Αριθμός 1661/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Κωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π.-Π. Β., Δικηγόρου, κατοίκου ... με την ιδιότητα της Επόπτριας Εκκαθάρισης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΑΧΕ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" που εδρεύει στην …, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΑΧΕ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Γρύλλη, μετά του εκκαθαριστή της Σ. Λ. και κατέθεσε προτάσεις, 3. Του "Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαο Τσουτσάνη και κατέθεσε προτάσεις, 4. Του ΝΠΔΔ "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2011 και αρ. κατ. 78280/3503/2011 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, και την από 26-5-2011 και με αρ. κατ. 95006/4317/2011 προσεπίκληση της 2ης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5419/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1026/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 20-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 2ου και 3ου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ'και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωση του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 1396/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, η πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητα της Επόπτριας εκκαθάρισης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΑΧΕ" και το τέταρτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς" δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως όμως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ...'/18.5.2012, ...'/18-5-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση της 11-1-2013, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και το τέταρτο εκ των αναιρεσιβλήτων. Επίσης, από τις υπ' αριθ. .../14-2-2013, .../14-2-2013 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …, αντίστοιχα, προκύπτει ότι αντίγραφο της από 4-2-2013 βεβαίωσης αναβολής της αρμοδίου γραμματέως του Αρείου Πάγου, από την οποία προκύπτει ότι η υπόθεση αναβλήθηκε από τη δικάσιμο της 11-1-2013 για την παρούσα της 17-5-2013, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους ανωτέρω απολειπομένους πρώτη και τέταρτο εκ των αναιρεσιβλήτων. Αυτοί όμως δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παρούσα, μετ' αναβολή, δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία των ανωτέρω πρώτης και τετάρτου εκ των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 299 ΚΠολΔ, οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 του ιδίου κώδικα εφαρμόζονται και στην αγωγή, την κυρία και πρόσθετη παρέμβαση, την προσεπίκληση, την ανακοίνωση, τα ένδικα μέσα, στην ανακοπή κατά εξώδικων και δικαστικών πράξεων, την τριτανακοπή και σε οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική πράξη, το δε άρθρο 573 του αυτού κώδικα ορίζει στην παράγραφο 1 αυτού, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ.2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334. Η με τις ανωτέρω διατάξεις, όμως, επέκταση στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση της ισχύος, μεταξύ άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 294 έως 298 ΚΠολΔ νοείται στο μέτρο που αυτές συμβιβάζονται προς το εν λόγω ένδικο μέσο και προσαρμόζονται προς τον ειδικό χαρακτήρα και τα αποτελέσματα αυτού (ΑΠ (Ολ.) 38/1996). Έτσι, δεν νοείται επέκταση της ισχύος και εφαρμογή στη διαδικασία αυτή της διάταξης του άρθρου 298 του εν λόγω κώδικα, για την αποδοχή της αγωγής από τον εναγόμενο. Δεν είναι δηλαδή δυνατή η, με