Αριθμός 803/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η. Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2266/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1144/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 29-4-2021 (αριθμ. καταθ. ../2021), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 1144/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1του ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 27-8-2018 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος C. L. B. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του(αμέλεια), τον τραυματισμό της, ως οδηγού της με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε δε, ως αποζημίωση(θετική ζημία), χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 2266/2019 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία οδηγός C. L. B. [καταργήθηκε η δίκη ως προς αυτόν, μετά από νομότυπη παραίτηση] αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και η ενάγουσα συνυπαίτια, ως προς την έκταση του τραυματισμoύ της, κατά ποσοστό 25% λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.725 ευρώ. Κατά της απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 11-10-2019 έφεση με την οποία, επικαλούμενη κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής της. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 του ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα(ΑΠ 12/2020). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 60/2022, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 1141/2021). Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 1141/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ (ΑΠ 12/2020). Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), επιβάλλεται στους οδηγούς και στους επιβάτες μοτοποδηλάτων να φορούν προστατευτικό κράνος. Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από τέτοιο πρόσωπο σε περίπτωση συγκρούσεως μοτοποδηλάτων και αυτοκινήτων, θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτού, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 300 του ΑΚ, εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές. Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει και με τη χρήση προστατευτικού κράνους, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο, που παρέλειψε να το φορέσει (ΑΠ 1039/2021, ΑΠ 448/2018, ΑΠ 560/2014, ΑΠ 632/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ο λ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 2/2022). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 703/2022). Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 164/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος και ειδικότερα ως προς το θέμα της συνυπαιτιότητας της ενάγουσας-οδηγού της μοτοσικλέτας στην έκταση του ένδικου τραυματισμού της, τα εξής: "... η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου όπου διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και υποβλήθηκε σε επείγουσα CT-SCAN εγκεφάλου, που ανέδειξε μικρό επισκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά, μετωπιαίο κάταγμα κροταφικά δεξιά και μετωπιαία αριστερά και κατάγματα σπλαχνικού κρανίου. Επίσης διαπιστώθηκε μεγάλο θλαστικό τραύμα στον αριστερό αγκώνα με έλλειμμα δέρματος μυών και κάκωση αριστερού ωλένιου νεύρου. Επαναληπτική ακτινογραφία εγκεφάλου ανέδειξε μερική απορρόφηση του επισκληριδίου αιματώματος (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 4743/30.6.2017 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Γ.Ν. Ρόδου "Α. Π.", την οποία υπογράφει ο νευροχειρουργός Δ. Μ. και έχει συνταχθεί μία εβδομάδα μετά το ατύχημα). Λαμβάνοντας εξιτήριο από το Γ.Ν. Ρόδου στις 2.7.2017, εισήχθη στην Κλινική Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής του Νοσοκομείου "ΚΑΤ". Κατά την εισαγωγή της εμφάνιζε εγκαύματα εκ τριβής σε διάφορες περιοχές του προσώπου, συρραφέν θλαστικό τραύμα μετωπιαίας χώρας αριστερά και συντριπτικό κάταγμα του αριστερού οφθαλμικού κόγχου, ήτοι βλάβες συμβατές με αυτές που διαπιστώθηκαν κατά την νοσηλεία της στο Γ.