σημείο εκείνο, ταυτόχρονα δε το ίδιο έπραξε και ο κατηγορούμενος. Όταν τελικά ύστερα από λίγο κατέφθασε το περιπολικό από το Αστυνομικό Τμήμα Νέων Επιβατών, βρήκε μόνο τον παθόντα και τη σύζυγό του, στην οδό .... Μάλιστα ο κατηγορούμενος συνέχισε και αργότερα μετά τη λήξη του επεισοδίου- να απειλεί τη ζωή του μηνυτή και της συζύγου του, ώστε να τον αποτρέψουν να υποβάλει-πέραν της άνω προφορικής καταγγελίας και έγγραφη έγκληση, γεγονός που έπραξε στις 9-12-04, όταν του το συνέστησε ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Ε. Θ., στον οποίο αρχικά κατέφυγε. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά σαφώς προκύπτουν από τις αξιόπιστες καταθέσεις του μηνυτή και της συζύγου του οι οποίες όχι μόνον δεν αναιρούνται από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία αλλά ενισχύονται από τις καταθέσεις της Α. Κ. και Σ. Π. και ιδιαίτερα από τα υπό στοιχ. 2 έως 7 και 23 αναγνωσθέντα πιο πάνω έγγραφα σε συνδυασμό με το διατακτικό της με αριθμό 11212/20-6-2012 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο μηνυτής απηλλάγη των κατηγοριών της ψευδούς καταμήνυσης της ψευδορκίας μάρτυρα κα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι από τις 26-10-2004 έως 31-10-2004 βρισκόταν στο ... στον ... που όψιμα προβλήθηκε με το απολογητικό του υπόμνημα στον Ανακριτή χωρίς να επιβεβαιωθεί από κανένα στοιχείο έρχεται σε αντίθεση με την κατ' αντιπαράσταση εξέταση του με τον μηνυτή ενώπιον του Ανακριτή όπου ισχυρίσθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα διέμενε στο σπίτι του φίλου του Α. Ζ. στον ... Επίσης θα πρέπει να λεχθούν και τα εξής 1]ότι ο μαρτυράς υπερασπίσεως Δ. Κ. κατά την ακροαματική διαδικασία επέμεινε στην αρχική εκδοχή κατά θέτοντας ότι "Tις ημέρες εκείνες μέναμε στο ... στο ξενοδοχείο ... στο ... Ο κατηγορούμενος δεν έφυγε καθόλου από εκεί." 2]ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο μηνυτής σκηνοθέτησε την όλη ιστορία για να καλυφθεί έναντι της συζύγου του για την απώλεια μεγάλων χρηματικών ποσών σε τυχερά παίγνια στο καζίνο έρχεται σε αντίθεση με τα γεγονός της συμμετοχής της συζύγου στην υποτιθέμενη σκηνοθεσία και συνεπώς κρίνεται απορριπτέος και 3]ότι άλλοθι είχε προβάλει και ο ήδη αποβιώσας συμμέτοχος Β. περί απουσίας του στη Βουλγαρία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πλην όμως και αυτό είχε απορριφθεί πανηγυρικά όταν διαπιστώθηκε η πλαστότητα των σφραγίδων των βουλγαρικών αρχών στο διαβατήριο του. Με βάση τα αποδειχθέντα πιο πάνω περιστατικά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της ληστρικής κλοπής εφόσον κατά τα προαδιαληφθέντα, η αφαίρεση των χρημάτων από τη κατοχή του μηνυτή έλαβε χώραν χωρίς να προηγηθεί σε βάρος του σωματική βία ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, ενέργειες οι οποίες όπως προέκυψε επακολούθησαν για την διατήρηση των κλοπιμαίων [άρθρο 380 παρ.3ΠΚ]. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξεως αυτής". Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Από κοινού ενεργώντας με τον ήδη αποβιώσαντα Σ. Β., και μετά από συναπόφαση, αφού αφαίρεσαν από άλλον ξένα (ολικά) κινητά πράγματα, με σωματική βία εναντίον προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, που χρονικά εμπίπτουν στα όρια του αυτοφώρου, διατήρησαν τα κλοπιμαία και στη συνέχεια τα ιδιοποιήθηκαν χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα. Συγκεκριμένα περί ώρα εννέα με δέκα βραδινή της 29-10-04 ο Α. Τ. μετά της συζύγου του, Σ. Μ., επισκέφθηκαν την κατοικία