βάση τη διάταξη αυτή, αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως ή λόγου αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο, με συνέπεια την έκδοση απόφασης σύμφωνα με αυτή, απόφασης, δηλαδή με την οποία η εν λόγω αίτηση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού αυτής, καθώς και του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της (άρθρ. 577 ΚΠολΔ), γίνεται δεκτή, αναιρείται η προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση και, περαιτέρω, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στα άρθρα 579 και 580 ΚΠολΔ. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στο άτοπο, πέρα από το να καθίσταται δυνατή η παραδοχή αιτήσεως αναιρέσεως που δεν ασκήθηκε παραδεκτά ή ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως μη υποκειμένης στο ένδικο αυτό μέσο ή από μη δικαιούμενα σε άσκηση αυτής ή κατά προσώπου κατά του οποίου δεν μπορεί κατά νόμο να απευθυνθεί ή εκπρόθεσμα ή για δεύτερη, τρίτη κλπ φορά από το ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης (άρθρα 553, 556, 558, 564, 555 ΚΠολΔ, αντίστοιχα) κλπ, να καθίσταται δυνατή η παραδοχή μιας τέτοιας αίτησης, οι στο δικόγραφο της οποίας διαλαμβανόμενοι λόγοι είναι αόριστοι, απαράδεκτοι, αλυσιτελείς, αβάσιμοι κλπ ή δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ, αναφερομένους και να αναιρείται, έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς το δικαστήριο να έχει υποπέσει σε μία, έστω, από τις νομικές πλημμέλειες που ιδρύουν τους λόγους αυτούς, πράγμα που πρόδηλα δεν περιλαμβάνεται στα πλαίσια της εξουσίας διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης από τους διαδίκους, που καθιερώνεται με το άρθρο 106 ΚΠολΔ. Συνεπώς, η δήλωση με τις προτάσεις των παρισταμένων δευτέρας και τρίτου εκ των αναιρεσιβλήτων, περί αποδοχής της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (ΑΠ 517/2011, ΑΠ 980/2003). Η διάταξη του άρθρου 4α του Ν. 1806/1988 που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.1 του Ν. 2651/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 43 του Ν. 3371/2005 (όπως ισχύει και εκτίθεται κατωτέρω) ορίζει ότι αν μια εταιρία μέλος του χρηματιστηρίου αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) αδυνατεί να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της: α) ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της, β) ανακαλείται η Υπουργική απόφαση που χορήγησε την άδεια για σύσταση της, γ) η εταιρία τίθεται υπό εκκαθάριση για την διενέργεια της οποίας η επιτροπή κεφαλαιαγοράς ορίζει επόπτη με αίτηση του οποίου ορίζεται ο εκκαθαριστής από το αρμόδιο δικαστήριο και αποδίδονται στους δικαιούχους τα χρήματα και οι τίτλοι που βρίσκονται στην κατοχή της εταιρίας. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3606/2007 παρ.1-9 (που αντικατέστησε μεταξύ των άλλων με το άρθρο 85, το άρθρο 4α του Ν. 1206/1988) και ρυθμίζει την ειδική διαδικασία για την εκκαθάριση των απαιτήσεων κατά ΑΕΠΕΥ (της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας) από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ορίζονται τα ακόλουθα: 1) Μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ που επιφέρει υποχρεωτικά και η λύση της ακολουθεί το στάδιο της ειδικής εκκαθάρισης ..., 2) η επιτροπή κεφαλαιαγοράς διορίζει τον επόπτη της εκκαθάρισης ... ο οποίος υποβάλει αίτηση διορισμού εκκαθαριστή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ ..., 3)..., 4) ... Αμέσως μετά το διορισμό του επόπτη προβαίνει σε απογραφή και αποχωρίζει από τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας, τα περιουσιακά στοιχεία, χρήματα και