Αριθμός 1115/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο κατάστημά του, την 07η Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Στάικου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ... που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Κατσουλάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1017/2011 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5868/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 14.11.2015 και με αριθμό κατάθεσης 5/15.01.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5868/29.09.2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως οιονεί καθολικής διάδοχου αυτής, λόγω συγχωνεύσεώς της δια εξαγοράς (άρθρο 79 κ.ν. 2190/1920) από την τελευταία. Ειδικότερα, η συγχώνευση συντελέστηκε με την υπ'αριθ. 15677/05.11.2014 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη, ακολούθησε δε η έγκρισή της από το Υπουργείο Ανάπτυξης με την υπ'αριθ. 61164/20.11.2014 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή). Η εγκριτική απόφαση καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.Μ.Η.) με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης 273913 και στάλθηκε για δημοσίευση στο ΦΕΚ (υπ'αριθ. 12584/21.11.2014 τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ & ΓΕΜΗ). Η εν λόγω έφεση εστρέφετο κατά της, εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, με αριθμό 1017/2011 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης, και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και αφού εξαφανίστηκε αυτή, η οποία είχε δεχτεί εξολοκλήρου την από 18.10.2010 με αριθμό κατάθεσης 1588/2010 αγωγή του ενάγοντος κατ' αυτής, περί καταψήφισης διαφοράς αποζημίωσης που έλαβε από την εναγομένη τράπεζα λόγω αποχώρησής του από την υπηρεσία, διότι κατά τον υπολογισμό της δεν συνυπολογίστηκαν στις τακτικές αποδοχές του τα έξοδα παράστασης και κίνησης, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή για μικρότερο ποσό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία κατά νομική δέσμευση που απορρέει από το νόμο ή τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1449/2019). Ο εργοδότης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής σχέσης, μπορεί να προβαίνει και σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό. Οι εν λόγω οικειοθελείς παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στο μισθωτό εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, δεν έχουν χαρακτήρα μισθού. Έτσι δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις εν λόγω παροχές με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους (ΑΠ 1449/2019). Εφόσον, όμως, οι εν λόγω παροχές χορηγούνται από τον εργοδότη για ικανό διάστημα ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, τότε καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί καταβολής των παροχών αυτών ως τμήματος του καταβλητέου μισθού, οπότε ιδρύεται υποχρέωση του εργοδότη προς χορήγηση των παροχών αυτών, συνιστούν τακτικές αποδοχές και η καταβολή τους δεν μπορεί πλέον να διακοπεί, εκτός αν αυτός εξ αρχής επιφύλαξε ρητά για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησής τους στο μέλλον και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών, ούτε διατυπώθηκε για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου (ΑΠ 962/2018, ΑΠ 52/2017, ΑΠ 1237/2017, ΑΠ 266/2014, ΑΠ 638/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 01-01-2013, το 67ο έτος, το οποίο έκτοτε καθορίστηκε ως γενικό όριο ηλικίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ 4 περ. 2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου αυτού βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 962/2018). Περαιτέρω ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος είναι ταυτόσημος με το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 11-8-1976 ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), προσλήφθηκε από την εναγομένη τράπεζα και ήδη εκκαλούσα [με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", η οποία συγχωνεύθηκε δι' εξαγοράς (άρθρο 79 κ.ν. 2190/1920) με την ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία], με σύμβαση εξαρτημένης αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος του Λογιστικού Κλάδου και εργάσθηκε σε αυτήν έως την 4-5-2010, οπότε αποχώρησε λόγω παραιτήσεως, κατέχοντας το βαθμό του Υποδιευθυντή Β'. Από τον Οκτώβριο του 2001 υπηρέτησε ως Υποδιευθυντής Διοίκησης στη Διεύθυνση Τραπεζικής Ιδιωτών, τον Δεκέμβριο του 2004 αποσπάσθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα της τράπεζας, εκτελώντας χρέη Διευθυντή, ενώ τον Μάρτιο του 2005 τοποθετήθηκε Επικεφαλής Ιδιωτών, Επαγγελματιών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων, στον Κόμβο Κεντρικού. Τέλος, από το Νοέμβριο του 2008 μέχρι και την αποχώρηση του, υπηρέτησε