Αριθμός 1757/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ως δικηγόρος. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία EXTRA KΟΜΟΥΝΙΚΕΣΙΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΤΖΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ETAIΡIA ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΕΧCΟΜ-ΑΕ που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Μ. Β., προέδρου του Δ.Σ. και διευθύνουσα της πρώτης εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας, κατοίκου Αθηνών και 3. Γ. Τ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε η πρώτη με την πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρία Κωστοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. η δεύτερη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και ο τρίτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6048/2003 του ίδιου Δικαστηρίου 8634/2005 του Εφετείου Αθηνών. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 479/2008 απόφαση που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 4636/2009 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 10-1- 2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή των συναφών πρώτου και τετάρτου λόγων αυτής και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξουσία του παραστάνος αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την .../16-12-2010 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών …, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως με κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη για την αρχική δικάσιμο της 16-1-2011, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με επισημείωση στο πινάκιο, που επείχε θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ). Αφού λοιπόν η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος: "Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του κράτους. Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύεται". Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, σύμφωνα με την αποστολή του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία όμως του τύπου δεν αποτελεί αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. ΑΚ). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου αναγόμενο στο παρόν ή το παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, εφόσον, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις ... γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις. Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία προστατεύουν το σύνταγμα και οι νόμοι, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώριση γεγονότων, καθώς και σχολίων, σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή, ο ειδικός χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται, και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνησή του. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που ήσαν αναγκαία σύμφωνα με το νόμο για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της και την ορθή εννοιολογική τοποθέτηση των παραδοχών της, δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα: "Την εκπομπή με τον τίτλο "χωρίς αναισθητικό" του τηλεοπτικού σταθμού "TV EXTRA" ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), της οποίας η δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) είναι Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος, παρουσίαζε την 5 Οκτωβρίου 2001 ο τρίτος εναγόμενος (ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος). Κατά την παρουσίαση της εκπομπής του ο τρίτος εναγόμενος συζητώντας με τους καλεσμένους του ανέφερε και τα εξής: 8,5 δισεκατομμύρια από τη "ΧΩΡΑ" σκέφτηκα μόλις