τίτλους αυτής, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία, χρήματα και τίτλους τρίτων, τα οποία συνδέονται με την παροχή από την εταιρία των επενδυτικών υπηρεσιών του άρθρου 4 του νόμου αυτού και βρίσκονται στην κατοχή της εταιρίας ή έχουν παραδοθεί από αυτές στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών οι τράπεζες προς φύλαξη τους ... Ο Επόπτης καλεί ... τους δικαιούχους κάθε φύσεως απαιτήσεων ... να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους ..., 5) .. ο εκκαθαριστής ... επαληθεύει τις απαιτήσεις τους ..., 6) ... προβαίνει σε αυτούσια παράδοση των χρηματικών ποσών και των χρηματοπιστωτικών μέσων τρίτων που βρίσκονται στην κατοχή της εταιρίας και συνδέονται με την παροχή από αυτές επενδυτικών υπηρεσιών του άρθρου 4 ... ικανοποιεί συμμέτρως τους δικαιούχους ανωνύμων τίτλων και χρηματικών ποσών στην περίπτωση που οι υφιστάμενοι (τίτλοι και χρηματικά ποσά) που κατέχει η ΑΕΠΕΥ για λογαριασμό των πελατών της δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των δικαιούχων ..., 7) ... μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδοσης περιουσιακών στοιχείων πελατών ΑΕΠΕΥ ... ο επόπτης ενημερώνει την επιτροπή αποζημιώσεων ...για τις υποβληθείσες απαιτήσεις ως προς επενδυτικές υπηρεσίες που δεν ικανοποιήθηκαν ... προκειμένου αυτή να αποφασίσει, αφού παραλάβει από τον επόπτη κάθε απαραίτητο στοιχείο από τα βιβλία της εταιρίας, για ποιες από αυτές υπάρχει υποχρέωση του Συνεγγυητικού για καταβολή αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 66 του Ν. 2533/1997. Το Συνεγγυητικό, χωρίς να υποχρεούται στην τήρηση οποιασδήποτε πρόσθετης διαδικασίας ή γνωστοποίησης καταβάλλει αποζημιώσεις στους δικαιούχους κατ' άρθρο 67 του Ν. 2533/1997 και ενημερώνει αμελλητί τον επόπτη για τις σχετικές καταβολές. Ο εκκαθαριστής μειώνει ανάλογα τα ποσά των απαιτήσεων κατά της εταιρίας. 8) Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με τα άρθρα 65-67 του Ν. 2533/1997, όπως ισχύει, με την διαδικασία αυτούσιας παράδοσης, ή με την καταβολή των αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό ολοκληρώνεται η ειδική εκκαθάριση του άρθρου αυτού. Η περάτωση της κηρύσσεται με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρίας που δικάζει κατά την διαδικασία των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση του επόπτη ή κάθε άλλου που έχει έννομο συμφέρον. Με την ίδια απόφαση, το δικαστήριο διατάσσει τον επόπτη και τον εκκαθαριστή να συγκαλέσουν γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας προκειμένου να αποφασισθεί η εκλογή νέων εκκαθαριστών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού της εταιρίας και του άρθρου 49 του Ν. 2190/1920, όπως ισχύει και ορίζει ως χρόνο περάτωσης της εκκαθάρισης του άρθρου αυτού και λήξη της θητείας του επόπτη και εκκαθαριστή τον χρόνο κατά τον οποίο αναλαμβάνουν καθήκοντα οι κατά τα ανωτέρω εκλεγόμενοι εκκαθαριστές. Η περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου αυτού και η λήξη της θητείας του επόπτη και του εκκαθαριστή γνωστοποιούνται με επιμέλεια του επόπτη στην επιτροπή κεφαλαιαγοράς, η οποία παύει να ενημερώνεται περαιτέρω για την πορεία της εκκαθάρισης της εταιρίας. Ταυτόχρονα με την γνωστοποίηση του προηγουμένου εδαφίου, ο επόπτης και ο εκκαθαριστής υποβάλλουν προς την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απολογισμό για την εκκαθάριση του άρθρου αυτού. Κατά τα λοιπά η περάτωση των εκκρεμών υποθέσεων της εταιρίας, συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης των απαιτήσεων του Συνεγγυητικού σύμφωνα με το άρθρο 67 παρ.4 του Ν. 2533/1997, όπως ισχύει, των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες στην έκταση που αυτές δεν ικανοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της αυτούσιας παράδοσης ή λήψεως αποζημιώσεως από το Συνεγγυητικό, καθώς και κάθε άλλου είδος απαιτήσεων κατά της εταιρίας συνεχίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του Ν. 2190/1920, όπως ισχύει, από τους εκκαθαριστές. 