Αριθμός 1868/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ι. του Λ. και της Δ., 2) Ι. συζύγου Γ. Ι, θυγατέρας Κ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη-Ιάκωβο Παραδείση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2007 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 11-2-2010 παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106ΕΜ/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-11-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμαρίδης, ανέγνωσε την από 20-9-2021 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σοφίας Πολύζου-Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 19-11-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 117/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας την από 11-11-2007 αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 περ. α' Ν. 2664/1998 περί εθνικού κτηματολογίου, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η (συγ)κυριότητά τους σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί ενός ακινήτου εμβαδού 4.053 τ.μ., που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου Άνω Σύρου και να υποχρεωθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου να διορθώσει το κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ώστε αντί της ένδειξης "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφούν οι ίδιοι (συγ)κύριοι του ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ανωτέρω αίτηση, το αναιρεσείον άσκησε την από 11-2-2010 κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί το ίδιο ως κύριο του ως άνω επιδίκου ακινήτου, καθώς αυτό αποτελεί διαχρονικά έκταση δασικής μορφής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου με την 106 ΕΜ/2011 απόφασή του απέρριψε την αίτηση των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος. Επί της ασκηθείσας από τους αναιρεσίβλητους εφέσεως, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την προσβαλλόμενη ως άνω 117/2014 απόφαση, με την οποία δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκανε δεκτή την αίτηση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ ΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1229/2022, ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 645/2021, ΑΠ 26/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., βρίσκεται στο πρώην δημοτικό διαμέρισμα ... νήσου Σύρου, έχει έκταση σύμφωνα με το Κτηματολόγιο 4.043 τ.μ. και απεικονίζεται με τους αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... στο από Σεπτεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Τ., συνορευόμενο γύρωθεν, βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς 10-11-12-13-14 με ιδιοκτησία Α. και Μ. Φ., επί πλευρών διαγράμματος 12-45 και 41-42 με το υπ’ αριθμ. ... τμήμα της ίδιας άλλοτε μείζονος εκτάσεως, νότια επί πλευρών διαγράμματος 7-8-9-10 και 5-6-7 και 5-38 ομοίως ως άνω, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς διαγράμματος 42-43-44-45 και 38-41 ομοίως ως άνω και δυτικά επί πλευράς 14-15-16 με ιδιοκτησία Α. και Μ. Φ. και επί πλευράς 16-17-18 με ιδιοκτησία Κατίνας Ρούσου. Οι εκκαλούντες απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας δυνάμει της ... συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας ακινήτου, της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ευαγγελίας Σοφικίτου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου στον τόμο ... και υπ' αύξοντα αριθμό ... (σχετ. το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Μεταγραφοφύλακα Σύρου). Στην κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων Ι. Ξ. του Τ., είχε περιέλθει το ακίνητο από δωρεά από δωρεά από τον Σ. Ξ., δυνάμει του ... δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου, στον τόμο ... και υπ' αύξοντα αριθμό .... Το επίδικο είχε περιέλθει στον ανωτέρω δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Σ. Ξ. από κληρονομιά από τη γυναίκα του Α. Ξ., την οποία αποδέχθηκε δυνάμει της ... συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου Μάρκου Προβελέγγιου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύρου, στον τόμο ... και υπ' αύξοντα αριθμό .... Στη δικαιοπάροχο αυτή των εκκαλούντων Α. Ξ. είχε περιέλθει από τους Γ. Β. και Ε. συζ. Γ. Β., δυνάμει της ... συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας ακινήτου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Νικολάου Κουντούρη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και υπ' αύξοντα