Ν. Ρόδου. Χειρουργήθηκε υπό γενική αναισθησία στις 05-07-2017 όπου έγινε αποκατάσταση του εδάφους του οφθαλμικού κόγχου με βιοαποδομούμενα υλικά. Η ενάγουσα παρουσίαζε κατά την εισαγωγή της στο ΚΑΤ πάρεση ωλενίου νεύρου αριστερού άνω άκρου και δερματικό έλλειμμα στην περιοχή του αριστερού αγκώνα και διακομίσθηκε περαιτέρω στις 10-07-2017 στην Κλινική της Πλαστικής Χειρουργικής (βλ. την υπ' αριθ. Πρωτ../11-09-2017 ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου "ΚΑΤ" την οποία υπογράφει ο Διευθυντής του Γναθοχειρουργικού Τμήματος Γ. Ρ.). Η νοσηλεία της στην Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής διήρκεσε από τις 10-07-2017 έως 17-07-2017 και κατά την εισαγωγή της παρουσίαζε μετατραυματικό έλλειμμα μαλακών μορίων κατά την οπίσθια επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του αριστερού βραχίονος, καθώς και εγκαύματα εκ τριβής κατά την πρόσθια επιφάνεια του θώρακος. Μετά από χειρουργικούς καθαρισμούς του τραύματος του βραχίονος, η ενάγουσα υποβλήθηκε υπό τοπική αναισθησία σε κάλυψη του ελλείμματος με δερματικό αυτομόσχευμα μερικού πάχους ληφθέν από τον σύστοιχο μηρό. Η πρόσληψη του μοσχεύματος ήταν ικανοποιητική και η ενάγουσα εξήλθε της κλινικής με οδηγίες περιποιήσεως του τραύματος και επανεξέτασης. Εξετασθείσα δε το Νοέμβριο του 2017 εμφάνιζε ικανοποιητική εικόνα του τραύματος το οποίο όμως παρουσίαζε δυσμορφία-εισολκή η οποία απαιτεί χειρουργική αποκατάσταση στο άμεσο ή απώτερο μέλλον, ενώ διαπιστώθηκε και υπερτροφική ουλή κατά την δεξιά υπομάστιο χώρα, δυνάμενη να βελτιωθεί χειρουργικά (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 2961/14.11.2017 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου "ΚΑΤ", την οποία υπογράφει ο Διευθυντής Α. Κ., ιατρός της πλαστικής χειρουργικής-εγκαυμάτων). Στις 14.11.2017 η ενάγουσα προσήλθε στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" για κλινική εξέταση και εκτίμηση. Κατά την κλινική εξέταση παρουσίαζε έλλειμμα μαλακών μορίων στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονα διαμέτρου έξι (6) εκατοστών περίπου. Η λειτουργία του αγκώνος ήταν ικανοποιητική, ενώ παρουσίαζε μερική ανανεύρωση των μυών νευρουμένων από το ωλένιο νεύρο και σημαντική μείωση αισθητικότητας του ωλένιου ημίσεως του 4ου δακτύλου και ολόκληρου του 5ου δακτύλου στο αριστερό χέρι. Συστήθηκε χειρουργική αποκατάσταση του ιστικού ελλείμματος στην οπίσθια επιφάνεια του βραχίονος ενώ η λειτουργικότητα του ωλενίου νεύρου θα παρακολουθείτο, καθώς αναμενόταν περαιτέρω βελτίωση (βλ. την από 14.11.2017 ιατρική γνωμάτευση της πλαστικής χειρουργού Α. Β., η οποία στη σχετική γνωμάτευση υπολογίζει και κόστος χειρουργικής αποκατάστασης 2.000 ευρώ για νοσηλεία, 1.500 ευρώ αμοιβή χειρουργού, 450 ευρώ αμοιβή αναισθησιολόγου και 400 ευρώ αμοιβή βοηθού, ενώ σημείωνε ότι ο βαθμός μόνιμης αναπηρίας της ενάγουσας δεν ήταν ακόμη δυνατό να καθαρισθεί με ακρίβεια). Στις 29.11.2017 η ενάγουσα εισήχθη στην Β' Χειρουργική Κλινική του Γ.Ν. Ρόδου για παρακολούθηση ζωτικών σημείων και σταθεροποίηση, περαιτέρω υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό του τραύματος στον αριστερό αγκώνα, τέθηκαν συμπλησιαστικές ραφές καθώς και οπίσθιος γύψινος επίδεσμος (βλ. την υπ' αριθ. …/29.1 1.2017 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Γ.Ν. Ρόδου την οποία υπογράφει ο ιατρός-ορθοπεδικός Δ. Ν.). Η ενάγουσα εισήχθη στην Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής του Νοσοκομείου "ΚΑΤ" από 02-03-2018 έως 06-03-2018 φέρουσα μετατραυματική δύσμορφη ουλή κατόπιν κάλυψης με δερματικό αυτομόσχευμα ελλείμματος κατά την οπίσθια επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του αριστερού βραχίονος καθώς και υπερτροφική ουλή κατά την δεξιά υπομάστια πτυχή επί εδάφους εγκαύματος εκ τριβής κατά την πρόσθια επιφάνεια του θώρακος. Υποβλήθηκε υπό τοπική αναισθησία σε βελτίωση των ανωτέρω ουλών σε δύο χειρουργικούς χρόνους και εξήλθε με οδηγίες για τοπική περιποίηση των χειρουργικών τραυμάτων και επανεξέταση (βλ. την υπ' αριθμ. 