9). Στην από 2-5-2011 αίτηση της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Π.-Π. Β., με την ιδιότητα της επόπτριας ειδικής εκκαθάρισης της ΑΕΠΕΥ "ΔΕΛΤΑ ΑΧΕ", προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπεί ο Άρειος Πάγος ιστορούνται τα ακόλουθα: Μετά την αδυναμία της ανωτέρω ΑΕΠΕΥ να εξοφλήσει το αντίτιμο διενεργηθεισών χρηματιστηριακών συναλλαγών, έπαυσε η λειτουργία της και κατασχέθηκαν από τον Ειδικό Ανακριτή Αθηνών τα περιουσιακά της στοιχεία, αλλά και εκείνα των επενδυτών που βρέθηκαν στην κατοχή της, διορίσθηκε προσωρινή διοίκηση, ανακλήθηκε με απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η άδεια λειτουργίας της και στη συνέχεια ανακλήθηκε η άδεια συστάσεως αυτής με σχετική απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης (Δ/ση ΑΕ και Πίστεως) και τέθηκε υπό το καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 4α του Ν. 1806/1988 (όπως αντικ. με το άρθρο 22 του Ν. 3606/2007), με εκκαθαριστή τον Σ. Λ. και Επόπτρια (με απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) την αιτούσα. Περαιτέρω, ότι στα πλαίσια της προβλεπομένης από τις ανωτέρω διατάξεις διαδικασίας, κατόπιν σχετικής απογραφής, αποχωρίσθηκαν και παραδόθηκαν στους νομίμως αναγγελθέντες επενδυτές οι μετοχές που βρέθηκαν στην κατοχή της παραπάνω εταιρίας και ότι πλην των ανωτέρω υπάρχουν και απαιτήσεις αναγγελθέντων δικαιούχων επενδυτών για την παράδοση των μετοχών ύψους 300.000 ευρώ που δεν βρέθηκαν στην κατοχή της υπό ειδική εκκαθάριση ΑΕΠΕΥ, ώστε να τους αποδοθούν αυτουσίως κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αίτηση. Ότι μετά ταύτα ενημέρωσε κατά τα προβλεπόμενα την επιτροπή Αποζημιώσεων του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου για τις απαιτήσεις που δεν ικανοποιήθηκαν κατά τα προεκτεθέντα προκειμένου η τελευταία να αποφασίσει για την καταβολή αποζημιώσεως στους επενδυτές κατά τα άρθρα 66-67 του Ν. 2533/1997. Πλην όμως το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο (κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση) αρνείται να προβεί σε αποζημίωση των ανωτέρω επενδυτών, ισχυριζόμενο ότι η υπό ειδική εκκαθάριση εταιρία δεν βρίσκεται σε μη αναστρέψιμη αδυναμία ικανοποίησης των επενδυτών, γιατί διαθέτει περιουσία που ξεπερνά το ποσό του 1.000.000 ευρώ. Ακολούθως ζητεί υπολαμβάνοντας ότι με βάση τα ανωτέρω περιστατικά ολοκληρώθηκε η ειδική εκκαθάριση, να κηρυχθεί από το δικαστήριο η περάτωση της, να διαταχθεί αυτή (αιτούσα) ως Επόπτρια, καθώς και ο Εκκαθαριστής της ως άνω ΑΕΠΕΥ να συγκαλέσουν τη συνέλευση των μετόχων της προκειμένου να αποφασισθεί η εκλογή νέων εκκαθαριστών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού και του άρθρου 49 του Ν. 2190/1920 και να ορισθεί ο χρόνος περάτωσης της ειδικής εκκαθάρισης και λήξεως της θητείας της ως Επόπτη και του εκκαθαριστή, καθώς και ο χρόνος ανάληψης καθηκόντων εκ μέρους των κατά τα ανωτέρω διορισθησομένων εκκαθαριστών. Το Εφετείο, βάσει του ως άνω ιστορικού έκρινε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι κατά τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αίτηση η εταιρία "ΔΕΛΤΑ ΑΧΕ" έχει τεθεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατόπιν ανακλήσεως της αδείας