αριθμό .... Στους ανωτέρω πωλητές (Γ. Β. και Ε. συζ. Γ. Β.), το επίδικο είχε περιέλθει λόγω προικός, από τους Λ. και Ν. Ρ., δυνάμει του ... συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ανδρέα Βιολάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και υπ' αύξοντα αριθμό .... Πρόκειται για μη περιτοιχισμένη έκταση, όπου σε ποσοστό 20% καλύπτεται από χαμηλή αυτοφυή βλάστηση και ως εκ τούτου πρόκειται για το ως άνω ποσοστό της, για έκταση δασικής μορφής διαχρονικά. Κατά το υπόλοιπο ποσοστό διακρίνονται στοιχεία ανθρώπινης δραστηριότητας - καλλιέργειας (σχετ. η κατάθεση μάρτυρος κύριας παρέμβασης), ενώ με την με αρ. ... πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών του Ν. Κυκλάδων, η επίδικη έκταση χαρακτηρίστηκε έστω εν μέρει αγροτικής μορφής, επειδή σε αυτήν υπάρχουν ίχνη καλλιέργειας, στη δε σχετική από 21-12-09 έκθεση αυτοψίας της Δ/νσης Δασών Ν. Κυκλάδων τμήμα του επιδίκου αναφέρεται ως διαχρονικά αγροτικής μορφής και το 1945 σε έτερο τμήμα η δασική βλάστηση δεν είναι εμφανής. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι και στην αεροφωτογραφία λήψης του έτους 1945 η επίδικη έκταση αποτυπώνεται γειτονική με έκταση που βρίσκεται δυτικά αυτής, η οποία δεν είναι δάσος ούτε δασική έκταση, χωρίς μάλιστα να διαφοροποιείται οπτικά από την τελευταία. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από τα σχετικά έγγραφα που προεκτέθηκαν. Ανεξάρτητα, όμως, από το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης στους ανωτέρω τίτλους κτήσης δεν υπάρχουν αξιοσημείωτες αποκλίσεις ως προς τους κατονομαζόμενους όμορους ιδιοκτήτες και ως προς την τοποθεσία, όπου βρίσκεται το επίδικο. Ως εκ τούτου δεν καταλείπεται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, γεγονός που πιστοποιεί την αδιάβλητη ιστορική συνέχεια της εν λόγω ιδιοκτησίας, όπως αυτή περιγράφεται στους ως άνω τίτλους και εμπίπτει εξ ολοκλήρου στους τίτλους ιδιοκτησίας των εκκαλούντων, στους οποίους παρατηρούνται διαφορές στην αναγραφόμενη έκταση του επιδίκου. Όμως, οι παρατηρούμενες αποκλίσεις που υφίστανται αναφορικά με το αναφερόμενο σε κάθε τίτλο εμβαδόν δεν ανατρέπουν τις παραπάνω παραδοχές, καθώς οι αποκλίσεις αυτές αποδίδονται στην προφανή έλλειψη ακριβούς τοπογραφικής επιμέτρησης κατά το χρόνο σύνταξης των ανωτέρω συμβολαίων. Με βάση, λοιπόν, την παραπάνω ακολουθία τίτλων προκύπτει ότι οι εκκαλούντες έχουν νόμιμα καταστεί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, χωρίς ποτέ το ως άνω δικαίωμά τους (αλλά και των δικαιοπαρόχων τους) να αμφισβητηθεί από το εφεσίβλητο. Αντίθετα, το εκκαλούν δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο - Κράτος κατά την Ελληνική επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830). Περαιτέρω, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 ?περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834?, που έχει ισχύ νόμου και ορίζει ότι όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο, αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και, επομένως, ακόμη και επί των γαιών που βρίσκονται στην περιοχή των Κυκλάδων, δεν ανήκαν σε ιδιώτες, αλλά στο Οθωμανικό κράτος και είχαν καταληφθεί μετά την απελευθέρωση από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς, βέβαια, να τις καθιστά ανεπίδεκτες νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον..., ωστόσο αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής επί του επιδίκου ακινήτου. Και τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως λιβαδιού κατά την έννοια του ως άνω Β.Δ. κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του, δηλαδή κατά το έτος 1833 και ότι έχει καταληφθεί, ως ανήκον αρχικά στο Οθωμανικό κράτος, από το εναγόμενο κατά τον ανωτέρω χρόνο (ο χαρακτήρας της έκτασης ως χορτολιβαδικής, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6 β' Ν. 998/1979, ανάγεται μόνο μέχρι το έτος 1945, ενώ, περαιτέρω, η έννοια του χορτολίβαδου του άρθρου 3 παρ. 6 β'Ν. 998/1979 δεν είναι απόλυτο ότι ταυτίζεται με την έννοια του λιβαδιού του άρθρου 1 του Β.