Αριθμός 1534/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Γιαμπουράνη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Κορίνθου, που κατοικοεδρεύει στην Κόρινθο και 2) Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Κορίνθου, που εδρεύει στην Κόρινθο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 310/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) με την από 24-10-2005 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1010/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 310/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 91/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος διάβασε την από 7-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση της αιτούσας εταιρίας, σε υπόθεση ανακοπής αυτής κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Κορινθίας. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (αρθρ. 336 IV ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης, μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή κατά την εξειδίκευση των περιεχόμενων στον κανόνα δικαίου αορίστων νομικών εννοιών ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003, ΑΠ 24/2005, ΑΠ 914/2004, ΑΠ 1255/2004). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 656/1996, ΑΠ 120/2004), η ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998, ΑΠ 1373/2001). Περαιτέρω, με το αρθρ. 559 αρ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφόσον, από αυτή τη γενική αναφορά, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ελήφθη υπ' όψιν (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 918/2006, ΑΠ 694/2003). Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, αν και προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται, ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους. Ακόμη, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή μη του οποίου θα αποδεικνυόταν με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 376/2004). Επίσης, δεν θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει στην απόφασή του, ποια ακριβώς, αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη, η να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα απ' αυτά, η τη σχέση και επιρροή του στα θέματα απόδειξης (ΑΠ 104/2005, ΑΠ 106/2005). Αρκεί, όμως, για τη θεμελίωση του προαναφερθέντος λόγου αναίρεσης και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν, πράγματι, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα, που, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη (ΑΠ 106/2005, ΑΠ 1590/2003). Στην υπό κρίση περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ... καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με το 1829/12.12.2001 πρωτόκολλο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Κορινθίας, καθορίσθηκε αποζημίωση συνολικού ύψους 161.063.685 δραχμών ή 472.674,06 ευρώ υπέρ του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και σε βάρος της εκκαλούσας, για αυθαίρετη χρήση...δημόσιας έκτασης επιφανείας 11.741,41 τ.μ. ... Το ακίνητο αυτό ως κοινόχρηστο πράγμα, αφού δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα, ανήκει στο δημόσιο και αποτελεί δημόσιο κτήμα. Επίσης το δεύτερο πιο πάνω τμήμα του θαλάσσιου χώρου επιφανείας 835,16 τ.μ. αποτελεί πράγμα κοινό σε όλους που ναι μεν δεν ανήκει κατά κυριότητα στο δημόσιο, είναι όμως προορισμένο για χρήση από τη δημόσια διοίκηση προς εκπλήρωση των σκοπών της, η οποία ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα πάνω σ' αυτό. Επομένως, το τμήμα αυτό ανήκει στη "δημόσια κτήση" και αποτελεί δημόσιο κτήμα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων του π.