1027/6-3-2018 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου "ΚΑΤ" την οποία υπογράφει ο Διευθυντής Α. Κ., ιατρός της πλαστικής χειρουργικής-εγκαυμάτων). Στις 03-07-2018 η ενάγουσα εισήχθη για κλινικό έλεγχο στο Γ.Ν. Ρόδου όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει αδυναμία του αριστερού άκρου, απώλεια των λεπτών κινήσεων του χεριού και απώλεια αισθητικότητας των δύο τελευταίων δαχτύλων του αριστερού χεριού και ότι θα χρειαστεί μεγάλο αριθμό φυσιοθεραπειών και πιθανώς χειρουργικών επεμβάσεων (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. ../03-07-2018 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Γ.Ν. Ρόδου την οποία υπογράφει ο ιατρός-ορθοπεδικός Δ. Ν.). Περαιτέρω, εξετάσθηκε στις 12-06-2018 στο ιατρείο ρινίτιδας της Α' Πανεπιστημιακής ΩΡΑ Κλινικής του Γ.Ν.Α. "Ιπποκράτειο", όπου διαπιστώθηκε ότι κατά την υποκειμενική δοκιμασία αναγνώρισης οσμών δεν αναγνώρισε ουδεμία από τις δώδεκα (12) οσμές, εύρημα συμβατό με ανοσμία, ο δε απεικονιστικός έλεγχός της ήταν δυσχερής λόγω των υλικών αποκατάστασης από τις γναθοχειρουργικές επεμβάσεις (βλ. την από 13-07-2018 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου "Ιπποκράτειο" την οποία υπογράφει ο Καθηγητής ΩΡΑ Ι. Σ.). Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας ως προς την επέλευση της ζημίας της λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, αφού ουδέν σχετικό αναφέρει κατά την προανακριτική του κατάθεση ο οδηγός του ΙΧΕ, ενώ η ενάγουσα, η οποία εξ αρχής στην προανακριτική της κατάθεση αναφέρει ότι φορούσε κράνος, προσκομίζει και φωτογραφίες που απεικονίζουν το φθαρμένο από τη σύγκρουση κράνος της, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητα των φωτογραφιών. Η δε περί του αντιθέτου αναφορά στην υπ' αριθ. 4799/03-07-2017 βεβαίωση του Γ.Ν. Ρόδου περί "τροχαίου με δίκυκλο χωρίς κράνος" δεν αρκεί για να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα δεν φορούσε κράνος, αφού δεν εξειδικεύεται από πού προέκυψε αυτό το γεγονός. Επομένως έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο εν μέρει την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος κατά 25% της ενάγουσας λόγω μη χρήσης κράνους (και κατ' ακολουθία αφαιρώντας την αναλογία αυτή από τα αποζημιωτικά κονδύλια και συνυπολογίζοντας αυτήν κατά την επιδίκαση πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) και ο σχετικά υποστηρίζων πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ...''. Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας, φορούσε προστατευτικό κράνος και με βάση αυτές τις παραδοχές, δέχτηκε, το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο υποστήριξε, ότι δεν συνετέλεσε, από δικό της πταίσμα, στην έκταση του πιο πάνω τραυματισμού της, καθόσον φορούσε κράνος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κήρυξε αυτήν ανυπαίτια του τραυματισμού της. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης και μάλιστα της απαιτούμενης αιτιολογίας, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ και του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου στην έκταση του πιο πάνω τραυματισμού της, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στο κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης συνυπαιτιότητας της οδηγού της μοτοσυκλέτας. Η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κρισιολόγησε το ότι η αναιρεσίβλητη που, κατά τις παραδοχές, φορούσε προστατευτικό κράνος, υπέστη παρεμφερείς κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και, άρα, από το γεγονός αυτό έπεται ότι και αυτή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, είναι απαράδεκτη διότι ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, ως προς την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος της οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας-αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του τραυματισμού της το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ` αυτήν στοιχεία που η αναιρεσείουσα παραθέτει και θεωρεί ότι είναι απαραίτητα. Ως εκ τούτου, ο παρών πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις άνω διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτ. α' του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα που καθαρίζει περιοριστικώς τα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/1987), προκύπτει ότι ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν είναι γενικώς επιτρεπτό, είτε δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση εκτός αν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι θα κατέληγε στο ίδιο πόρισμα και χωρίς τη λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου(Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1454/2017, ΑΠ 209/2010). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 339, 432 και 444 παρ.1 αριθ. 3, 449 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι νόμιμα αποδεικτικά μέσα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμ. 11 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως είναι και οι εξομοιούμενες με ιδιωτικά έγγραφα φωτογραφίες στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών εικόνων με μηχανικά μέσα, από τις οποίες μπορούν να συναχθούν περαιτέρω δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 155/2004). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης όπως το περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη οδηγός έφερε, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, προστατευτικό κράνος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο και ειδικότερα τις προσκομισθείσες από αυτή, με επίκληση, φωτογραφίες, παρά τη ρητή αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους από την αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες φωτογραφίες δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να θεμελιώνεται αναιρετική πλημμέλεια αλλά ιδιωτικά έγγραφα και αν ακόμα δεν είχαν δοθεί νομότυπα ή δεν ήταν επιτρεπτή η χρήση τους, αλλά και αβάσιμος, διότι, το Εφετείο έκρινε σύννομη την προσαγωγή των φωτογραφιών αυτών διαλαμβάνοντας ρητώς ότι δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, πέραν του ότι δεν προσκομίζονται οι προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. (ΑΠ 1424/2022, ΑΠ 1488/2022). Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. (ΑΠ 485/2021). Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. (ΑΠ 1424/2022, ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 485/2021). Έτσι, ορθή κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 2/2020). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 398/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 255/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, ως προς τα κεφάλαια της χρηματικής παροχής κατ` άρθρ. 931 του ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη η εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη λόγω του τραυματισμού της, κατ` άρθρ. 932 του ίδιου Κώδικα, δέχθηκε τα εξής: " ... η ενάγουσα ήταν 25 ετών την ημέρα του ατυχήματος, άγαμη και υγιής και ασχολούνταν δραστήρια με τις κοινωνικές και επαγγελματικές της δραστηριότητες. Λόγω του τραυματισμού της πλέον μειονεκτεί τόσο επαγγελματικά όσο και κοινωνικά έναντι των υγιών συνομηλίκων της, αφού υφίσταται διαρκώς, χωρίς να υπάρχει ένδειξη ότι πρόκειται να αποκατασταθεί πλήρως στο μέλλον η υγεία της, αδυναμία του αριστερού άκρου και απώλεια αισθαντικότητας στο τέταρτο και πέμπτο δάχτυλο του αριστερού χεριού, που πλήττουν την ικανότητά της για χειρωνακτική εργασία, ανοσμία που πλήττει την δυνατότητά της να αντιλαμβάνεται τις επικίνδυνες τροφές, αέρια και άλλες ουσίες του περιβάλλοντος και έχει παραμορφώσεις με δύσμορφες ουλές στην οπίσθια επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του