συστάσεως της και υπήχθη στη διαδικασία του άρθρου 4α του Ν. 1806/1988 και ήδη 22 του Ν. 3606/2007 και ότι εμπίπτει στην υπό στοιχ.1ε περίπτωση του άρθρου 65 του Ν. 2533/1997 που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημιώσεως από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο κατά τα προβλεπόμενα στο ανωτέρω άρθρο, η οποία υλοποιείται κατά την παρ.7 αυτού, υπό τους όρους και την έκταση που προβλέπεται στο άρθρο 66 του ιδίου νόμου. Η επίκληση της συνδρομής της ως άνω περιπτώσεως έχει εκ του νόμου ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου (του οποίου ο σκοπός είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και αντισυμβαλλόμενα μέρη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής και μη αναστρέψιμης αδυναμίας ΑΕΠΕΥ να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών), μετά από ενημέρωση της Επιτροπής Αποζημιώσεως του Συνεγγυητικού (άρθρο 68 παρ.6 Ν. 2533/1997) εκ μέρους του Επόπτη της εκκαθάρισης, για τις υποβληθείσες απαιτήσεις ως προς τις επενδυτικές υπηρεσίες που δεν ικανοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης με αυτούσια παράδοση των χρηματικών ποινών και χρηματοπιστωτικών μέσων τρίτων που βρίσκονταν στην κατοχή της εταιρίας σύμφωνα με τις παρ. 7-8 του άρθρου 22 του Ν. 3606/2007. Ότι, όπως σαφώς προκύπτει από την παράγραφο 9 του ιδίου ως άνω άρθρου, η ειδική εκκαθάριση περατώνεται με την ικανοποίηση των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με τα άρθρα 65-67 του ν. 2533/1997 με τη διαδικασία της αυτούσιας παράδοσης ή με την καταβολή των αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο. Περαιτέρω, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αίτηση η ειδική εκκαθάριση δεν έχει ολοκληρωθεί προκειμένου το δικαστήριο να κηρύξει την περάτωση της εφόσον η αιτούσα ισχυρίζεται ότι υπάρχουν αναγγελθέντες επενδυτές για μετοχές τις οποίες η εταιρία δεν είχε στην κατοχή της, ώστε να τις παραδώσει αυτουσίως και εντεύθεν αυτοί να ικανοποιηθούν ως προς τις σχετικές απαιτήσεις τους, το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, παρά την ως άνω κατά νόμο ενημέρωση του, αρνείται την καταβολή των προβλεπομένων από τις οικείες ως άνω διατάξεις αποζημιώσεων. Τέλος, ότι εφόσον υπό τα εκτιθέμενα υπάρχουν απαιτήσεις προς αυτούσια παράδοση μετοχών αναγγελθέντων επενδυτών της υπό εκκαθάριση εταιρίας που δεν ικανοποιήθηκαν γιατί δεν βρίσκονται στην κατοχή της και το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο αρνείται να αποζημιώσει αυτούς, σύμφωνα με τους όρους και στην έκταση που προβλέπεται από το άρθρο 66 του Ν. 2533/1997, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της ειδικής εκκαθάρισης κατά την παράγραφο 9 του άρθρου 22 του Ν. 2606/2007, ώστε το δικαστήριο να κηρύξει τη περάτωση, η υπό κρίση αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο και ως εκ τούτου ήταν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως ως κατουσίαν αβάσιμη ορθά δεν εφάρμοσε και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 4α του ν. 1806/1988, που προστέθηκε με το άρθρο 12§1 του ν. 2651/98 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 43 του ν. 3371/2005, 63 και 65 του Ν. 2533/1997 και 22 παρ. 1-9 του Ν. 3606/2007. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.1 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ (αριθ. 4427282 σειρά Χ της ΚΑ ΔΟΥ Αθηνών), στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.4.2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1026/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας). Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