Αριθμός 316/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Φώσκολου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Κ. του Β., κατοίκου ... και 2. Μ. Γ. Μ., το γένος Β. Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασίλη Τσατσάνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2036/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 2-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως κατά ένα μέρος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται από την εισηγήτρια από τον ίδιο αριθμό και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 Π.Δ. 34/1995), συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης, έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν. Αν κατά το χρόνο παράδοσης του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα), ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση. Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα. Περαιτέρω, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης ή αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτή έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα ή εμφανίσθηκε το ελάττωμα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή αν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική ζημία που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 30 εδ. α' ΑΚ, ο μισθωτής έχει κατ' επιλογή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή αγωγή για αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς εφόσον, βεβαίως αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.6 του Υγειονομικού κανονισμού (Α1Β/9577/8/8.9.1983-ΦΕΚ Β'526) επιτρέπεται η χρήση εσωτερικών ανοικτών εξωστών (πατάρια) εντός των καταστημάτων ή εργαστηρίων τροφίμων ή/ και ποτών ως χώρων αναπτύξεως τραπεζιών και καθισμάτων, πωλήσεως τροφίμων ή/ και ποτών ή άλλων ειδών προβλεπομένων από τις σχετικές διατάξεις της παρούσας και άλλων σχετικών Υγειονομικών Διατάξεων και γενικά εγκαταστάσεως ορισμένων τμημάτων της επιχειρήσεως. Η κατασκευή και η διάταξη των κατά τα ανωτέρω χρησιμοποιουμένων εσωτερικών ανοικτών εξωστών πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των σχετικών διατάξεων του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού. Σε περιπτώσεις αμφιβολιών της για τη νομιμότητα της κατασκευής και διατάξεως των προοριζόμενων για τις αναφερόμενες στο προηγούμενο εδάφιο χρήσεις παταριών η Υγειονομική Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο να της προσκομίσει σχετική βεβαίωση της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε η δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Αντιφατικότητα των αιτιολογιών η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα: Με βάση το από 22-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης μισθώσεως που καταρτίσθηκε στην ... οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν στην ενάγουσα, ενεργούσα δια του πληρεξουσίου και αντιπροσώπου της, δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, Ε. Π., πατέρα της, ένα πολύ παλιό και κεραμοσκεπές κατάστημα, αποτελούμενο από ισόγεια αίθουσα με τσιμεντένιο πάτωμα, εμβαδού 26 τ.μ., υπόγειο που επικοινωνεί με καταπακτή και πατάρι με ξύλινο πάτωμα, για χρονικό διάστημα από 1-3-2008 έως 28-2-2020, που βρίσκεται στη ... και επί της πλατείας … αρ …. Το μίσθωμα ορίστηκε σε 850 ευρώ κατά μήνα, να προκαταβάλλεται την πρώτη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα μαζί με ολόκληρο το νόμιμο χαρτόσημο και συμφωνήθηκε ότι θα αυξάνεται κάθε μισθωτικό έτος κατά το ποσοστό του πληθωρισμού. Παραδόθηκε δε η χρήση του ένδικου μισθίου στην μισθώτρια προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως καφεζαχαροπλαστείο, όπως αναγράφηκε στο μισθωτήριο έγγραφο. Κατά τον 7° όρο της μισθωτικής σύμβασης η μισθώτρια επισκέφθηκε