Αριθμός 1449 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. Κ., 2. Ά. Μ., 3. Μ. Κ. και 4. Ρ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεοχάρη Γυφτάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ,2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Κοπανάκη βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ,2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 5062, 5063/24-6-2004 κύριες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, τις 451/17-1-2005, 454/18-1-2005, 4560/23-5-2005 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την 16-11-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4675/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3956/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-5-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. Γ.Π.Ν./1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες. Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρό πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διατύπωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, ύπαρξη της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας, καθώς και ι βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην έλευση του ατυχήματος. Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1.ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988 ΕλλΔ1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανώτερο άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων:: "Την 1-7-2002 και περί ώρα 16.30'ο εναγόμενος Σ. Ξ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες προς τρίτους στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Διεθνής Ένωση ΑΑΕ", εκινείτο στη διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, επαρχιακή οδό, συνολικού πλάτους 6,20 μέτρων, Καμάρι -Μεσαριά, στο Καρτεράδο Θήρας με κατεύθυνση προς τη Μεσαριά. Αυτός, όταν έφθασε πλησίον του εκεί υπάρχοντος πρατηρίου υγρών καυσίμων "ELLIN" προτιθέμενος να προσπεράσει από αριστερά δύο προπορευόμενα του οχήματα (το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ και ένα IXΦ), από αμέλειά του συνισταμένη στη μη προσήλωση του στην οδήγηση, ενόψει και του ότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεδομένου ότι βρέθηκε ποσότητα αλκοόλης 0,48 και 0,42 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα ;κατά την πρώτη και δεύτερη μέτρηση αντίστοιχα (άρθρο 42 ΚΟΚ), επιχείρησε, παρά την ύπαρξη της εκεί συνεχούς διπλής διαχωριστικής των δυο ρευμάτων της οδού γραμμής, την προσπέραση αυτή και χωρίς να βεβαιωθεί, έστω, προηγούμενα ότι μπορούσε να προβεί στον ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας (άρθρο 17 ΚΟΚ), διήλθε τη γραμμή αυτή και συνέχισε την πορεία του οχήματος του στο αντίθετο, προς το Καμάρι, ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, επιχειρώντας με την αυξημένη ταχύτητα των τουλάχιστον "80 .χιλιομέτρων" να προσπεράσει και "μια νταλίκα". Την ίδια στιγμή ο Α. Κ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, βαίνοντας στην ως άνω οδό με την ίδια, αρχική του πρώτου οχήματος, προς τη Μεσαριά, κατεύθυνση και μπροστά από τα δυο οχήματα, τα οποία ο. οδηγάς του πρώτου Σ. Ξ. προσπερνούσε. Τότε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου κινήθηκε ανεπίτρεπτα και παρά την ύπαρξη της ως άνω γραμμής, "κάθετα στο δρόμο", όπως κατέθεσε προανακριτικά η. P. B. L., οδηγός του οχήματος (...), που ο οδηγός του πρώτου οχήματος προσπερνούσε, προφανώς για να πραγματοποιήσει επιτόπια στροφή (αναστροφή) και να αλλάξει κατεύθυνση προς το Καμάρι, και στη συνέχεια, αφού διέβη την ως άνω διαγράμμιση (άρθρο 5 ΚΟΚ), μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, της. οδού, προς. το Καμάρι, με αποτέλεσμα να βρεθεί προ του πρώτου οχήματος, αποφράζοντας την πορεία αυτού, με περαιτέρω αποτέλεσμα την πλαγιομετωπική σύγκρουση των δυο οχημάτων. Κατά το ως άνω ατύχημα τραυματίσθηκαν αφενός μεν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Α. Κ. και αφετέρου η Σ. Φ., που επέβαινε στο όχημα αυτό, υποστάντες ειδικότερα ο μεν πρώτος βαρείες θλαστικές κακώσεις, η δε δεύτερη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Από δε τα τραύματα τους αυτά, .ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος τους. Ενόψει των προεκτεθέντων το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των οδηγών και των δυο οχημάτων, που προσδιορίζεται σε ποσοστό 50% για καθένα από αυτούς και των οποίων η κατά τα ανωτέρω οδική συμπεριφορά συνιστά αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα κατά την οποία οφείλει και μπορεί να τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός οδηγός και η οποία -οδική συμπεριφορά- προκάλεσε το ένδικο ατύχημα". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την ένσταση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας (άρθρο 300ΑΚ) για συνυπαιτιότητα του οδηγού του ως άνω δεύτερου οχήματος και, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων, στη συνέχεια επιδίκασε στους τελευταίους τα εις την προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα χρηματικά ποσά, κατά παραδοχή ρου σχετικού λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, όσον αφορά τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος των οδηγών και των δύο οχημάτων και δη: κατά ποσοστό 50% για καθένα από αυτούς που είχε ως συνέπεια το θάνατο, τόσο του οδηγού του μοτοποδηλάτου Α. Κ., όσο και της Σ. Φ. που επέβαινε σ' αυτό, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση (ευθέως και εκ πλαγίου) των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το αρθρ. 559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την από 3-7-2002 έγγραφη δήλωση της L. P. B. προς τον Ιταλό Επίτιμο Πρόξενο Νοτίων Κυκλάδων FRANCO STEANO COLOMBO. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το προαναφερόμενο έγγραφο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-5-2011 αίτηση των Φ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 3956/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουλίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