ως Τραπεζικός Διαμεσολαβητής. Αποδείχθηκε ότι ο μισθός του ενάγοντος κατά τον τελευταίο προ της αποχωρήσεως του μηνός, ανερχόταν στο ποσό των 3.306,15 ευρώ, αναλυόμενος ως ακολούθως: Βασικός μισθός 1.252 ευρώ + επίδομα γάμου 125,20 ευρώ + επίδομα πολυετίας 833,83 ευρώ + επίδομα ευθύνης διατήρησης 534,61 ευρώ + επίδομα βαθμού 104,52 ευρώ + ποσοτικό επίδομα 2003- 2004 16,90 ευρώ + έξοδα παράστασης βαθμού 187,77 ευρώ + ποσοτικό επίδομα 2005-2006 32 ευρώ + επίδομα 1% 24,32 ευρώ + επίδομα ευθύνης 180 ευρώ + ποσοτικό επίδομα 2009-2010 15 ευρώ. Πέραν του ανωτέρω μισθού όμως, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, σταθερά και αδιάλειπτα, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα ετών, με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό του λογαριασμό κάθε μήνα, το ποσό των 234,78 ευρώ ως έξοδα παράστασης και το ποσό των 58,69 ευρώ ως έξοδα κίνησης. Οι ανωτέρω δύο παροχές που δόθηκαν αρχικά οικειοθελώς από την εναγομένη, χωρίς επιφύλαξη εκ μέρους της περί διακοπής της χορήγησής τους, αποτελούσαν αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας του ενάγοντος και κατέστησαν, με τη μακρόχρονη και συνεχή καταβολή τους, σιωπηρά, όρος της σύμβασης της εργασίας του. Ως εκ τούτου, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές του με βάση τις οποίες έπρεπε να υπολογίσει η εναγομένη την αποζημίωση που του κατέβαλε κατά την αποχώρησή του. Τα έξοδα περιποίησης πελατείας και κίνησης, χορηγήθηκαν με την υπ' αριθμ. 5/21-12-1995 εγκύκλιο της εναγομένης υπό τη μορφή επιδόματος και στους διευθυντές και υποδιευθυντές τομέων, στους υποδιευθυντές διοίκησης, περιφερειακών διευθύνσεων και καταστημάτων και στους προϊστάμενους της εναγομένης, με διαβάθμιση του μηνιαίως καταβαλλόμενου ποσού, ανάλογα με το βαθμό του κάθε δικαιούχου στελέχους, ενώ συμπεριλήφθησαν και στην Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του έτους 1999 που συνήφθη μεταξύ της διοίκησης της εναγομένης και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής. ... Η εκκαλούσα, ... ισχυρίζεται ότι ... τα έξοδα παράστασης και τα έξοδα κίνησης, δεν συμπεριλαμβάνονταν στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ... διότι καταβάλλονταν στον ενάγοντα, όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά προς εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της τράπεζας και συγκεκριμένα προκειμένου να καλύψει ο ενάγων τις απαραίτητες μετακινήσεις και κοινωνικές επαφές με προμηθευτές και συνεργάτες της τράπεζας ... Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης, ..., αποδεικνύονται αβάσιμοι, καθώς ο ενάγων λάμβανε τις πρόσθετες αυτές παροχές τακτικά και αδιαλείπτως κάθε μήνα, για εννέα τουλάχιστον έτη, ανεξαρτήτως του αν πράγματι υποβαλλόταν σε σχετικά έξοδα, χωρίς ποτέ να εξαρτηθεί η καταβολή τους από προσκόμιση από μέρους του ενάγοντος σχετικών παραστατικών και χωρίς η εναγομένη να επιφυλαχθεί με οποιονδήποτε τρόπο για τον τρόπο και το χρόνο καταβολής τους. Ως εκ τούτου συμπεριλαμβάνονταν στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος και έπρεπε να συνυπολογισθούν στη νόμιμη αποζημίωση του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι ο ενάγων δικαιούται για τη συμπλήρωση της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ποσό 4.434,23 ευρώ, αφού απέρριψε το σχετικό με το ανωτέρω ζήτημα λόγο έφεσης της εναγόμενης και εκεί εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, και συμπεριέλαβε (όπως πρωτοδίκως) στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος για τον υπολογισμό της άνω αποζημίωσης τα έξοδα παράστασης (έξοδα περιποίησης πελατείας) και τα έξοδα κίνησης, ενώ, περαιτέρω, δέχθηκε λόγο έφεσης αυτής (εναγόμενης) περί καταβολής έναντι της ανωτέρω αποζημίωσης μεγαλυτέρου του δεχθέντος και αφαιρεθέντος πρωτοδίκως ποσού και αφού δέχθηκε την έφεση αυτού και εξαφάνισε την πρωτόδικο απόφαση, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή κατά το ανωτέρω ποσό. Με την κρίση του αυτή το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού ορθώς έκρινε ότι τακτικές αποδοχές κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση και οι παροχές εξόδων παράστασης και κίνησης, οι οποίες δίδονταν στον ενάγοντα ως μέρος του μισθού του, στην αρχή με τη μορφή οικειοθελούς παροχής και στη συνέχεια με σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση ως αντάλλαγμα της εργασίας του, χωρίς κάποια επιφύλαξη εκ μέρους της εναγομένης για διακοπή χορήγησής τους και ακολούθως υπολόγισε την οφειλόμενη στον πρώτο αποζημίωση επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών αυτού, δηλαδή και επί των ανωτέρω παροχών. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.11.2015 και με αριθμό κατάθεσης 5/15.01.2016 αίτηση αναίρεσης της 5868/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