αριστερού βραχίονα και υπερτροφική ουλή στην δεξιά υπομάστιο χώρα, που πλήττουν την εξωτερική της εμφάνιση. Το γεγονός αυτό, έχει ως αποτέλεσμα να πρέπει να της επιδικασθεί ως αποζημίωση εξαιτίας της αναπηρίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το εύλογο χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του καθόρισε την πρόσθετη αποζημίωση στο ποσό των 13.000 ευρώ, συνεκτιμώντας εσφαλμένα όπως προαναφέρθηκε και ποσοστό 25% ως συντρέχον πταίσμα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, γι' αυτό ο πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το επιδικασθέν ποσό έπρεπε να είναι μεγαλύτερο, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος εν μέρει ... Περαιτέρω, η ενάγουσα δοκίμασε από τον τραυματισμό της στενοχώρια, πόνο και ταλαιπωρία, καθώς σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτενώς αναφερθέντα, κατέστη πολυτραυματίας με κατάγματα στο κρανίο και θλαστικό τραύμα στο αριστερό χέρι, υποβλήθηκε σε πολλές χειρουργικές επεμβάσεις προς αποκατάσταση τόσο των καταγμάτων όσο και του δερματικού ελλείμματος στο χέρι, ενώ παρουσιάζει ακόμη και τώρα μείωση αισθητικότητας στο χέρι, και μερική απονεύρωση μυών, ανοσμία και έχει επιβαρυνθεί σημαντικά και η ψυχολογική της κατάσταση και επομένως υπέστη ηθική βλάβη. Για την αποκατάστασή της δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 35.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, κατόπιν σταθμίσεως των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματός της ως προς την επίταση της ζημίας της, της ηλικίας της ενάγουσας (25 ετών κατά την ημέρα του ατυχήματος), του μεγέθους, του είδους και των συνεπειών του τραυματισμού της, της διάρκειας της νοσηλείας της και της ανικανότητάς της για αυτοεξυπηρέτηση και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασής της (η ευθύνη της εναγόμενης είναι εγγυητική) και δεν υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 15.000 ευρώ, συνεκτιμώντας εσφαλμένα όπως προαναφέρθηκε και ποσοστό 25% ως συντρέχον πταίσμα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, γι' αυτό ο τέταρτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το επιδικασθέν ποσό έπρεπε να είναι μεγαλύτερο, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος εν μέρει ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε απορριπτέα, την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου στην έκταση του τραυματισμού της (άρθρο 300 ΑΚ), με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 11-10-019 έφεση της ενάγουσας - αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2266/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς το ύψος των εύλογων χρηματικών ποσών της πρόσθετης χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (15.000 ευρώ και 13.000 ευρώ, αντίστοιχα), κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη, από 27-8-2018 αγωγή, ως προς τη δεύτερη εναγομένη (ασφαλιστική εταιρία), την οποία και δέχθηκε κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, για τις προαναφερόμενες αιτίες τα (μεγαλύτερα) ποσά των 35.000 ευρώ και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 και 931 του ΑΚ, και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και εύλογη χρηματική παροχή από τον τραυματισμό της, τα ανωτέρω ποσά, τα οποία όμως είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας αναιρεσιβλήτου λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό των 35.000 ευρώ και τη χρηματική παροχή αυτής κατ' άρθρο 931 ΑΚ στο ποσό των 30.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (άρθρ. 932 του ΑΚ) και χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του ΑΚ. Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού απορρίπτονται ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 29-4-2021 (αριθμ. καταθ. …/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 1144/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