και εξέτασε το μίσθιο το οποίο βρήκε της τέλειας αρεσκείας της και κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζεται. Η μισθώτρια διαπιστώσασα την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μίσθιο δηλώνει ότι αναλαμβάνει όλες τις δαπάνες για την επισκευή του. Η μισθώτρια υποχρεώνεται να επιδιορθώνει με δαπάνες της και γενικότερα να αποκαθιστά κάθε βλάβη και φθορά αυτού και των εντός αυτού εγκαταστάσεων, έστω και αν οφείλονται στη συνήθη χρήση. Σε κάθε περίπτωση ειδικώς συμφωνείται, ότι οι εκμισθωτές σε καμία απολύτως, έστω αναγκαία, επισκευή του μισθίου υποχρεούνται κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, κάθε δε επισκευή που θα γίνει από τη μισθώτρια θα παραμείνει προς όφελος του μισθίου, χωρίς υποχρέωση προς αποζημίωση εκ μέρους των εκμισθωτών στην κυριότητα των οποίων περιέρχονται οι τυχόν προσθήκες και εγκαταστάσεις. Με τον 13° όρο της μισθωτικής σύμβασης επιπλέον συμφωνήθηκε ότι οι εκμισθωτές επιτρέπουν στη μισθώτρια να ανοίξει θύρα επικοινωνίας πλάτους ενός μέτρου στο μεσότοιχο του μισθίου προς το συνεχόμενο μίσθιο κατάστημα της μισθώτριας, ιδιοκτησίας Σ. Π., την οποία οφείλει να έχει κλείσει κατά την απόδοση της χρήσης του μισθίου. Πράγματι η τελευταία μίσθωσε ένα πολύ παλιό κεραμοσκεπές ακίνητο στην κεντρικότερη πλατεία της πόλης της ...ς, προυφιστάμενο του 1955, ακριβώς δίπλα από άλλο κατάστημα που φέρει τον ίδιο αριθμό … της πλατείας, από την επικαρπώτρια αυτού Π. χα Α. Π. δυνάμει του από 10-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης και εκμεταλλευόταν ως καφεζαχαροπλαστείο με εργαστήριο ζαχαροπλαστικής. Ενόψει της παλαιότητας του ενδίκου μισθίου και της κατάστασης αυτού, την οποία η ενάγουσα διαπίστωσε με την επίσκεψή της σε αυτό και την πλήρη θεώρηση του πριν την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης, δήλωσε ότι αναλαμβάνει όλες τις δαπάνες για την επισκευή του, όπως προκύπτει από την έγγραφη μισθωτική σύμβαση. Στην ενάγουσα επετράπη μόνο η εκτέλεση εργασιών επισκευής για λόγους χρήσης, υγιεινής και προστασίας λόγω της επικινδυνότητας των δομικών στοιχείων με βάση τεχνική έκθεση του επιβλέποντος μηχανικού Α. Κ., ενόψει ότι δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί οικοδομική άδεια σε μη άρτιο και οικοδομήσιμο ακίνητο (βλ. υπ' αρ.πρωτ…/4-4-08 και …24-4-08 έγγραφα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας, Διεύθυνση Χωρ/ξίας & Περ/ντος). Κατά τη διάρκεια των ως άνω εργασιών διαπιστώθηκε από την προαναφερόμενη πολεοδομική υπηρεσία ότι η ενάγουσα, η οποία, κατά τα ανωτέρω, είχε δεχθεί με τη μισθωτική σύμβαση να επιβαρυνθεί με την ανακαίνιση και μετατροπή του χώρου σε σύγχρονο κατάστημα, κατασκεύασε ανεπίτρεπτα μεταλλική κλίμακα για πρόσβαση στο κλειστό πατάρι, καθώς και W.C. στο τελευταίο, επιφανείας ενάμιση τετραγωνικών μέτρων. Μετά από αυτά, οι εργασίες διακόπηκαν και ακολούθως διατάχθηκε η συνέχισή τους αφού καθαιρέθηκαν οι μη επιτρεπόμενες κατασκευές (βλ. υπ'αρ.πρωτ…/23-5-08, …/10-6-08, …/19-6-08 έγγραφα και αρ…/09 έκθεση αυτοψίας, όλα της ως άνω αρχής). Η ενάγουσα με βάση την από 16-12-2008 αίτησή της, εν τέλει έλαβε την με αρ.πρωτ.../23-12-08 άδεια του Δήμου …για να λειτουργήσει το ένδικο κατάστημα με "τυποποιημένα είδη παντοπωλείου". Από την περιγραφή του εκμισθωθέντος μισθίου στην ένδικη σύμβαση μίσθωσης, στην οποία ορίζονται ισόγεια αίθουσα με τσιμεντένιο πάτωμα 26 τ.