το άκουσα εγώ στο γραφείο μου "Λέω, Παναγία μου, αγωγή 8,5 δις από τους έντιμους ανθρώπους, εγώ θα κληθώ να καλύψω το κενό που βρήκε ο κ. Γ. στο οικονομικό και να πληρώσω για να γίνει το κτηματολόγιο". Έρχεται λοιπόν ο Επίτροπος από την Ευρώπη ο Μ. και λέει σήμερα στη συνέντευξη τύπου. Πρώτον "θα πληρώσετε 50 δις πρόστιμο", επειδή λέει ότι αργεί η Ελληνική Δικαιοσύνη, δηλαδή όχι μόνο έχει δίκιο ο Γ. που το επιβεβαίωσε, αλλά έχει αργήσει κιόλας να πει ότι έχουν γίνει αυτές οι απάτες μέσα στο κτηματολόγιο. Αυτό είπε δηλαδή ο Μ., λέει ότι η Ελληνική Δικαιοσύνη καθυστερεί κιόλας. Ένα τρίτο του αρχικού, διπλάσιο "μπάτζετ" είπε ο Ευρωπαίος με το ένα τρίτο του αναμενόμενου έργου. Ξέρετε τι τους είπε δηλαδή, χιλιοκλέφτες του κερατά, ξεκινήσαμε με 10 δραχμές, τις πάτε 20 και έχετε έργο το ένα τρίτο του αναμενόμενου έργου που έχουμε σήμερα. Ο Μ. βγαίνει και λέει 50 δις πρόστιμο. Αυτό το 50 δις πρόστιμο είναι είδηση στην Ευρώπη, ότι κάποιοι κλεφταράδες φάγανε τα λεφτά της Ευρώπης και καλείται ο τακτικός προϋπολογισμός του συγκεκριμένου κράτους μέλους να επιστρέψει 146 εκατομμύρια ευρώ για το 1/3 του έργου και δώσετε τα διπλάσια από τον προβλεπόμενο προϋπολογισμό. Έρχεται η Ευρώπη και λέει αυτά τα οποία είπε, δηλαδή φάγατε, τα λεηλατήσατε, δώστε τα πίσω, δηλαδή 50 δις. Είναι 25 δις που φαγώθηκαν ... φανταστείτε δηλαδή τη λεηλασία, δηλαδή την προχειρότητα ...". Αφορμή για παρουσίαση της εκπομπής υπήρξαν οι εξελίξεις γύρω από το θέμα του Εθνικού Κτηματολογίου, έργου χρηματοδοτούμενου κατά μεγάλο ποσοστό από κοινοτικούς πόρους, του οποίου την εκτέλεση έχει αναλάβει η εταιρεία "Κτηματολόγιο Α.Ε.", που ιδρύθηκε για το σκοπό αυτό και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, οι δε μετοχές της ανήκουν αποκλειστικά στο δημόσιο. Η εν λόγω εταιρεία διοικείται από επταμελές συμβούλιο, μέλος του οποίου από την ίδρυσή της υπήρξε ο ενάγων, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, διαπρεπής νομικός και γνωστός σε όλο το νομικό κόσμο της χώρας για το συγγραφικό του έργο στο δίκαιο της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Ανάλογου επιστημονικού και κοινωνικού κύρους υπήρξαν και τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου (δύο καθηγητές ΑΕΙ και ΤΕΙ, τρεις τοπογράφοι μηχανικοί και ένας οικονομολόγος). Κατ' αυτών και ενόψει δημοσιευμάτων στον τύπο για κακοδιαχείριση και προχειρότητα στο έργο του Εθνικού Κτηματολογίου, μετά τη διαπίστωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που το χρηματοδοτούσε, ότι υπάρχει καθυστέρηση στην εκτέλεσή του και ότι έχει αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος του και την ανακοίνωση από την αρμόδια Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι προτίθεται να περικόψει μέρος της οικονομικής συμμετοχής, γεγονότα τα οποία έλαβαν πολιτικές διαστάσεις με αντιπαραθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Γ. Γ. άσκησε κατά το τέλος Σεπτεμβρίου 2001 ποινική δίωξη για απιστία στην υπηρεσία με ελάττωση δημόσιας περιουσίας ιδιαίτερα μεγάλης και ανώτερης των 73.000 ευρώ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου κατ' εξακολούθηση. Την 1η Οκτωβρίου 2001 επισκέφθηκε την Ελλάδα ο αρμόδιος επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Μ., η δε Υπηρεσία Ενημέρωσης και Tύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Αντιπροσωπεία της Ελλάδος έδωσε στη δημοσιότητα το από 5-10-2001 δελτίο τύπου, σύμφωνα με το οποίο ο παραπάνω Επίτροπος διαπίστωσε ότι μόνο το ένα τέταρτο της αρχικής προβλεπόμενης έκτασης βρίσκεται σε διαδικασία καταχώρισης στο κτηματολόγιο, ήτοι 8.440 τετραγ. χιλ/τρα έναντι των 35.000 