του Ι. Κ., στην ..., όπου τους ανέμεναν οι δύο πιο πάν συναυτουργοί, προκειμένου να τους δώσει ο πολιτικώς ενάγων το χρηματικό ποσό των 530.000 ευρώ, το οποίο του ανήκε, για το οποίο είχαν προηγουμένως συμφωνήσει ότι θα τους δανείσει, αφού δε έφθασαν στην οικία του κατηγορουμένου και μόλις ο παθών επέδειξε την τσάντα με τα χρήματα και την ακούμπησε στο τραπέζι, και πριν εκφύγει της κατοχής του, ο κατηγορούμενος, αιφνιδιάζοντας τον, άρπαξε την τσάντα και την έδωσε αμέσως στον Σ. Β. ενώ στη συνέχεια άρχισε να εκστομίζει εναντίον τους απειλές λέγοντας στον παθόντα με απειλητικό και οργίλο ύφος "σήκω φύγε τώρα", αφήνοντας τον ίδιο και τη σύζυγο του πραγματικά εμβρόντητους και ανίκανους να αντιδράσουν, ενώ ταυτόχρονα και οι δύο, τους έβγαλαν δια της βίας σπρώχνοντας τους έξω από την οικία του κατηγορουμένου, παρά τις συνεχείς παρά κλήσεις τους, κάμπτοντας τις αντιδράσεις τους λόγω της υπέρτερης δύναμης και λόγω του γεγονότος ότι ο παθών περιήλθε σε τρόμο και ανησυχία για την ζωή και την υγεία του ιδίου και της συζύγου του, καθόσον ο κατηγορούμενος με εξόχως απειλητικό και οργίλο ύφος του και στη συνέχεια με την απειλή όπλου που παράνομα έφερε μαζί του προκάλεσε στον παθόντα την πεποίθηση ότι μπορεί να βλάψει την ζωή και την υγεία αυτού και της συζύγου του, οι οποίοι δεν είχαν την δυνατότητα να τύχουν άμεσης βοήθειας. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος κατακράτησε το χρηματικό ποσό των 530.000 ευρώ, ιδιοποιούμενος αυτό παρανόμως, καθόσον το χρησιμοποίησε για την κάλυψη των δικών του προσωπικών αναγκών, χωρίς νόμιμο δικαίωμα, ήτοι χωρίς τη συναίνεση και παρά την αντίθετη βούληση του παθόντος και χωρίς άλλη νόμιμη αιτία". Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ληστρικής κλοπής για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 380 παρ.3 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε, δεν παρατηρείται οιαδήποτε ασάφεια ή αντίφαση ούτε μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού ούτε μεταξύ του τελευταίου και του διατακτικού σε σχέση με την κατοχή των χρημάτων και με τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος ως ληστρικής κλοπής. Ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ο κατηγορούμενος: α) αφαίρεσε τα χρήματα ενώ αυτά βρίσκονταν ακόμη στην κατοχή του μηνυτή, εντός σάκου, β) χρησιμοποίησε βία στη συνέχεια, για τη διατήρηση των κλοπιμαίων, γ) είχε δόλια προαίρεση να διατηρήσει στην κατοχή του τα κλοπιμαία, με τη χρήση βίας και δ) είχε σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. (ως προς την τελευταία παραδοχή, βλ. διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης που συμπληρώνει το αιτιολογικό). Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι, το περιεχόμενο της έγκλησης, που αναφέρεται σε υπεξαίρεση και όχι σε ληστρική κλοπή, την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Α. Τ. και της συζύγου αυτού, Σ. Μ., προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική ως προς αυτόν ως παραπάνω κρίση του, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, Β', Γ', και Δ' από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πρέπει ν` απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος( άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 29-10-2012, (υπ` αριθ. εκθ. 25/2012), ενώπιον του Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση, ασκηθείσα αίτηση, του Ι. Κ. του Δ., για αναίρεση της με αριθμό 2081-2082/2012, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