μ., υπόγειο που επικοινωνεί με καταπακτή και πατάρι με ξύλινο πάτωμα, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν μίσθωσε τρεις κύριους χώρους με σταθερές κλίμακες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει. Αλλά έναν κύριο ισόγειο χώρο με τους βοηθητικούς του, πατάρι και υπόγειο, οι οποίοι δεν μπορούν να έχουν άλλη χρήση παρά την εν λόγω επικουρική, αφού κατά το ρητό προσδιορισμό τους το υπόγειο επικοινωνεί με καταπακτή και το πατάρι φέρει ξύλινο πάτωμα. Για τη βοηθητική χρήση των χώρων του υπογείου και παταριού συμφωνεί και ο μάρτυρας της ενάγουσας που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως άνω πληρεξούσιος πατέρας της. Υπόψη ότι το εν λόγω ακίνητο, που δεν είναι άρτιο, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν μπορεί να υποστεί μετατροπές παρά μόνο να επισκευασθεί στην υπάρχουσα κατάσταση του. Συνεπώς, δεν αποτελεί έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων ή ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος, ή μη ύπαρξη σταθερών κλιμάκων μέσα στο ένδικο μίσθιο ή η δυσμενής υλική υπόσταση αυτού εξ αιτίας της οποίας οι οικοδομικές εργασίες ξεπέρασαν τον προβλεπόμενο χρόνο, περιστατικά που οπωσδήποτε ελήφθησαν υπόψη για την προορισμένη χρήση και την εκτίμηση της μισθωτικής αξίας αυτού από τα μέρη κατά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο (Α, όπως αναγράφεται) λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα κατ' ουσίαν και απορριπτέα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ενάγουσα μίσθωσε ισόγειο 26 τ.μ. κατά την ένδικη μισθωτική σύμβαση. Η ίδια επικαλείται ότι αυτό στην πραγματικότητα έχει μειωμένη επιφάνεια και δη είναι 19,50 τ.μ., ότι το γεγονός αυτό παρέχει ανάλογο περιορισμό στη χρησιμότητα του μισθίου, το οποίο αποκλείσθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως καφεζαχαροπλαστείο κατά τη συμφωνία τους, ακόμη δε δημιούργησε ασφυκτική κατάσταση από άποψη χώρου που εμποδίζει την ανάπτυξη της επιχείρησης της. Εξάλλου, προσκομίζει και επικαλείται το από Δεκεμβρίου 2008 σχεδιάγραμμα της Χ. Κ., πολιτικού μηχανικού, στο οποίο αναγράφεται ότι το καθαρό εμβαδό του ισογείου είναι 19,68 τ.μ. Από την άλλη πλευρά προσκομίζεται μετ' επικλήσεως το από Αυγούστου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα οικοπέδου ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων και ομόρων τους του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Γ., από το οποίο προκύπτει ότι το μίσθιο έχει επιφάνεια 25,60 τ.μ. Ο τελευταίος (Δ. Γ.) καταθέσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επεσήμανε ότι οι μετρήσεις γίνονται με τους τοίχους. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι ο αναγραφείς αριθμός στη μισθωτική σύμβαση σε σχέση με το εμβαδόν του μισθίου απέχει από την πραγματικότητα και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το δεύτερο (Β) λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα κατ' ουσίαν και απορριπτέα. Ανεξαρτήτως τούτων, και αν ακόμη η άνω διαφορά οφείλεται στον υπολογισμό ή όχι των τοίχων του κτίσματος αφού πρόκειται για πολύ παλαιό κτίσμα, αποδείχθηκε ότι η μισθώτρια ενάγουσα δεν απέβλεψε στη συγκεκριμένη επιφάνεια του μισθίου έχοντος τα άνω πατάρι και υπόγειο, αλλά έκρινε συνολικά την καταλληλότητά του και διατύπωσε τούτο ρητώς στη μισθωτική σύμβαση ότι δηλαδή " το βρήκε της τέλειας αρέσκειάς της" και συμφώνησε το ύψος του μισθώματος που αναγράφεται σε αυτή. Μάλιστα ανέλαβε εξ ολοκλήρου τις εκτεταμένες, όπως προαναφέρθηκε, εργασίες αποκατάστασης αυτού. Και τούτο διότι εκμεταλλευόμενη το διπλανό κατάστημα, προτίθετο να ανοίξει πόρτα, ώστε τα δύο καταστήματα να επικοινωνούν και να χρησιμοποιηθούν ως ένα όλο, όπως σαφώς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε ο μάρτυρας πατέρας της. Γι' αυτό είχε επιμεληθεί και είχε λάβει τη σχετική άδεια από τους εκμισθωτές εναγόμενους, πράγμα που καταχωρίστηκε στο έγγραφο της μισθωτικής σύμβασης. Πλην όμως την προοπτική αυτή ματαίωσε ο ιδιοκτήτης του πρώτου καταστήματος που μίσθωσε η ενάγουσα, ο οποίος δεν επέτρεψε τη διάνοιξη. Κατά τα προαναφερόμενα, η ενάγουσα έλαβε άδεια πωλήσεως τυποποιημένων ειδών παντοπωλείου, προφανώς των ειδών ζαχαροπλαστικής που η ίδια παράγει στο εργαστήριο του πρώτου μισθωθέντος καταστήματος της, του οποίου το μίσθωμα είχε οριστεί το έτος 2005 σε 1250 ευρώ το μήνα για μίσθιο που αποτελείται από ισόγειο 54,76 τ.