Δ. της 15-12-1833), λόγω μάλιστα της ιδιαιτερότητας του να βρίσκεται σήμερα μεταξύ ιδιωτικών εκτάσεων και να διακατέχεται από τις αρχές του 20 αιώνα έως σήμερα από ιδιώτες (βλ. για το ότι το βάρος απόδειξης της κυριότητάς του ακόμη και επί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων σε ακίνητα των νήσων του Αιγαίου φέρει το Δημόσιο, βλ. και άρθρο 62 Ν. 998/1979... Τέλος, ας σημειωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2, 3 του ΑΝ 1539/1938, σύμφωνα με τις οποίες η βοσκή επί λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ως πράξη νομής, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εφεσίβλητο, καθώς οι ανωτέρω διατάξεις, όπως προκύπτει και από τη σαφή διατύπωσή τους, προϋποθέτουν ακριβώς την ύπαρξη δημοσίου κτήματος (με σκοπό να προστατεύσουν την ήδη αποκτηθείσα κυριότητα του Δημοσίου, το οποίο έχει πλασματική νομή επ' αυτού), κάτι όμως που, όπως αναφέρθηκε, δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Για τον ίδιο λόγο δεν τυγχάνουν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογής και οι διατάξεις των ν. 8 πρ. και 1 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασιλ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, το οποίο εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ..., ισχύει δε και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει του Ν.Δ. Ξ Η/1912 και των συναφών περί δικαιοστασίου διαταγμάτων του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 Α.Ν. 1539/1938, κατά τις οποίες για την κτήση δημόσιου κτήματος με χρησικτησία απαιτείται τριακονταετή καλόπιστη νομή μέχρι τις 11-9-1915, αφού και αυτές προϋποθέτουν την ύπαρξη δημοσίου κτήματος. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας", σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι το ελληνικό δημόσιο ενεργούσε στο επίδικο πράξεις ελέγχου και φύλαξης κατά την περίοδο των ετών 1830-1915 ή έστω και μεταγενέστερα, προτού επιληφθεί η διεύθυνση δασών Κυκλάδων με την πεποίθηση των οργάνων του που προέβαιναν στις παραπάνω πράξεις ότι αυτές αφορούσαν κρατική και όχι ιδιωτική ή δημοτική έκταση, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι οι αρμοδιότητες ελέγχου και φύλαξης τόσο των αστυνομικών οργάνων όσο και των δασοφυλάκων δεν αφορούν μόνο τη δημόσια περιουσία αλλά και την ιδιωτική (ενόψει του δημοσίου συμφέροντος για τη διαφύλαξη και προστασία και των ιδιωτικών ακόμα δασών) και αφετέρου ότι το κυρίως παρεμβαίνον φέρει το βάρος απόδειξης της συνδρομής του στοιχείου της διάνοιας κυρίου στο γενικό έλεγχο που όφειλαν να ασκούν τα όργανά του στο επίδικο κατά την άνω χρονική περίοδο, είτε αυτό ήταν τότε καλλιεργήσιμη έκταση είτε ακόμα δάσος ή δασική έκταση (βλ. σχ. και γνμδ. ΟλΝΣΚ 49/2020 ΔΕΕ 2000, 853, κατά την οποία δεν υφίσταται γενικό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του ελληνικού δημοσίου επί των ακινήτων της ελληνικής επικράτειας, το οποίο (τεκμήριο) να υποχρεούται να ανατρέψει ο ιδιώτης που προβάλλει δικαιώματα - έτσι και Απ. Γεωργιάδης, "Η κυριότητα του δημοσίου επί των αδέσποτων ακινήτων στις νήσους των Κυκλάδων" (γνμδ) ΧρΙΔ 2005, σ. 858, υποσημ. 7). Η παραπάνω κρίση περί μη απόδειξης της νομής του κυρίως παρεμβαίνοντος στην επίδικη έκταση, δεν αναιρείται από όσα κατέθεσε η μάρτυρας που αυτό εξέτασε, η οποία δεν εξέθεσε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί η επί μακρόν διάνοια κυρίου αναφορικά με την έκταση αυτή στα πρόσωπα που ενεργούσαν εκεί για λογαριασμό του κυρίως παρεμβαίνοντος. Συνεπώς, ο κατά της αίτησης αντιταχθείς ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, περί ιδίας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία στην περιοχή ... Σύρου, ενώ ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του ΟΚΧΕ, ορίστηκε στην περιοχή αυτή η 9-12-2004. Οι εκκαλούντες όμως, παρέλειψαν κατά το στάδιο της κτηματογράφησης να προβούν σε δήλωση με περιγραφή της ως άνω ιδιοκτησίας τους, με αποτέλεσμα στα εν λόγω κτηματολογικά βιβλία και με αριθμό ΚΑΕΚ ... η παραπάνω ιδιοκτησία τους να φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Επομένως, εφόσον διαπιστώθηκε η συγκυριότητα των εκκαλούντων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί του επιδίκου και ότι κανένας τρίτος δεν έχει δηλώσει εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησής τους, η ένδικη αίτηση έπρεπε, απορριπτομένης της κύριας παρέμβασης ως ουσιαστικά αβάσιμης ως προς το δεύτερο αίτημά της, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το δεύτερο αίτημά της και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής ως προς αυτή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να αναγραφούν αυτοί (εκκαλούντες) ως συγκύριοι αυτού με αιτία κτήσης τον παράγωγο τρόπο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απέρριψε την αίτηση και έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση και αναγνώρισε το Ελληνικό Δημόσιο ότι είναι κύριο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου, ώστε στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ... αντί του εσφαλμένου "άγνωστος ιδιοκτήσης", να αναγραφεί το Ελληνικό Δημόσιο, έσφαλε κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της εφέσεως, η οποία έφεση πρέπει να γίνει δεκτή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την αίτηση και την κύρια παρέμβαση, απέρριψε την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την αίτηση των αναιρεσιβλήτων. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό ... έγγραφο του Διευθυντή Δασών Νομού Κυκλάδων. Επί πλέον ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αυτό το είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με τις από 20-2-2014 προτάσεις του προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι η επίδικη έκταση είναι δασική. Περαιτέρω, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα που αναφέρεται ανωτέρω, σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπ` όψη την κατάθεση του μάρτυρα του κυρίως παρεμβαίνοντος, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα. Από την γενική, όμως, αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραπάνω αιτιολογίες της απόφασης, που παραδεκτά επισκοπήθηκε, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο του Διευθυντή Δασών του Νομού Κυκλάδων. Συγκεκριμένα, στο έγγραφο αυτό, που απευθύνεται προς το Δικαστικό Γραφείο Σύρου και το οποίο προσκομίζεται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "Σχ.: 1) Το αρ. ... έγγραφό σας. 2) Η αρ. πρ. ... Δήλωση της Υπηρεσίας μας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. 3) Η αρ. πρ. ... Ένσταση της Υπηρεσίας μας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. 4) Η αρ. πρ. ... Πράξη χαρακτηρισμού από την Υπηρεσία μας. 5) Το αρ. πρ. ... έγγραφο πληροφοριακού τύπου από την Υπηρεσία μας. Σε συνέχεια των ανωτέρω σχετικών, σας ενημερώνουμε ότι: Για το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... η Υπηρεσία μας προβάλλει δικαιώματα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου στα πλαίσια σύνταξης Εθνικού Κτηματολογίου, διότι με τα σχετικά (2) και (3) δηλώθηκε ως διαχρονικά δασική έκταση (ΔΔ). Επί πλέον από την Υπηρεσία μας έχει εκδοθεί η σχετική (4) Πράξη χαρακτηρισμού σύμφωνα με την οποία τμήμα του παραπάνω γεωτεμαχίου χαρακτηρίζεται ως αγροτικής μορφής (εμβαδού Ε1=706,68 τμ.) και τμήμα εμβαδού Ε2=3.579,71 τ.μ. ως δασικής μορφής. Όσον αφορά το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... η Υπηρεσία μας προβάλλει δικαιώματα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου στα πλαίσια σύνταξης Εθνικού Κτηματολογίου, διότι με τα σχετικά (2) και (3) τμήμα αυτού με εμβαδόν Ε3=3210 τ.μ. δηλώθηκε ως διαχρονικά δασική έκταση (ΔΔ). Επί πλέον, έχει εκδοθεί το σχετικό (5) έγγραφο της Υπηρεσίας μας σύμφωνα με το οποίο έχει χαρακτηρισθεί η παραπάνω έκταση ως δασική...". Προκύπτει, δηλαδή, από το έγγραφο αυτό ότι η με αριθμό ... πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών του Ν. Κυκλάδων (Σχετ. 4 στο εν λόγω έγγραφο), η οποία αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με βάση την οποία το Εφετείο δέχεται στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, ότι αφορά την επίδικη έκταση και ότι αυτή χαρακτηρίστηκε ως εν μέρει αγροτικής μορφής, αφορά άλλο ακίνητο και συγκεκριμένα το με ΚΑΕΚ ... και όχι το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., για τμήμα του οποίου εμβαδού 3.210 τ.μ., δηλώθηκε από την ανωτέρω Διεύθυνση Δασών στα πλαίσια σύνταξης Εθνικού Κτηματολογίου, ότι αποτελεί διαχρονικά δασική έκταση. Παρά δε το γεγονός ότι το Εφετείο δεν δεσμεύεται από το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο εκτιμά ελεύθερα, ενόψει της σοβαρότητας του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, έπρεπε να το αντικρούσει ειδικά, και συνακόλουθα δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το έλαβε υπόψη. Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που το αναιρεσείον είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα (ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 26/2020, ΑΠ 46/2019, ΑΠ 363/2018). Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας της βασιμότητας των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση, και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 117/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