τετραγ. χιλιομέτρων και ότι το κόστος έχει υπερδιπλασιαστεί, φθάνοντας στα 276 εκατομ. Ευρώ αντί των 130 εκατομμυρίων και περαιτέρω δήλωσε, (ο Μ.) ότι σημαντικό τμήμα των πιστώσεων που διατέθηκαν για το συγκεκριμένο έργο πρέπει να επιστραφεί στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η αρχική συμφωνία. Έτσι, σε σχέση με την επίμαχη εκπομπή, τα πραγματικά περιστατικά που μεταδόθηκαν απ' αυτή και αφορούν την επίσκεψη του Επιτρόπου Μ. στην Ελλάδα, καθώς και το από 5-10-2001 δελτίο τύπου είναι αληθή, αφού πράγματι αναφέρεται σ' αυτό (το δελτίο τύπου) ότι έγινε υπέρβαση του προϋπολογισμού για τα 8.440. τετραγ. χιλιόμετρα του κτηματολογίου κατά 50 δισεκατομμύρια δραχμές ή 146.000.000 ευρώ, ποσό που προκύπτει από την αφαίρεση των 130.000.000 ευρώ που αφορούν το αρχικό κόστος του έργου από τα 276.000.000 ευρώ, τα οποία απαιτήθηκαν και δαπανήθηκαν για το ίδιο έργο, δηλαδή της καταχώρισης των 8.440. τετραγ. χιλιομέτρων. Επίσης, γεγονός που προκύπτει από το ίδιο δελτίο τύπου είναι ότι την ως άνω διαφορά των 146.000.000 ευρώ καλείται να καλύψει ο προϋπολογισμός του Ελληνικού Κράτους, αφού ο Επίτροπος απέκλεισε τη χρησιμοποίηση κοινοτικών πόρων για την κάλυψη της διαφοράς και περαιτέρω αναφέρθηκε σε επιστροφή μέρους των πιστώσεων που διατέθηκαν για το συγκεκριμένο έργο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως πρόστιμο για τη μη τήρηση της αρχικής σύμβασης. Εξάλλου, η αναφορά στο όνομα ... του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, έχει σχέση με την ποινική δίωξη που αυτός άσκησε κατά τα παραπάνω κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", στο ίδιο δε γεγονός της ποινικής δίωξης αφορά και η φράση "απάτες μέσα στο κτηματολόγιο" και τέλος οι φράσεις "αγωγή 8,5 δισεκατομμύρια από τη ΧΩΡΑ" και "αγωγή 8,5 δις από τους έντιμους ανθρώπους" αναφέρονται στην άσκηση αγωγής από τον ενάγοντα και τα λοιπά μέλη της "Κτηματολόγιο Α.Ε." κατά της εφημερίδας του τρίτου εναγομένου "ΧΩΡΑ", με αίτημα την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως 8,5 δισεκατομμυρίων δραχμών λόγω της ηθικής τους βλάβης από δημοσιεύματα προσβλητικά για την προσωπικότητά τους, όμοιου περιεχομένου με τα θέματα της επίδικης εκπομπής. Οι ως άνω φράσεις είναι προφανές ότι φωτογραφίζουν και προσδιορίζουν τον ενάγοντα και τα λοιπά μέλη της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", που αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο αυτής και ήταν επιφορτισμένοι με τη διαχείριση των χρημάτων για την εκτέλεση του έργου, μεταξύ των οποίων και των πιστώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως και εφόσον τα γεγονότα που αποδίδονται με τις ως άνω φράσεις είναι αληθή, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί σε βάρος του τρίτου εναγομένου το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης του ενάγοντα. Εξάλλου, όσον αφορά τις εξυβριστικές φράσεις "χιλιοκλέφτες του κερατά", "κλεφταράδες που φάγανε τα λεφτά της Ευρώπης", αυτά δεν ειπώθηκαν με σκοπό που κατατείνει ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντα ως ατόμου και ως προσώπου με επαγγελματικό και επιστημονικό κύρος στον κύκλο των συναδέλφων του δικηγόρων, αλλά και με κοινωνική προσφορά στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ζει και εργάζεται, αλλά ειπώθηκαν στα πλαίσια του δημοσιογραφικού καθήκοντος του τρίτου εναγομένου για πληροφόρηση της κοινής γνώμης γύρω από τα θέματα του κτηματολογίου, με τα οποία είχαν ασχοληθεί όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στα πλαίσια αυτά είναι δικαιολογημένη και η οξεία κριτική, έστω και με τις ως άνω δυσμενείς εκφράσεις, αφού τόσο ο ενάγων όσο και τα λοιπά μέλη της "Κτηματολόγιο Α.