δ. της 11/12.11.1929 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Σημειώνεται δε ότι ήδη με το άρθρο 4 του ν.2971/2001 "Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις" προβλέπεται ρητά η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης θαλάσσιου χώρου, έναντι καταβολής ετήσιας αποζημίωσης. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στις 27.9.2001 από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχίας Κορινθίας, διαπιστώθηκε ότι η εκκαλούσα - ανακόπτουσα, έχει κατασκευάσει στην παραπάνω δημόσια έκταση τα ακόλουθα έργα: α) Προβλήτα με διακλάδωση, εμβαδού 1.266,63 τ.μ. περίπου, β) Κρηπίδωμα σε μήκος ακτής 140 μέτρων περίπου, το οποίο χρησιμοποιείται για την παραλαβή και τον εφοδιασμό (σε νερό, ηλεκτρικό κλπ.) των σκαφών αναψυχής, γ) Τμήμα συρματοπερίφραξης της επιχείρησης, δ) Τμήμα κτιρίου συντηρήσεως σκαφών εμβαδού 501,95 περίπου, ε) Οικία, στην οποία διαμένει ο φύλακας της επιχείρησης, μετά των στεγασμένων εξωστών και χώρου στάθμευσης αυτής, εμβαδού 140 τ.μ. περίπου. Το τμήμα εξάλλου του αιγιαλού που καταλαμβάνει η επιχείρηση έχει στο μεγαλύτερο μέρος του επιστρωθεί με άσφαλτο οδοποιίας. Επίσης διαπιστώθηκε ότι στο τμήμα του θαλάσσιου χώρου κατασκευάστηκε κρηπίδωμα, το οποίο και πληρώθηκε με τεχνητούς ογκολίθους, μέχρι την ακτογραμμή. Η εν λόγω κατασκευή είναι εμβαδού 835,16τ.μ. περίπου. Η χρήση των ως άνω έργων από την εκκαλούσα γίνεται για την εξυπηρέτηση της υφισταμένης στη θέση αυτή επιχειρήσεως της, η οποία από το έτος 1995 λειτουργεί, κατόπιν αλλαγής δραστηριότητας, με αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παραχώρηση προς τρίτους, χώρου εναπόθεσης (parking) θαλασσίων τουριστικών σκαφών. Κατά το έτος 1976 είχε δοθεί άδεια στην εκκαλούσα, εκ μέρους της Νομαρχίας Κορινθίας, για την κατασκευή λιμενικών έργων (λιμενίσκου) στην ως άνω θέση, για την εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Στην ίδια επίσης είχε παραχωρηθεί κατά τα έτη 1995 και 1996, για ένα έτος την κάθε φορά, "άδεια απλής χρήσεως του ανωτέρω τμήματος του αιγιαλού, για τη χρήση δε αυτή προσδιορίσθηκε ως αποζημίωση, για μεν το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 1995 έως και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το ποσό των 800.000 δραχμών, σύμφωνα με το από 5.1.1996 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης απλής χρήσεως αιγιαλού της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας, για δε το έτος 1996 το ποσό των 2.295.196 δραχμών, αμφότερα δε τα ποσά αυτά πληρώθηκαν από την εκκαλούσα. Έκτοτε όμως, δηλαδή από το έτος 1997 και μέχρι το έτος 2001, η άδεια απλής χρήσεως του επίδικου τμήματος του αιγιαλού δεν ανανεώθηκε, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της εκκαλούσας προς τούτο, ενώ δεν καταρτίσθηκε οποιαδήποτε σύμβαση με τις αρμόδιες υπηρεσίες του εφεσίβλητου για την χρήση τούτου με αντάλλαγμα και προσδιορισμού του ποσού του ανταλλάγματος. Κατά συνέπεια αφού η χρήση των επίδικων τμημάτων κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα έγινε χωρίς να έχει συμφωνηθεί η καταβολή ανταλλάγματος, ή να έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα οποιοδήποτε αντάλλαγμα, η χρήση αυτή δεν βασίζεται σε συμβατική σχέση, που προϋποθέτει παροχή και αντιπαροχή και κατά την έννοια αυτή είναι αυθαίρετη, όπως ήδη έχει εκτεθεί. Εξάλλου η εκκαλούσα κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1997 έως 2001 έκανε αποκλειστική χρήση του εν λόγω τμήματος του αιγιαλού και κατά το έτος 2001 και του προαναφερομένου θαλάσσιου χώρου, αφού οι ως άνω εγκαταστάσεις της καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο τμήμα του χώρου τους, ενώ με την κατασκευή περιφράξεως γύρω από αυτές, καθώς και τη φύλαξη τους, εμποδίζει την πρόσβαση τρίτων στα τμήματα αυτά. Επομένως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, το οποίο δεν είναι άκυρο και συνακόλουθα όλοι οι λόγοι της εφέσεως που αναφέρονται στους λόγους ανακοπής που αποσκοπούν την ακύρωση τούτου (πρωτοκόλλου) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ως προς το ύψος της καθοριστέας αποζημιώσεως που έχει το χαρακτήρα ανταλλάγματος αναλόγου προς το οφειλόμενο στον εκμισθωτή ιδιωτικού ακινήτου πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται και προσκομίζει ... Η εκκαλούσα κατ' αρχήν προσκομίζει και επικαλείται πλείστα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η προσπάθεια της να ανανεώσει την άδεια απλής χρήσης αιγιαλού που της είχε χορηγηθεί κατά τα προαναφερόμενα, η οποία όμως ουδέποτε της παραχωρήθηκε, με το αιτιολογικό ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο περί απλής χρήσης αιγιαλού, αλλά περί αποκλειστικής χρήσης τούτου. Επί πλέον ως προς το ύψος του ποσού της καθοριστέας αποζημιώσεως επικαλείται ... συγκριτικά στοιχεία ... . Προκειμένου δε να αποδείξει ότι η δημόσια έκταση που της παραχωρήθηκε περιλαμβάνει και τον επίδικο αιγιαλό, προσκομίζει παραδεκτά κατ' άρθρο 529 Κ.Πολ.Δικ., τα κατωτέρω αναφερόμενα έγγραφα ... Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι πράγματι παραχωρήθηκε στην εκκαλούσα η χρήση και εκμετάλλευση καταφυγίου τουριστικών σκαφών στο ..., το οποίο καταφύγιο έχει επιφάνεια υφισταμένης χερσαίας έκτασης 10.754 τ.μ., επιφάνεια χερσαίας ζώνης 14.284 τ.μ. και επιφάνεια θαλάσσιας ζώνης 36.012 τ.μ., με το προαναφερόμενο μίσθωμα, το οποίο έφθασε μετά από αναπροσαρμογές στο ποσό των 19.733,45 ευρώ για το έτος 2008. Επί πλέον από την έκθεση της συμβολαιογράφου Κορίνθου Παναγιώτας Φιλιππίδου-Παπασπυροπούλου (έντυπο για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας γης εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμών που δεν έχει ειδικούς όρους δόμησης) προκύπτει ότι η συνολική αντικειμενική αξία της εδαφικής εκτάσεως αυτής μετά του κτίσματος, ανέρχεται στο ποσό των 391.255,04 ευρώ. Το γεγονός αυτό επικαλείται η εκκαλούσα, επισημαίνοντας ότι το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο καθόρισε αποζημίωση για μία πενταετία για τη χρήση γης, σε συνολικό ποσό 472.674,06 που υπερβαίνει το προαναφερόμενο ποσό της συνολικής αντικειμενικής της αξίας, σε τρόπο ώστε να καθίσταται απαγορευτική κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα σ' αυτήν ... Με βάση δε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και αφού λήφθηκαν υπόψη, το είδος της έκτασης της οποίας κάνει αποκλειστική χρήση η εκκαλούσα (θέση, επιφάνεια κλπ), η διάρκεια, ο σκοπός και το είδος της χρήσης, το ότι το εφεσίβλητο είχε καθορίσει με το από 5.1.1996 πρωτόκολλο, την αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση της ίδιας περίπου έκτασης στην ίδια θέση και ειδικότερα έκτασης 10.860 τ.μ. στο ποσό των 800.000 δραχμών συνολικά για το 2° εξάμηνο του έτους 1995, ενώ για το έτος 1996 είχε καθορίσει την αποζημίωση για την ίδια έκταση στο ποσό των 2.295.196 δραχμών και την ωφέλεια την οποία αποκόμισε η εκκαλούσα από τη χρήση της επίδικης έκτασης κατά τα έτη 1997 - 2001, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου η αποζημίωση για τη χρήση αυτής κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, πρέπει να ορισθεί στα ακόλουθα χρηματικά ποσά ...". Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν όλα, γενικά, τα έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση. Και τούτο μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όχι απλά με σύννομη μεν, γενικόλογη όμως, αναφορά, στο σύνολο των εγγράφων, αλλά με ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά πάντα δε λεπτομερή μνεία τούτων. Το αν η αναιρεσείουσα εκτιμά, πως έπρεπε, το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, να προσδώσει σε συγκεκριμένα έγγραφα, διαφορετικό αποδεικτικό βάρος, δεν συνιστά, κατά τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, τον από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο. Ούτε το προβαλλόμενο, ότι έπρεπε το Εφετείο να διαλάβει πως τα αναφερόμενα στην απόφασή του και στο δικόγραφο της αναίρεσης έγγραφα (από 1.12.2003 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού, υπ' αριθμ. 272/5.3.2004 ΦΕΚ, ΑΓ 3729/3.4.2004 και Σ/905/25.7.2003 έγγραφα της Γ.Γρ.Τουρισμού του ΥΠΑΝ και τα 7377/30.4.04, 3065/9.3.05 και 3292/31.3.2006 διπλότυπα της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών και τα 2008/13.2.2006, 7169/10.4.2008 και 2893/12.2.2008 έγγραφα του πιο πάνω Υπουργείου και το σχεδιάγραμμα της εταιρείας MARNET) συνιστούν ή όχι συγκριτικά στοιχεία αποτελεί το πραγματικό του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου. Το τι εξάγεται, κατά την εκτίμηση της αναιρεσείουσας, ως αποδεικτικό πόρισμα από την εκτίμηση των πιο πάνω εγγράφων και το αν το πόρισμα αυτό, συμπίπτει με εκείνο του Εφετείου δεν μπορεί, για πρόδηλους λόγους, να οδηγήσει στην υιοθέτηση της από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλειας. Ούτε μπορεί να εξαχθεί, ότι τα παραπάνω έγγραφα δεν ελήφθησαν υπόψη, διότι η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας υπήρξε διαφορετική από εκείνη, την οποία θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα. Το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, εξ άλλου, δεν εκθέτει εκτενώς, πως συνεξετίμησε για την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, μετά το επίδικο χρονικό διάστημα και δη μετά το έτος 2004, δεν σημαίνει, πως δεν τα έλαβε υπόψη. Κατά ταύτα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην πιο πάνω απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12.11.1929 Π.Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", ως αυτή ήδη ισχύει, η σ' αυτή αναφερόμενη αποζημίωση, προσδιορίζεται "... κατά την κρίση αγαθού ανδρός ...". Η προσβαλλόμενη απόφαση στην "μείζονα σκέψη" της, έκανε μνεία της πιο πάνω κρίσης, και κατέληξε, στο ανέλεγκτο αναιρετικά αποδεικτικό της πόρισμα, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν. Δεν αποτελεί, όμως, κριτήριο της εξειδίκευσης της πιο πάνω έννοιας, δηλονότι της "κρίσης αγαθού ανδρός", το αν το Εφετείο αξιολόγησε τα αποδεικτικά δεδομένα και του επόμενου του επιδίκου, χρονικού διαστήματος. Άλλωστε, η αναιρεσείουσα, εκτός από την παράθεση γενικών εκτιμήσεων, εντελώς αόριστα σε όλο το αναιρετικό δικόγραφο αναφέρεται στο πιο πάνω χρονικό διάστημα, εφ' όσον: α)ούτε συγκεκριμένες αριθμητικές εκτιμήσεις, ως προς αυτό παραθέτει β)ούτε πως συνδέονται αυτές με τον υπολογισμό της αποζημίωσης εκθέτει και γ)δεν διαλαμβάνει, ποια, ακριβώς, έπρεπε να είναι η εκτίμησή της προσβαλλόμενης απόφασης στο υπό κρίση θέμα και ποια πράγματι ήταν. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει τα αντίθετα και πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ και άρθρο 22 Ν. 3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.6.2009 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της 91/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων από τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