μ. με υπόγειο, 1° όροφο, ιδίου εμβαδού και 2° όροφο 32,85 τ.μ. Η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα προσκομίζει και επικαλείται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παραδεκτά κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ., το υπ'αρ.πρωτ…/13-10-10 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας με περιεχόμενο, ότι γίνεται γνωστό ότι "ο χώρος παρασκευαστηρίου των ζαχαροπλαστείων στα οποία γίνεται η παρασκευή των προσφερομένων ειδών θα είναι ιδιαίτερος χωρισμένος από την αίθουσα πελατών και εφόσον έχουν τη δυνατότητα αναπτύξεως λιγότερων από 50 καθισμάτων, εμβαδόν 20 τ.μ. Επίσης, ο χώρος πλύσεως σκευών θα έχει εμβαδόν 5 τ.μ., ενώ στο κατάστημα καφεζαχαροπλαστείο δεν προβλέπεται η πώληση ζαχαρωδών, ούτε προβλέπεται μικτή χρήση καφεζαχαροπλαστείο με κατάστημα τυποποιημένων ειδών παντοπωλείου". Ενόψει αυτής της διατύπωσης, αλλά και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν έλαβε την άδεια άσκησης εκμετάλλευσης καφεζαχαροπλαστείου λόγω της επιφάνειας του μισθίου, αλλά η αλλαγή φαίνεται ότι οφείλεται περισσότερο στο αποτέλεσμα της μη συνένωσης των δύο καταστημάτων της ιδίας μισθώτριας, η οποία μισθώνοντας δύο χώρους λειτουργεί αυτούς με μικτή χρήση. Εξάλλου, η διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση δεν εμπόδισε τη λειτουργική χρήση του ένδικου μισθίου έστω για την πώληση ειδών ζαχαροπλαστικής, για την οποία ελήφθη η απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή. Επομένως, η ενάγουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει το άνω συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα των 850 ευρώ και όχι το κατά την κρίση της μειωμένο κατά ποσοστό 40% ήτοι ποσό 510 ευρώ ως ανταποκρινόμενο στη μισθωτική αξία του ενδίκου μισθίου κατά το χρόνο κατάρτισης της μίσθωσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές δικαίωμα της μισθώτριας να ζητήσει μείωση του συνομολογηθέντος μισθώματος για τη χρήση του μισθίου καταστήματος λόγω ελλείψεως συνομολογηθεισών αυτού ιδιοτήτων, άλλως, πραγματικών αυτού ελλατωμάτων. Ειδικότερα, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το αγωγικό αίτημα περί μειώσεως του συνομολογηθέντος μισθώματος και οι συναφείς με την πλημμέλεια αυτή πρώτος και δεύτερος αντίστοιχα αναιρετικοί λόγοι διότι το μίσθιο κατάστημα στερείται σταθερών κλιμάκων ανόδου και καθόδου αντίστοιχα στον εσωτερικό ανοικτό εξώστη (πατάρι) και το υπόγειο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης με βάση τα αναφερόμενα στο μισθωτήριο συμφωνητικό, το μίσθιο κατάστημα αποτελείται από ισόγεια αίθουσα με τσιμεντένιο πάτωμα εμβαδού 26 τ.μ. υπόγειο που επικοινωνεί με καταπακτή και πατάρι με ξύλινο πάτωμα. Περαιτέρω, οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτούς η πλημμέλεια από τους ίδιους ως ανωτέρω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η συνομολογηθείσα επιφάνεια του ισογείου χώρου του μισθίου καταστήματος με το μισθωτήριο συμφωνητικό των 26 τ.μ. δεν απέχει από εκείνη των 25,60 τ.μ. που φέρεται να έχει στο από Αυγούστου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα οικόπεδο ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων και όμορο του, του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Γ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου. Εξ άλλου, οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους ίδιους αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της μη συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για τη μείωση του συνομολογηθέντος ως καταβλητέου μισθώματος καίτοι συνεπεία των επικαλούμενων ως άνω ελλείψεων του μισθίου καταστήματος χορηγήθηκε στην αναιρεσείουσα άδεια πώλησης ειδών παντοπωλείου αντί εκείνης του καφεζαχαροπλαστείου που ζητήθηκε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, ήτοι στην ύπαρξη των επικαλούμενων ως άνω, ως συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του μισθίου. Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την περιγραφή του μισθίου καταστήματος ότι αποτελείται "από ισόγεια αίθουσα με τσιμεντένιο πάτωμα, εμβαδού 26 τ.μ., υπόγειο που επικοινωνεί με καταπακτή και πατάρι με ξύλινο πάτωμα" κατ'ουδέν αντιφάσκει με την έτερη αυτής ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα "δεν μίσθωσε τρεις κύριους χώρους με σταθερές κλίμακες αλλά έναν κύριο ισόγειο με τους βοηθητικούς του, πατάρι και υπόγειο, οι οποίοι δεν μπορούν να έχουν άλλη χρήση παρά την εν λόγω επικουρική, αφού κατά τον ρητό προσδιορισμό τους το υπόγειο επικοινωνεί με καταπακτή και το πατάρι φέρει ξύλινο πάτωμα" ενώ εξ άλλου και η παραδοχή ότι η μίσθωση πραγματοποιήθηκε προκειμένου το μίσθιο να χρησιμοποιηθεί ως καφεζαχαροπλαστείο κατ'ουδέν αντιφάσκει με την έτερη αυτής ότι "τελικά στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα χορηγήθηκε η με αρ.πρωτ…/23.12.2008 άδεια του Δήμου … για να λειτουργήσει το ένδικο κατάστημα με τυποποιημένα είδη παντοπωλείου" και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο με τις αντιφατικές ως ανωτέρω αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, για την ύπαρξη του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε ή όχι υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ από μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Εξ άλλου τα διαδικαστικά έγγραφα όπως η αγωγή, οι προτάσεις, η εξώδικη διαμαρτυρία, (δήλωση) διαδίκου προς τον αντίδικο του σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία η αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ'ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τη μη ύπαρξη πραγματικού στο μίσθιο κατάστημα ελαττώματος κατά τη συνομολόγηση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, δεν έλαβε υπόψη τ' ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που μετ' επικλήσεως προσκομίστηκαν ενώπιον αυτού ήτοι α)την από 17.9.2008 έγγραφη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσιβλήτους με την οποία γνωστοποίησε στους τελευταίους τα υπάρχοντα ελαττώματα και ελλείψεις του μισθίου, και β)το από 3.6.1989 μισθωτήριο μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του τότε μισθωτή του επίδικου καταστήματος Χρ.Π., όπου το εμβαδόν αναφέρεται ως ανερχόμενο στα 20 τ.μ. περίπου. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως αναφορικά με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 17.9.2008 έγγραφη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού ως άνω πορίσματος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον πρόκειται περί εγγράφου διαδικαστικού και όχι αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, η δε μη λήψη υπόψη του δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Εξ άλλου, από τη διαλαμβανόμενη στην ίδια απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα γενικώς τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμοποιηθούν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και το από 3.6.1989 μισθωτήριο μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του τότε μισθωτή του επίδικου καταστήματος Χρ.Π.. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 31.1.2012 αίτηση αναιρέσεως της 2036/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων όπως στο διατακτικό (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-1-2012 αίτηση αναιρέσεως της 2036/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