Ε." ως πρόσωπα που ασκούσαν δημόσιο έργο ήσαν εκτεθειμένοι στον έλεγχο και την κριτική των πράξεών τους, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση το δημόσιο έργο του Κτηματολογίου, με το οποίο είχαν επιφορτισθεί, παρουσίασε προβλήματα στη διαχείριση των οικονομικών του με τις ως άνω σοβαρές συνέπειες και την επέμβαση του Εισαγγελέα. Και τούτο διότι το γεγονός ότι το Δ.Σ. της Α.Ε., στο οποίο μετείχε και ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) ως μέλος, είχε την αποφασιστική εξουσία στη διαχείριση των πιστώσεων για την εκτέλεση κατάρτισης κτηματολογίου στην Ελλάδα και το σημαντικότερο μερίδιο ευθύνης για την κακοδιαχείρισή του, έχει δε λιγότερη σημασία αν αυτή η κακοδιαχείριση ήταν προϊόν αμέλειας ή ιδιοτέλειας του Δ.Σ. Αναντίρρητο είναι όμως, ότι με την κακοδιαχείριση υπήρξαν εμπλεκόμενα πρόσωπα, τα οποία ωφελήθηκαν και αποκόμισαν παράνομα περιουσιακά οφέλη από τον προϋπολογισμό του έργου αυτού, ενσωματώνοντας στην περιουσία τους μη οφειλόμενα από νόμιμη αιτία ποσά από αυτά, τα οποία ανήλθαν στο υπερβολικά μεγάλο ποσόν των ... 146.000.000 ευρώ, με συνέπεια και το έργο να μη εκτελεσθεί και η χώρα να υποχρεωθεί να επιστρέψει εξ ιδίων μέρος των εκχωρηθέντων από την Ευρωπαϊκή Ένωση κονδυλίων. Κατά την άσκηση του καθήκοντος γενικής κριτικής από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό καθήκον προς ενημέρωση για την ηθική και οικονομική απαξία αυτής της πολύ σημαντικής και επιβλαβούς για την οργάνωση του κράτους κακοδιαχείρισης των εθνικών και κοινοτικών πόρων, οι εφεσίβλητοι έδωσαν το γενικό περίγραμμα της υποθέσεως, ως προς την ηθική και νομική απαξία της και, όπως είχαν καθήκον, δεν είχαν δε υποχρέωση (ούτε γνωστική δυνατότητα), να εξειδικεύσουν την ιδιαίτερη ευθύνη καθενός ευθυνομένου ή εμπλεκομένου, όπως τα μέλη του Δ.Σ. της Α.Ε., για το μερίδιο ευθύνης και τα ιδιαίτερα αξιολογικά στοιχεία της συμμετοχής του, από άποψη υπηρεσιακής, αστικής και ποινικής ευθύνης, που αποτελούσαν αντικείμενο έρευνας των αρμοδίων αρχών. Τα μέλη του ΔΣ της ως άνω ΑΕ ειδικότερα, ως εκ της προβεβλημένης θέσεώς τους, και της πολύ σημαντικής ευθύνης τους για την κακή διαχείριση των κοινοτικών και εθνικών πόρων, όφειλαν, αφενός μεν να είναι ανεκτικά στη θεμιτή, έστω και οξεία ως άνω κριτική, και αφετέρου να είναι απολογητικά για την τυχόν ανυπαρξία ατομικής ευθύνης κάποιου από αυτά, γιατί η οξεία κριτική αυτό ακριβώς επιδίωκε, να αναδειχθούν και με το δημόσιο διάλογο οι υπεύθυνοι της κακοδιαχείρισης. Εάν δε, παρά την οξεία ως άνω κριτική, δεν έδειξαν κανένα ανάλογο ενδιαφέρον παροχής κάποιων διευκρινίσεων, δεν είναι βέβαιον, αν θα είχαν επιδείξει τούτο, σε περίπτωση που η κριτική θα ήταν λιγότερο οξεία και ο σκοπός της δημοσιογραφικής ενημέρωσης των εφεσιβλήτων, θα είχε με μεγαλύτερες δυνατότητες αποτύχει. Συνεπώς, η χρήση ηπιότερων εκφράσεων δεν εξυπηρετούσε την τηλεοπτική ενημέρωση του κοινού της χώρας και, γι' αυτό, δεν έπρεπε από τις περιστάσεις να προτιμηθεί από τον τρίτο εφεσίβλητο. Τέλος, οι αξιολογικές κρίσεις για την κακοδιαχείριση δεν ήσαν προσωποποιημένες σε κάποιο μέλος του Δ.Σ. ή μετέχοντα στην κακοδιαχείριση, ούτε υπήρχε έμμεσος σχετικός υπαινιγμός, ώστε να αντιστραφεί η σημασία και ο σκοπός του δημοσιογραφικού σχολιασμού". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Eφετείο δέχθηκε ότι ορθά με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της ενστάσεως των αναιρεσίβλητων περί υπάρξεως δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για τη δημοσίευση αληθινών γεγονότων και της απορρίψεως του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε εκ πλαγίου, και ειδικότερα με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι ασαφές αν πληρούν το πραγματικό της απλής (ή και της συκοφαντικής) δυσφημήσεως, αλλά και του ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη (ή η αποδοχή) της αγωγής. Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι φράσεις και χαρακτηρισμοί "χιλιοκλέφτες του κερατά, που φάγατε τα λεφτά της Ευρώπης" συνιστούν δικαιολογημένη οξεία κριτική, χωρίς όμως παράλληλα να δέχεται με την αναγκαία σαφήνεια ότι οι χαρακτηρισμοί αυτοί συνδέονται με συγκεκριμένες παράνομες πράξεις του αναιρεσείοντος, ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας "Κτηματολόγιο Α.Ε.", τις οποίες, χωρίς βεβαίως να εξαιρεί τον αναιρεσείοντα, αποδίδει γενικώς σε μη κατονομαζόμενα πρόσωπα με την παραδοχή "... Αναντίρρητο είναι όμως, ότι με την κακοδιαχείριση υπήρξαν εμπλεκόμενα πρόσωπα, τα οποία ωφελήθηκαν και αποκόμισαν παράνομα περιουσιακά οφέλη από τον προϋπολογισμό του έργου αυτού, ενσωματώνοντας στην περιουσία τους μη οφειλόμενα από νόμιμη αιτία ποσά από αυτά, ..." κατέστησε τον αναιρετικό έλεγχο ανέφικτο. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω χαρακτηρισμοί, αποκλειστικά μειωτικοί από τη φύση τους, κατ' αντικειμενική κρίση, της τιμής και της υπολήψεως του αναιρεσείοντος, με δεδομένη την παραδοχή της προσβαλλομένης ως προς το επιστημονικό και κοινωνικό κύρος του, λόγω της ιδιότητάς του "ως διαπρεπούς νομικού, γνωστού σε όλο το νομικό κόσμο της χώρας για το συγγραφικό του έργο", δεν αποτελούσαν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά εκδηλώσεις για τη θεμελίωση και διαφύλαξη του δικαιώματος του τρίτου αναιρεσίβλητου δημοσιογράφου, στο να ασκήσει θεμιτή κριτική σε βάρος του αναιρεσείοντος. Πράγματι, οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν συνδέονται σαφώς, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με περιστατικά θεμελιωτικά ιδιοποιήσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος της περιουσίας της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", ενώ, εξάλλου, σαφώς υπερέβαιναν, κατ' αντικειμενική ομοίως κρίση, το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο μεταδόσεως του τηλεοπτικού σχολίου του τρίτου αναιρεσίβλητου, εκτός από την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κανένα άλλο στοιχείο δεν υπήρχε σε βάρος του αναιρεσείοντος περί διαπράξεως των αποδιδόμενων σ' αυτόν σοβαρών ποινικών αδικημάτων της κλοπής και της απάτης. Εξάλλου, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης είναι ελλιπής αναφορικά και με τα όσα εξέθεσε ο τρίτος αναιρεσίβλητος στο τηλεοπτικό του σχόλιο ως λεχθέντα από το επίτροπο Μ., σχετικά α) με τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της "Κτηματολόγιο Α.Ε." και β) με την καθυστέρηση της Ελληνικής Δικαιοσύνης να ασκήσει ποινική δίωξη για τη διάπραξη απατών "μέσα στο κτηματολόγιο", δεδομένου ότι δεν αναφέρει αν τα περιστατικά αυτά ήσαν ψευδή ή όχι και σε καταφατική περίπτωση, αν τελούσαν οι αναιρεσίβλητοι εν γνώσει της αναληθείας τους και παρόλα αυτά τα συμπεριέλαβε ο τρίτος στο τηλεοπτικό του σχόλιο, ως λεχθέντα από τον επίτροπο Μ.. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση. (βλ. αντιθέτως, Μπέη "Πολιτική Δικονομία", τ. III, υπό το άρθρο 580, σελ. 2397 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4636/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 479/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 8634/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4636/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